• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 2 Ιουλίου, 2020
ΑΓΟΡΑ 06

ΤΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΙΜΑ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑ.

 

Γεράσιμος Γ. Ρομποτής

Υποψήφιος Διδάκτωρ, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική κεφαλαιαγορά διέρχεται μια σημαντική κρίση η οποία συνδέεται και με τη δημοσιονομική κρίση της Ελλάδος και την αντίστοιχη κρίση χρέους. Η κρίση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απαξίωση των μετοχικών αξιών στο σύνολό τους, αλλά και στον τραπεζικό κλάδο ιδιαιτέρως. Μέσα στο πλαίσιο αυτό της γενικής απαξίωσης των διαθέσιμων επιλογών τοποθετήσεως κεφαλαίου, οι επενδυτές αναζητούν νέες επενδυτικές διεξόδους και προϊόντα.

ως μια τέτοια επιλογή φαντάζουν τα Χρηματιστηριακώς Διαπραγματεύσιμα Αμοιβαία Κεφάλαια ή Exchange Traded Funds – ETFs, θεσμός ο οποίος έχει γνωρίσει σημαντική επιτυχία και επενδυτικό ενδιαφέρον διεθνώς από τη στιγμή που εισήχθησαν για πρώτη φορά στην αμερικανική κεφαλαιαγορά το 1993 και έπειτα.

Στην Ελλάδα τα ETFs εισήχθησαν με αρκετή καθυστέρηση λόγω θεσμικών και νομοθετικών περιορισμών, τον Ιανουάριο του 2008. Συγκεκριμένα, η Alpha Bank δημιούργησε το πρώτο ελληνικό ETF και το έθεσε σε διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αθηνών στις 23 Ιανουαρίου 2008 με το Alpha ETF FTSE ATHEX 20. Το χαρτοφυλάκιο αυτού του ETF συντίθεται από τις 20 μεγαλύτερες σε όρους κεφαλαιοποίησης εταιρείες του ελληνικού χρηματιστηρίου, όπως αυτές αποτυπώνονται στον αντίστοιχο δείκτη του FTSE ATHEX 20 Index. Στη συνέχεια ακολούθησε η Εταιρεία Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου της Εθνικής Τράπεζας που εισήγαγε το NBGAM ETF Greece & Turkey 30, του οποίου ο επενδυτικός σκοπός είναι η αναπαραγωγή της σύνθεσης του χρηματιστηριακού δείκτη Greece and Turkey 30 Index και η επίτευξη της απόδοσής του, και το NBGAM ETF Γενικός Δείκτης Χ.Α., το οποίο στοχεύει σε επιδόσεις ανάλογες των αποδόσεων του Γενικού Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Τι είναι τα ETFs, τα χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματά τους Τα ETFs είναι η πλέον σύγχρονη καινοτομία στον τομέα των συλλογικών επενδύσεων και παρουσιάζουν συνεχή ανάπτυξη και αποδοχή από το διεθνές επενδυτικό κοινό. Τα ETFs απαρτίζουν χαρτοφυλάκια κοινών μετοχών και το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο χρηματιστήριο, εν αντιθέσει με τα κλασικά αμοιβαία κεφάλαια. Επίσης, τα ETFs προσπαθούν να επαναλάβουν την απόδοση γνωστών χρηματιστηριακών δεικτών. Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι η απόδοση των ETFs δεν είναι πάντα ίδια με την απόδοση των υποκείμενων δεικτών. Με άλλα λόγια, η αποδοτικότητα των ETFs υπόκειται στο λεγόμενο σφάλμα απόκλισης (tracking error).

Τα ETFs συνδυάζουν τα βασικά χαρακτηριστικά των μετοχών και των αμοιβαίων κεφαλαίων. Διέπονται κατά κύριο λόγο από παθητική διαχείριση, η οποία συνεπάγεται υψηλό βαθμό διασποράς του επενδυτικού κινδύνου, όπως, επίσης, και χαμηλό διαχειριστικό κόστος. Τα ETFs δημιουργούνται και ρευστοποιούνται σε πακέτα 50.000 ή 100.000 μεριδίων, μέσω της αγοράς ή της κατάθεσης των μετοχών που συνθέτουν ένα δείκτη. Επιπλέον, η διασύνδεση της πρωτογενούς με την δευτερογενή τους αγορά επιτρέπει την εξάσκηση εξισορροπητικής αγοραπωλησίας (arbitrage) από τους θεσμικούς επενδυτές, η οποία συμβάλλει στη διατήρηση της χρηματιστηριακής τιμής τους κοντά στην εσωτερική τους αξία. Τα ETFs επιτρέπουν την εκτέλεση διημερήσιων συναλλαγών με την αγορά τους επί πιστώσει, το δανεισμό των μεριδίων τους και την ανοιχτή πώληση (short shelling). Η αγορά, τέλος, των ETFs χαρακτηρίζεται από υψηλή ρευστότητα μέσω της δράσης των ειδικών διαπραγματευτών (market makers).

Οι ανάγκες που καλύπτουν τα ETFs και σε ποιους απευθύνονται Τα ETFs καλύπτουν πλήθος επενδυτικών αναγκών και απευθύνονται ισότιμα σε θεσμικούς και σε ιδιώτες επενδυτές που επιδιώκουν κεφαλαιακά κέρδη και επιθυμούν να επενδύσουν σε δείκτες με στόχο την επίτευξη σημαντικού βαθμού διαφοροποίησης του κινδύνου των χαρτοφυλακίων τους.

Η αποδοχή τους παγκοσμίως αυξάνεται τόσο μεταξύ των μικροεπενδυτών, οι οποίοι έλκονται από την απλότητα του προϊόντος και από το χαμηλό του κόστος, όσο και μεταξύ των διαχειριστών χαρτοφυλακίων, τους δημόσιους οργανισμούς επενδύσεων και τα επενδυτικά τμήματα των ασφαλιστικών οργανισμών και των συνταξιοδοτικών ταμείων, σε όσους χρησιμοποιούν παράγωγα και, κυρίως, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης επί χρηματιστηριακών δεικτών και στα αντισταθμισμένα κεφάλαια (hedge Funds). Κοινές χρήσεις των ETFs για τους θεσμικούς και ιδιώτες επενδυτές είναι: 1) η αντικατάσταση μεγάλου πλήθους συναλλαγών με μία μόνο χρηματιστηριακή πράξη, 2) η μετοχοποίηση ρευστών διαθεσίμων, δηλαδή η τοποθέτηση ανενεργών καταθέσεων σε μετοχικές επενδύσεις, 3) η δυνατότητα κάλυψης με την ανάληψη θέσεων πώλησης ή αγοράς επί χρηματιστηριακών δεικτών, 4) η συμπληρωματική τους τοποθέτηση σε ελλιπή μετοχικά χαρτοφυλάκια, 5) η διαθεσιμότητα εναλλακτικών επενδυτικών επιλογών και 6) η απόκτηση έτοιμων χαρτοφυλακίων από χρηματιστηριακούς οίκους και επενδυτικούς συμβούλους.

Οι μη κοινές χρήσεις των ETFs μεταξύ των διαφορετικών ομάδων επενδυτών συνίστανται στα εξής: Οι θεσμικοί επενδυτές, όπως για παράδειγμα τα συνταξιοδοτικά ταμεία, χρησιμοποιούν τα ETFs, μεταξύ άλλων, λόγω και του ότι τους απαγορεύεται η χρήση των παραγώγων επί χρηματιστηριακών δεικτών ή λόγω της ανυπαρξίας υποχρέωσης κατάθεσης περιθωρίου ασφάλισης (margin) και της ημερομηνίας εξάσκησης. Επίσης, οι διαχειριστές χαρτοφυλακίων αμοιβαίων κεφαλαίων δεικτών χρησιμοποιούν τα ETFs με στόχο την ενίσχυση της ρευστότητάς τους σε περιόδους έντονων ρευστοποιήσεων από τους μεριδιούχους, διασφαλίζοντας, παράλληλα, και τη διαχειριστική τους ικανότητα από την αδυναμία επίτευξης αποδόσεων ανάλογων με αυτές του ακολουθούμενου δείκτη.

Οι ιδιώτες επενδυτές χρησιμοποιούν τα ETFs λόγω της επενδυτικής ευελιξίας και λόγω των μετοχικών τους χαρακτηριστικών. Τα αντιμετωπίζουν με δυο κύριους τρόπους: Ως μακροχρόνια επενδυτική επιλογή τοποθέτησης περιουσιακών στοιχείων ή ως βραχυπρόθεσμη κερδοσκοπική τοποθέτηση, σε τιμές οι οποίες είναι γνωστές καθ’ όλη τη διάρκεια της χρηματιστηριακής συνεδρίασης. Σύμφωνα με εμπειρικές παρατηρήσεις, η ανάπτυξη των ETFs και η αύξηση της αποδοχής τους αφορά κυρίως τους επενδυτές μετοχικών τοποθετήσεων και όχι τόσο τους επενδυτές των αμοιβαίων κεφαλαίων, οι οποίοι είναι συντηρητικοί στη χρήση των ETFs και προτιμούν την επενδυτική στρατηγική «αγοράς και διακράτησης» (buy-and-hold).

Οι ωφέλειες των κεφαλαιαγορών από την ύπαρξη των ETFs Τα ETFs αποτελούν μια πολύ καλή επενδυτική πρόταση και αποδίδουν σημαντικές ωφέλειες σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, δηλαδή το χρηματιστήριο, τους επενδυτές και τις χρηματιστηριακές εταιρείες.

Τα ETFs αυξάνουν, καταρχάς, τον τζίρο του χρηματιστηρίου λόγω: i) Της άμεσης διαφοροποίησης, η οποία καθίσταται προσιτή προς το επενδυτικό κοινό με την αγορά ενός καλαθιού μετοχών ανεξαρτήτως του ύψους του διαθέσιμου κεφαλαίου. ii) Της αύξησης του τζίρου του χρηματιστηρίου των παραγώγων από τη δράση των ρυθμιστών της αγοράς (market makers) και των θεσμικών επενδυτών, οι οποίοι αναγκάζονται να καλύπτουν τη θέση τους με τη διενέργεια πράξεων στην αγορά των παραγώγων, για την επίτευξη ικανοποιητικού βαθμού αντιστάθμισης του κινδύνου. Το χρηματιστήριο απολαμβάνει και άλλα οικονομικά οφέλη, όπως είναι η είσπραξη αμοιβής για το δικαίωμα χρήσης από τα ETFs των δεικτών του και η αποσυμφόρηση του ηλεκτρονικού συστήματος συναλλαγών, από τη στιγμή που επιτρέπουν την αγοραπωλησία ενός ολόκληρου χαρτοφυλακίου μετοχών με μια μόνη χρηματιστηριακή συναλλαγή. Οι επενδυτές με τη σειρά τους αποκομίζουν σημαντικά οφέλη από τη χρήση των ETFs. Τα κύρια πλεονεκτήματα για τους επενδυτές είναι η πρόσβαση σε επαγγελματική διαχείριση με χαμηλό κόστος, η μείωση των επενδυτικών κινδύνων, η διαφάνεια, η ποικιλία εναλλακτικών επενδυτικών επιλογών και η δυνατότητα πραγματοποίησης κεφαλαιακών κερδών από χρηματιστηριακές τοποθετήσεις. Σημαντικές είναι, τέλος, οι ωφέλειες και για τις χρηματιστηριακές εταιρείες. Η αποσυμφόρηση του ηλεκτρονικού συστήματος συναλλαγών μειώνει τον όγκο εργασίας τους, γεγονός που επιτρέπει την αναδιάρθρωσή τους και την αύξηση της παραγωγικότητάς τους. Επιπλέον, η ραγδαία ανάπτυξη των ETFs και η στροφή του ενδιαφέροντος των επενδυτών προς χρηματιστηριακώς διαπραγματεύσιμες συλλογικές επενδύσεις επιτρέπει στις χρηματιστηριακές εταιρείες να παρέχουν πλήθος εξειδικευμένων υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, με αποτέλεσμα την αύξηση των εσόδων τους.

 

Τα οφέλη από την εισαγωγή των ETFs στο ελληνικό χρηματιστήριο

Η εισαγωγή των ETFs στο ελληνικό χρηματιστήριο προσδοκάται να έχει θετικές επιδράσεις σε μεσο/μακροπρόθεσμο ορίζοντα και να συντελέσει στην ποιοτική αναβάθμιση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς. Η λειτουργία τους μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της ρευστότητας και σε εξορθολογισμό των συναλλαγών στην αγορά μετρητοίς των μετοχών, ενώ θετικές αναμένονται να είναι οι επιπτώσεις στον τζίρο της αγοράς παραγώγων. Τα ETFs προσφέρουν στους επενδυτές μια ποικιλία επιλογών χαμηλού κόστους και αυξημένου βαθμού διαφοροποίησης. Παράλληλα, αναμένεται να συμβάλουν στη δημιουργία των προϋποθέσεων ανάπτυξης τόσο των εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου όσο και των αμοιβαίων κεφαλαίων για δύο λόγους: Ενίσχυση του θεσμού των συλλογικών επενδύσεων: Η εισαγωγή των ETFs στο ελληνικό χρηματιστήριο προσδοκάται να αναθερμάνει το ενδιαφέρον του κοινού για τις συλλογικές επενδύσεις και να αναβαθμίσει το ρόλο των επαγγελματιών διαχειριστών και των θεσμικών φορέων που προσφέρουν συλλογικές επενδύσεις (όπως τα Α/Κ και οι ΕΕΧ). Ομογενοποίηση της επενδυτικής βάσης: Τα ETFs απευθύνονται κυρίως σε επενδυτές που επιθυμούν να επενδύουν σε χρηματιστηριακούς δείκτες και κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να συμβάλλουν στην ομογενοποίηση της επενδυτικής βάσης και για τις εναλλακτικές μορφές συλλογικής επένδυσης. Έτσι οι διαχειριστές των αμοιβαίων κεφαλαίων και των επενδυτικών εταιρειών μπορούν να χαράσσουν αποτελεσματικότερα την επενδυτική τους στρατηγική από τη στιγμή που αντιμετωπίζουν επενδυτές με παρόμοιο επενδυτικό προφίλ.

 

Η αποδοτικότητα των ETFs στο ελληνικό χρηματιστήριο

Η εισαγωγή των ETFs στο ελληνικό χρηματιστήριο συνέπεσε με μια εξόχως αρνητική συγκυρία για την ελληνική κεφαλαιαγορά, κατά την οποία οι αξίες του συνόλου των μετοχικών επενδύσεων έχουν υποστεί σοβαρή καθίζηση. Τα ETFs δεν μπόρεσαν να διαφοροποιηθούν από τις υπόλοιπες μετοχικές επενδύσεις, όπως είναι αυτές των μετοχών και των μετοχικών αμοιβαίων κεφαλαίων. Οι σωρευτικές αποδόσεις των ETFs που διαπραγματεύονται στο ελληνικό χρηματιστήριο, όπως φαίνεται στον Πίνακα 1, ήταν ιδιαίτερα αρνητικές. Η μέση σωρευτική απόδοση και για τα τρία ETFs ισούται με -53,87%. Περαιτέρω, οι αποδόσεις τους για τα έτη 2011 και 2010, περίοδος κατά την οποία επιδεινώθηκε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, ήταν εξίσου αρνητικές, με τις μέσες σωρευτικές αποδόσεις για τα έτη αυτά να ισούνται με -49,14% και -26,57%, αντίστοιχα. Αντιθέτως, η τρέχουσα απόδοση για το 2012 από την αρχή του έτους είναι θετική και για τα τρία ελληνικά ETFs, με τη μέση σωρευτική απόδοση των τριών ETFs να είναι ίση με 21,80%.

Συγκρίνοντας τις αποδόσεις των τριών ETFs μεταξύ τους βλέπουμε ότι το Alpha ETF FTSE ATHEX 20 έχει επιτύχει τις χειρότερες επιδόσεις (-85,56% σε σωρευτικό επίπεδο), ενώ τις καλύτερες επιδόσεις έχει επιτύχει το NBGAM ETF Greece & Turkey 30, του οποίου η σωρευτική απόδοση ισούται με -27,63%.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με σχετική μελέτη του συγγραφέως του παρόντος άρθρου, τα ETFs στην Ελλάδα δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν σε αποδόσεις τα ανταγωνιστικά παραδοσιακά αμοιβαία κεφάλαια ανοιχτού τύπου1. Επίσης υπόκεινται σε μεγαλύτερο σφάλμα απόκλισης από την απόδοση των υποκείμενων δεικτών σε σχέση με τα αντίστοιχα αμοιβαία κεφάλαια.

1. Rompotis, G. Gerasimos. 2011b.“ETFs vs. Mutual Funds: Evidence from the Greek Market. ” South Eastern Europe Journal of Economics, Vol. 9 (1), pp. 27-43.

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Κυριάκος Πατατούκας

Επιθεωρητής ποιοτικού ελέγχου της ΣΟΛ ΑΕΟΕ

 

Αναστάσιος Μπεγιόγλου

Ορκωτός ελεγκτής λογιστής

 

Αντασφάλιση είναι μια συναλλαγή στην οποία μία ασφαλιστική εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποζημιώσει, έναντι κάποιου οικονομικού ανταλλάγματος, μια άλλη ασφαλιστική εταιρεία για το σύνολο ή μέρος της απώλειας που η δεύτερη μπορεί να υποστεί στο πλαίσιο ασφαλιστικών συμβάσεων που συνάπτει. Η ασφαλιστική εταιρεία που αγοράζει συμβόλαιο αντασφάλισης είναι γνωστή ως η εκχωρούσα τον κίνδυνο ή αντασφαλιζόμενη, ενώ η εταιρεία που πουλάει το αντασφαλι- στήριο συμβόλαιο είναι αυτή που αναλαμβάνει τον κίνδυνο ή απλά ο αντασφαλιστής. Περιγραφόμενη ως η ασφάλιση των ασφαλιστικών εταιρειών, η αντασφάλιση αποζημιώνει την εκχω- ρούσα τον κίνδυνο εταιρεία για ζημιές που καλύπτονται από τη συμφωνία της αντασφάλισης. Ο θεμελιώδης στόχος της ασφά- λισης, δηλαδή, η διασπορά του κινδύνου ώστε καμία εταιρεία να μην επιβαρύνεται οικονομικά πέρα και πάνω από την ικανότη- τά της να αποζημιώνει, ενισχύεται από την αντασφάλιση.

Παρόλο που σε πολλούς η αντασφάλιση είναι μια άγνωστη πτυχή του ασφαλιστικού κλάδου, μπορούμε να εντοπίσουμε τις ρίζες της από τον 14ο αιώνα. Έκτοτε, η αντασφάλιση έχει εξελιχθεί στην επιχειρηματική δραστηριότητα που είναι σήμερα. Ενώ αρχικά η αντασφάλιση είχε επικεντρωθεί στις ασφάλειες πυρός και θαλασσίων μεταφορών, κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, αναπτύχθηκε ώστε να συμπεριλάβει σχεδόν κάθε πτυχή της σύγχρονης ασφαλιστικής αγοράς. Ο αντασφαλιζόμενος μπορεί να συνάψει σύμβαση αντασφάλισης συνεργαζόμενος απευθείας με τον αντασφαλιστή ή μέσω μεσίτη ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή με άλλη ασφαλιστική εταιρεία που λειτουργεί ως αντασφαλιστής.Η σύμβαση αντασφάλισης μπορεί να γίνει είτε για το μέρος της υπερβάλλουσας ζημίας είτε σε αναλογική βάση. Μια αντασφαλιστική σύμβαση σε αναλογική βάση μοιράζει τα ασφάλιστρα, τις ζημίες και τα έξοδα μεταξύ του ασφαλιστή και του αντασφαλιστή βάσει προκαθορισμένου ποσοστού. Η αναλογική προσέγγιση χρησιμοποιείται εκτενώς στην αντασφάλιση περιουσίας. Αντίθετα, οι συμβάσεις πλεονάζουσας ζημίας (αυτοκινήτου, αστικής ευθύνης τρίτου, αγροτικών κινδύνων κ.λπ.), απαιτούν να διακρατήσει ο πρωτασφαλιστής όλες τις ζημίες μέχρι ένα προκαθορισμένο επίπεδο ιδίας κράτησης και ο αντασφαλιστής να αποζημιώσει τον αντασφαλιζόμενο για ζημίες πάνω από το επίπεδο αυτό και μέχρι το προσυμφωνημένο όριο της αντασφαλιστικής σύμβασης.

 

Σκοπός της αντασφάλισης

Οι ασφαλιστικές εταιρείες αντασφαλίζονται κυρίως για τρεις λόγους: 1) για να περιορίσουν την υποχρέωση τους έναντι συγκεκριμένων κινδύνων, 2) προκειμένου να σταθεροποιήσουν τις ζημιές τους και 3) για την προστασία τους από καταστροφές. Διαφορετικοί τύποι αντασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι διαθέσιμοι προκειμένου να καλύψουν τους στόχους της εκχωρούσας εταιρείας.

1. Περιορισμός υποχρέωσης έναντι συγκεκριμένων κινδύνων:

Παρέχοντας έναν μηχανισμό μέσω του οποίου οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να περιορίσουν την έκθεσή τους στον κίνδυνο ζημιών σε επίπεδο ανάλογο των καθαρών περιουσιακών στοιχείων τους, η αντασφάλιση τους επιτρέπει να προσφέρουν σημαντικά υψηλότερα όρια κάλυψης απ’ ό,τι θα μπορούσαν να παράσχουν διαφορετικά. Αυτή η λειτουργία της αντασφάλισης είναι αποφασιστικής σημασίας, διότι επιτρέπει σε όλες τις εταιρείες, μεγάλες και μικρές, να προσφέρουν όρια κάλυψης τέτοια ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες των πελατών τους. Με αυτόν τον τρόπο, η αντασφάλιση παρέχει τη δυνατότητα σε μικρές και μεσαίου μεγέθους εταιρείες να ανταγωνίζονται τους γίγαντες του κλάδου.

Για τον υπολογισμό του κατάλληλου επιπέδου αντασφάλισης, μια εταιρεία λαμβάνει υπόψη το ποσό του δικού της διαθέσιμου πλεονάσματος και καθορίζει το επίπεδο ιδίας κράτησης με βάση το ποσό της ζημίας που μπορεί να απορροφήσει με ίδια οικονομικά μέσα. Το πλεόνασμα, ή όπως συχνά αναφέρεται το πλεόνασμα των ασφαλισμένων, είναι το ποσό κατά το οποίο η αξία του ενεργητικού της ασφαλιστικής εταιρείας ξεπερνά την αξία των υποχρεώσεών της.

Το επίπεδο ιδίας κράτησης μιας εταιρείας μπορεί να κυμαίνεται οπουδήπο- τε από μερικές χιλιάδες ευρώ έως ένα εκατομμύριο ευρώ ή περισσότερα. Η έκθεση σε ζημίες πάνω από το επίπεδο ιδίας κράτησης και μέχρι το όριο της αντασφαλιστικής σύμβασης καλύπτεται από τον αντασφαλιστή. Με αυτόν τον τρόπο η αντασφάλιση συμβάλλει στη σταθεροποίηση του ποσού των ζημιών που καλείται να απορροφήσει η ασφαλιστική εταιρεία από μεμονωμένους κινδύνους, αλλά και από συσσωρευμένες ζημιές, από μία αιτία, που προκύπτουν από πολλά διαφορετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια στη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου.

2. Σταθεροποίηση του επιπέδου των ζημιών:

Οι ασφαλιστικές εταιρείες συχνά προσπαθούν να μειώσουν τις μεγάλες αυξομειώσεις στο περιθώριο κέρδους που είναι εγγενείς στην ασφάλιση. Οι διακυμάνσεις αυτές οφείλονται, εν μέρει, στη μοναδική φύση της ασφάλισης, η οποία καλείται να τιμολογήσει ένα προϊόν σήμερα, του οποίου όμως το πραγματικό κόστος δεν θα γίνει πραγματικά γνωστό παρά μόνο κάποια στιγμή στο μέλλον. Μέσω της αντασφάλισης, οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να περιορίσουν τις διακυμάνσεις του ποσού των ζημιών και να σταθεροποιήσουν το συνολικό λειτουργικό αποτέλεσμα της εταιρείας.

3. Προστασία από καταστροφές:

Η αντασφάλιση παρέχει προστασία έναντι ζημιών από καταστροφές με τον ίδιο βασικά τρόπο που συμβάλλει στη σταθεροποίηση του επιπέδου των ζημιών της ασφαλιστικής. Οι ασφαλιστικές εταιρείες χρησιμοποιούν την αντασφάλιση για προστασία από καταστροφές με δύο τρόπους. Πρώτον, η αντασφαλιστική σύμβαση προστατεύει από την καταστροφική οικονομική ζημία που θα μπορούσε να προκύψει από ένα συμβάν όπως η απώλεια από φωτιά του συνόλου ενός μεγάλου εργοστασίου. Δεύτερον, η αντασφαλιστική σύμβαση μπορεί να προστατεύει επίσης από το αθροιστικό αποτέλεσμα πολλών μικρότερων αξιώσεων που προκύπτουν από ένα συμβάν, όπως από ένα σεισμό ή έναν μεγάλο τυφώνα, που επηρεάζει ταυτόχρονα πολλούς ασφαλισμένους. Ενώ η ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να είναι σε θέση να καλύψει μεμονωμένα τις ζημιές, το σύνολό τους μπορεί να ξεπερνά το όριο το οποίο είναι διατεθειμένη να διακρατήσει. Με την προσεκτική χρήση της αντασφάλισης, μία ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις οικονομικές επιπτώσεις μίας καταστροφικής ζημιάς. Οι αποφάσεις που μια επιχείρηση λαμβάνει όταν αποκτά αντασφαλιστική κάλυψη έναντι καταστροφών (π.χ. μέγεθος των ορίων διακράτησης και κάλυψης) είναι μοναδικές για κάθε επιχείρηση και ποικίλουν σημαντικά, ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο.

 

Η αντασφαλιστική σύμβαση

Η ασφαλιστική εταιρεία διαπραγματεύεται τους όρους της αντασφαλιστικής σύμβασης με βάση τις επιχειρηματικές της ανάγκες. Μια αντασφαλιστική σύμβαση αποζημιώνει την εκχωρούσα εταιρεία για ζημιές που προκύπτουν από ασφαλιστήρια συμβόλαια και καλύπτονται από την αντασφαλιστική σύμβαση. Ενώ δεν υπάρχουν πρότυπες αντασφαλιστικές συμβάσεις, οι συμβατικές (treaty) και οι προαιρετικές (facultative) συμφωνίες είναι οι δύο βασικοί τύποι που χρησιμοποιούνται και προσαρμόζονται ώστε να καλύπτουν τις επιμέρους ανάγκες της κάθε ασφαλιστικής εταιρείας. Τόσο οι συμβατικές όσο και οι προαιρετικές συμφωνίες μπορούν να γραφτούν ως αναλογικές ή υπερβάλλουσας ζημίας ή ως συνδυασμός και των δύο.

Μια αντασφαλιστική συμφωνία είναι μια ευρεία συμφωνία που καλύπτει ένα τμήμα μιας συγκεκριμένης κατηγορίας ή κατηγορίες επιχειρηματικής δραστηριότητας της ασφαλιστικής εταιρείας. Ιστορικά, οι συμβατικές συμφωνίες (treaty contracts) παραμένουν σε ισχύ για μεγάλα χρονικά διαστήματα και ανανεώνονται αυτόματα, εκτός εάν είναι επιθυμητή μια αλλαγή σε κάποιον από τους όρους τους. Η αντασφαλιστική σύμβαση αυτόματα καλύπτει όλους τους κινδύνους που σχετίζονται με την παραγωγή που εκχωρείται, εκτός εάν υπάρχει ειδική εξαίρεση. Οι συμβατικές συμφωνίες αντασφάλισης δεν απαιτούν μεμονωμένη εξέταση κάθε ασφαλιζόμενου κινδύνου, απαιτούν, ωστόσο, προσεκτική εξέταση της φιλοσοφίας ανάληψης κινδύνων, της πρακτικής και της ιστορικής εμπειρίας του εκχωρούντος, συμπεριλαμβανομένης και μιας εμπεριστατωμένης εκτίμησης της συμπεριφοράς της εταιρείας ως προς τη διαχείριση των ζημιών, καθώς και του γενικότερου υπόβαθρου της διοίκησης, των γνώσεών της και των επιδιώξεών της.

Αντίθετα, οι προαιρετικές αντασφαλιστικές συμβάσεις καλύπτουν μεμονωμένα ασφαλιστήρια και επομένως συμφωνούνται και σε επίπεδο ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Μια προαιρετική συμφωνία καλύπτει ένα συγκεκριμένο κίνδυνο για τον αντασφαλιζόμενο. Ο αντασφαλιστής και ο αντασφαλιζόμενος συμφωνούν τους όρους και τις προϋποθέσεις αντασφάλισης για κάθε μια επιμέρους σύμβαση. Οι προαιρετικές αντασφαλιστικές συμβάσεις συχνά καλύπτουν ασυνήθεις εκθέσεις σε κίνδυνο.

Επειδή είναι τόσο συγκεκριμένες, οι προαιρετικές αντασφαλιστικές συμφωνίες απαιτούν μεγάλο αριθμό προσωπικού και τεχνικών μέσων για την αναδοχή μεμονωμένων κινδύνων. Επιπλέον, συχνά οι προαιρετικές αντασφαλιστικές συμφωνίες συνδέονται με μεγάλη πιθανότητα ζημίας. Ως εκ τούτου, ο αντασφαλιστής πρέπει να έχει την απαιτούμενη εξειδίκευση ώστε να μπορεί να καλύψει κάθε μια έκθεση σε κίνδυνο ξεχωριστά.

Οι προαιρετικές αντασφαλιστικές συμβάσεις μπορούν να συμπληρώνουν τις συμβατικές συμφωνίες, στο βαθμό που αυτές περιλαμβάνουν συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως μακρόχρονης διάρκειας κατασκευαστικά έργα ή την κατασκευή πυρομαχικών. Οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να καλύπτουν κενά που αφήνουν οι συμβατικές αντασφαλιστικές συμφωνίες, συμφωνώντας σε μια προαιρετική σύμβαση για ένα συγκεκριμένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή μια ομάδα ομοειδών ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Επιπλέον, ορισμένες κατηγορίες κινδύνων που μπορεί να καταλήξουν με υψηλές ζημίες υπάρχει περίπτωση να επηρεάσουν αρνητικά το επίπεδο της κάλυψης που προσφέρει η συμβατική συμφωνία αντασφάλισης στην ασφαλιστική εταιρεία. Μολονότι δεν αποκλείονται από τη συμβατική συμφωνία αντασφάλισης, οι κίνδυνοι αυτοί μπορούν να εκχωρηθούν επιπλέον και στο πλαίσιο μιας προαιρετικής σύμβασης αντασφάλισης. Για παράδειγμα, προκειμένου να εξυπηρετήσει πελάτη της, μια ασφαλιστική εταιρεία που κανονικά δεν ασφαλίζει εμπορικούς στόλους οχημάτων, μπορεί να συμφωνήσει να το κάνει. Η ασφαλιστική εταιρεία μπορεί στη συνέχεια να επιδιώξει να αντασφαλίσει προαιρετικώς το συγκεκριμένο συμβόλαιο πέρα και πάνω από την ισχύουσα συμβατική αντασφαλιστική συμφωνία. Η προαιρετική συμφωνία μπορεί να παρέχεται από άλλον αντασφαλιστή από αυτόν ο οποίος παρέχει την συμβατική συμφωνία.

Οι αντασφαλιστές αγοράζουν επίσης τη δική τους προστασία της αντασφάλισης, η οποία ονομάζεται αντεκχώρηση, με τον ίδιο τρόπο και για τους ίδιους λόγους που αντασφαλίζεται η εκχωρούσα εταιρεία πρωτογενώς. Προστατεύοντας τους αντασφαλιστές από καταστροφικές απώλειες, καθώς και μια συσσώρευση μικρότερων ζημιών, η αντεκχώρηση σταθεροποιεί τα αποτελέσματα του αντασφαλιστή, επιμερίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον κίνδυνο.

Οι σχέσεις με τους αντασφαλιστές μπορούν να είναι από πολύ απλές έως ιδιαίτερα πολύπλοκες. Η ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να συνάπτει μια αντασφαλιστική σύμβαση για την κάλυψη συγκεκριμένων ζημιών ή να συνάψει διαφορετικές αντασφαλιστικές συμβάσεις έως ότου επιτευχθεί το επιθυμητό επίπεδο διασφάλισης μέσω αντασφάλισης. Αυτή η διαδικασία, γνωστή ως επιμερισμός σε τμήματα (layering – layers), χρησιμοποιεί δύο ή περισσότερες συμφωνίες αντασφάλισης για να επιτύχει το επιθυμητό επίπεδο κάλυψης. Τη στιγμή που εμφανίζεται η ζημία, οι αντασφαλιστές ανταποκρίνονται με μια προκαθορισμένη σειρά, εφόσον χρειάζεται, προκειμένου να καλύψουν τη ζημία. Ο επιμερισμός σε τμήματα επιτρέπει στην ασφαλιστική εταιρεία να εξασφαλίσει το είδος και το ποσό της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής προστασίας που επιθυμεί.

Υπάρχουν ορισμένες βασικές αρχές (εκτός από την θεμελιώδη αρχή της καλής πίστης) που διέπουν όλες τις αντασφαλιστικές συμφωνίες, ανεξάρτητα από το πόσο απλές ή σύνθετες είναι. Πρώτον, τα μόνα μέρη μιας αντασφαλιστικής συμφωνίας είναι ο αντασφαλιστής και ο αντασφαλιζόμενος. Όλα τα συμβατικά τους δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αφορούν αποκλειστικά τα δύο αυτά μέρη. Δεύτερον, οι πληρωμές που μπορεί να γίνουν στο πλαίσιο της αντασφαλιστικής σύμβασης είναι περιουσιακό στοιχείο της εκχωρούσας επιχείρησης. Τέλος, ως σύμβαση αποζημίωσης, η αντασφάλιση είναι πληρωτέα, τις περισσότερες φορές, μόνο μετά την καταβολή από την ασφαλιστική εταιρεία της οφειλόμενης αποζημίωσης με βάση τη δική της ασφαλιστική ή αντασφαλιστική συμφωνία. Εξαίρεση σε αυτόν τον τελευταίο κανόνα νοείται μόνο στο πλαίσιο αφερεγγυότητας του ασφαλιστή, όπου ο αποδέκτης της ασφαλιστικής αποζημίωσης δύναται να στραφεί προς τον αντασφαλιστή για είσπραξη.

 

Χαρακτηριστικά του κινδύνου αντασφάλισης

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, οι δύο κύριοι τύποι αντασφαλιστικών συμβάσεων είναι η αναλογική και αυτή της υπερβάλλουσας ζημίας. Στο πλαίσιο της αναλογικής αντασφάλισης, ο αντασφαλιζόμενος και ο αντασφαλιστής μοιράζονται αυτόματα το σύνολο των ασφαλίστρων και των ζημιών που καλύπτονται από τη σύμβαση με βάση προκαθορισμένο ποσοστό, και έτσι μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχουν ιδιαιτερότητες που πρέπει να περιγραφούν για τον κίνδυνο τον σχετιζόμενο με τις συμβάσεις αυτού του τύπου. Από την άλλη πλευρά, μεγάλη αβεβαιότητα χαρακτηρίζει τον κίνδυνο που σχετίζεται με συμβάσεις αντασφάλισης υπερβάλλουσας ζημιάς. Αυτή η αβεβαιότητα απορρέει από το γεγονός ότι το επίπεδο του κινδύνου εξαρτάται από τη φύση του αντικειμένου που αντασφαλίζεται. Πέρα και πάνω από τον πραγματικό κίνδυνο που εγγυάται, ο αντασφαλιστής πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τη γενικότερη σταθερότητα του αντασφαλιζόμενου, καθώς και το επίπεδο της κάλυψης στο οποίο ο αντασφαλιστής καλείται να συμμετάσχει.

Η αντασφάλιση, και ιδιαίτερα η αντασφάλιση υπερβάλλουσας ζημιάς, χαρακτηρίζεται από χαμηλή συχνότητα απαιτήσεων αλλά υψηλό δείκτη ζημιών, και κανένα από τα δύο δεν είναι προβλέψιμο. Ως εκ τούτου, οι αντασφαλιστές μπορεί να κληθούν να απορροφήσουν ένα δυσανάλογο μερίδιο των συνολικών ζημιών. Τα είδη των ασφαλιστικών καλύψεων στα οποία αργούν περισσότερο να εμφανιστούν οι ζημιές αποτελούν το σοβαρότερο πρόβλημα για τους αντασφαλιστές. Συμβαίνει οι αντασφαλιστές να εισπράττουν ασφάλιστρα τώρα για ζημίες που θα πληρώσουν στο μέλλον, το τελικό ποσό των οποίων θα τελεσιδικήσει στο οικονομικό, κοινωνικό και νομικό περιβάλλον που θα ισχύει στο μέλλον.

Τα έξοδα ζημιών της ασφάλισης καθορίζονται από ένα συνδυασμό συχνότητας (αριθμός αξιώσεων ανά μονάδα), σοβαρότητας (μέσο κόστος κάθε αξίωσης) και του συνολικού αριθμού των ασφαλισμένων μονάδων. Συνήθως, όσο υψηλότερος είναι ο αριθμός των παρόμοιων μονάδων που ασφαλίζονται τόσο πιο αξιόπιστα είναι τα δεδομένα. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, ιδιαίτερα στην ασφάλιση αστικής ευθύνης ζημιών αυτοκινήτου. Υπάρχουν πολλά ασφαλισμένα αυτοκίνητα και η συχνότητα των αξιώσεων αποζημίωσης είναι σχετικά σταθερή από έτος σε έτος. Αυτή η μέθοδος αξιολόγησης των ασφαλιστικών κινδύνων, ωστόσο, συχνά δεν είναι εφαρμόσιμη στην αντασφάλιση. Σχετικά και αξιόπιστα στοιχεία ζημιών δεν είναι συχνά διαθέσιμα. Σε αντίθεση με τον πρωτασφαλιστή, ο αντασφαλιστής βασίζεται πολύ περισσότερο στην επαγγελματική του κρίση και πείρα για την αξιολόγηση της έκθεσής του στον κίνδυνο.

Γενικά, οι ασφαλιστικές συμβάσεις αστικής ευθύνης παραδοσιακά παρέχουν κάλυψη για ζημίες που μπορεί να προκύψουν καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης, ανεξάρτητα από τον χρόνο που γνωστοποιείται η ζημία στην εταιρεία. Αυτό το είδος της σύμβασης, που ονομάζεται «lossoccurrence», αφήνει τον ασφαλιστή εκτεθειμένο σε αξιώσεις που είναι πιθανό να του γνωστοποιηθούν πολλά χρόνια μετά τη λήξη του συμβολαίου. Τέτοιες εκθέσεις στον κίνδυνο, όπως η περιβαλλοντική ευθύνη, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες σε αυτόν τον παράγοντα του λανθάνοντος χρόνου και είναι γνωστές ως «μακριές ουρές» («long tails»).

Τέτοιες καθυστερήσεις στην γνωστοποίηση των ζημιών δημιουργούν σοβαρά προβλήματα σε όλους τους ασφαλιστές, αλλά υπάρχουν έντονες διαφορές στα μοτίβα εξέλιξης ζημιών για τους αντασφαλιστές, που οφείλονται κατά κύριο λόγο στο στοιχείο ιδίας κράτησης που χαρακτηρίζει τις αντασφαλιστικές συμφωνίες υπερβάλλουσας ζημίας. Πολλές απαιτήσεις δεν αποτιμώνται αρχικά στο τελικό κόστος. Επειδή η ζημία καλύπτεται από το ποσοστό ιδίας κράτησης του αντασφαλιζόμενου όπως αυτό ορίζεται στη σύμβαση αντασφάλισης, ο αντασφαλιζόμενος πολλές φορές δεν γνωστοποιεί αυτές τις απαιτήσεις στον αντασφαλιστή.

Ωστόσο, όταν τελικά αποζημιωθεί η αξίωση, μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό ιδίας κράτησης. Σε αυτό το χρονικό σημείο συνήθως, και αφού έχει περάσει αρκετός χρόνος, ο αντασφαλιστής ενημερώνεται για τη ζημία. Οι αντασφαλιστές προσπαθούν να αμβλύνουν το πρόβλημα αυτό απαιτώντας να τους γνωστοποιούνται όλες οι σοβαρές ζημίες, ανεξάρτητα από το αποθεματικό του ασφαλιστή, και πραγματοποιώντας επιτόπιες επισκέψεις για να εξετάσουν τους φακέλους ζημιών συμβολαίων που έχουν εκχωρηθεί προκειμένου να προσδιορίσουν πιο σωστά την πιθανότητα να κληθούν να αποζημιώσουν στο πλαίσιο της αντασφαλιστικής σύμβασης.

Ασφαλιστές και αντασφαλιστές δημιουργούν αποθεματικά για ζημίες από αξιώσεις που έχουν προκύψει αλλά δεν έχουν ακόμα γνωστοποιηθεί (IBNR, Incured But Not Reported). Καθώς τέτοιες αξιώσεις γίνονται γνωστές στην εταιρεία, τα αποθεματικά αυτά, που αντιπροσωπεύουν πληρωμές μελλοντικών ζημιών, μειώνονται.

Επειδή το IBNR είναι μια σημαντική συνιστώσα των αποθεματικών του αντασφαλιστή, γίνεται μεγάλη προσπάθεια για να αυξηθεί η αξιοπιστία των υπολογισμών που θα τα προσδιορίσουν. Ωστόσο, παρά τη χρήση εξελιγμένων επαγγελματικών τεχνικών, τα αποθεματικά αυτά είναι εξαιρετικά ευαίσθητα σε μεταβολές στο οικονομικό, κοινωνικό και νομικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, αποτελούν ουσιαστικά πάντα την καλύτερη δυνατή εκτίμηση μελλοντικών πληρωμών ζημιών.

Εάν τα IBNR αποθεματικά αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό μέρος των συνολικών αποθεματικών έναντι ζημιών της εταιρείας, τότε οι επιπτώσεις αυτών των άγνωστων ζημιών από αξιώσεις που απορρέουν από ληγμένα ασφαλιστήρια συμβόλαια στις συνολικές ζημίες είναι πιθανό να είναι μικρές. Αντίθετα, εάν τα IBNR αποθεματικά αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο τμήμα των αποθεματικών της εταιρείας, ο αντίκτυπος στις συνολικές ζημίες που αναφέρθηκαν σχετικά με ασφαλιστήρια του παρελθόντος μπορεί να είναι σημαντικός. Οι αντασφαλιστές, ιδίως εκείνοι που συμμετέχουν σε ασφάλιση ατυχήματος και εργατικές αποζημιώσεις εμπίπτουν σε αυτήν την τελευταία κατηγορία.

Οι επιπτώσεις του πληθωρισμού στην υποχρέωση ασφαλιστικής αποζημίωσης απορρέουν συνήθως από τις αυξήσεις στο κόστος ζωής, καθώς και την αύξηση του ποσού αποζημίωσης που επιδικάζεται, το οποίο αυξάνει αντίστοιχα και τα ποσά εξωδικαστικών συμβιβασμών. Η επίδραση είναι ιδιαίτερα έντονη στους αντασφαλιστές επειδή οι ζημίες γι’ αυτούς εξελίσσονται πιο αργά και μπορεί να μην περιορίζονται από κάποιο ποσοστό ιδίας κράτησης. Εάν οι ζημίες πληρώνονται σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση του ασφαλιστήριου συμβολαίου, ο πληθωρισμός έχει μικρή επίπτωση στο ποσό της αποζημίωσης. Σε πολλές περιπτώσεις, ο αντασφαλιστής δεν γνωρίζει για χρόνια την ύπαρξη αποζημιώσεων που θα κληθεί να καταβάλει. Ως αποτέλεσμα αυτού, οι επιπτώσεις του πληθωρισμού για τους αντασφαλιστές μπορεί να είναι δραματικές.

Στην πραγματικότητα, κατά την τελευταία δεκαετία, τα επίπεδα διακράτησης ξεπεράστηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα από το αναμενόμενο σε όλα σχεδόν τα είδη ασφάλισης.