• Σήμερα είναι: Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου, 2020

Αναμορφώνοντας το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα

Χρήστος Δεληγιάννης

FSI senior manager, Deloitte Χατζηπαύλου Σοφιανός & Καμπάνης Α.Ε.

Τα τελευταία τρία χρόνια έχει υπάρξει σε παγκόσμιο επίπεδο τεράστια συζήτηση για τον εντοπισμό των συστημικών αδυναμιών που οδήγησαν στην παρούσα χρηματοοικονομική κρίση. Έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδων αναφορικά με την ευθύνη των τραπεζιτών, των οίκων αξιολόγησης, των ελεγκτικών οίκων, της επάρκειας του θεσμικού πλαισίου και της ανάγκης επαρκούς, αξιόπιστης και αποτελεσματικής εποπτείας. Οι κύριες απόψεις από διαφορετικές γωνιές του πλανήτη φαίνεται να συγκλίνουν ότι υπήρχε ένα έλλειμμα επαρκούς εποπτείας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν διαφορετικοί λόγοι για την εξάπλωση της κρίσης σε κάθε χώρα.

 

Ο βαθμός λήψης αποφάσεων και θέσπισης διορθωτικών δράσεων σε κάθε χώρα διαφέρει σημαντικά. Οι ΗΠΑ φαίνεται ότι κινήθηκαν πολύ γρήγορα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες στην αναμόρφωση των θεσμών, το Ηνωμένο Βασίλειο ακολουθεί με μικρή απόσταση, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση, με την αργή διαδικασία λήψης αποφάσεων που την χαρακτηρίζει, έχει καθυστερήσει στην αντίστοιχη αναμόρφωση. Κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια αναμόρφωσης των αγορών και του τραπεζικού συστήματος έχει η μόνιμη Επιτροπή της Βασιλείας. Τον Οκτώβριο του 2010, στην αναφορά της προς τους ηγέτες των G20, διαπιστώνει ότι η κρίση αποκάλυψε τις αδυναμίες του τραπεζικού τομέα, όπως η υψηλή μόχλευση, η ελλιπής ή χαμηλή ποιότητα ιδίων κεφαλαίων, καθώς και η ανεπάρκεια αποθεμάτων ρευστότητας. Επισημαίνει ότι το βάθος και η ένταση της κρίσης οξύνθηκε, μεταξύ άλλων, και από τη διασύνδεση και αλληλεξάρτηση των συστημικά σημαντικών χρηματοπιστωτικών ομίλων. Στο πλαίσιο αυτών των διαπιστώ- σεων η Επιτροπή προτείνει ένα πλαίσιο, το οποίο έχει επικρατήσει να αναφέρεται ως «Βασιλεία ΙΙΙ», που προσπαθεί να επιλύσει τις ενδογενείς αδυναμίες του υφιστάμενου μοντέλου, τόσο σε επίπεδο κάθε τράπεζας αλλά και αντιμετώπισης των ευρύτερων συστημικών κινδύνων.

 

Οι κυριότερες προτάσεις της Βασιλείας ΙΙΙ αφορούν:

– Την αύξηση της ποιότητας των κεφαλαίων που τηρούν οι τράπεζες, ώστε να διασφαλιστεί ότι είναι σε καλύτερη θέση να απορροφήσουν ζημιές, ανεξαρτήτως εάν λειτουργούν με την υπόθεση της συνεχιζόμενης δραστηριότητας ή όχι.

– Την αύξηση της κάλυψης του κινδύνου, ειδικά για το εμπορικό χαρτοφυλάκιο τίτλων, τις τιτλοποιήσεις, τις εκτός ισολογισμού συναλλαγές και νομικά οχήματα, καθώς και τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου που συνδέεται με τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

– Την αύξηση του επιπέδου των ελαχίστων κεφαλαιακών απαιτήσεων.

– Την εισαγωγή ενός διεθνούς εναρμονισμένου δείκτη μόχλευσης, ώστε να συγκρατηθεί η συσσώρευση υπερβολικής μόχλευσης στο σύστημα.

– Την θέσπιση αυστηρότερων απαιτήσεων για την διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης (Πυλώνας 2) και τις δημόσιες γνωστοποιήσεις (Πυλώνας 3), σε συνδυασμό με πρόσθετες οδηγίες στους τομείς των πρακτικών αποτίμησης, προσημείωση ακραίων καταστάσεων, διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας, εταιρική διακυβέρνηση και τις αμοιβές της διοίκησης.

– Παρουσιάζονται παγκόσμια πρότυπα ρευστότητας που περιλαμβάνουν τόσο ένα βραχυπρόθεσμο δείκτη κάλυψης ρευστότητας καθώς και ένα μακροπρόθεσμο διαρθρωτικό δείκτη.

– Προώθηση της απαιτούμενης συσσώρευσης κεφαλαιακών αποθεμάτων στις ημέρες ευημερίας, τα οποία θα έχουν ως σκοπό να αντλούνται σε περιόδους χρηματοοικονομικών δυσκολιών και θα περιλαμβάνουν και ένα επιπλέον στρώμα κεφαλαίων με σκοπό την προστασία του τραπεζικού συστήματος στις περιόδους έντονης πιστωτικής επέκτασης.

Οι ανωτέρω δράσεις που προτείνει η Επιτροπή της Βασιλείας δεν αναμένεται ότι θα έχουν εφαρμογή πριν το 2018. Όπως αναφέρεται και ανωτέρω, οι ΗΠΑ έχουν αναλάβει ήδη νομοθετικές δράσεις προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ενδογενείς αδυναμίες του συστή- ματος. Τον ίούλιο του 2010 η Γερουσία ψήφισε το νόμο για την αναμόρφωση των χρηματιστηριακών αγορών, καθώς και την προστασία των καταναλωτών («Wall Street and Consumer Protection Act»), ο οποίος συχνά αναφέρεται ως νόμος Dodd – Frank, λόγω της σημαντικής επιρροής που άσκησαν τα δύο μέλη του Κογκρέσου στους βασικούς άξονες του νομοθετήματος. Ο στόχος του εν λόγω νόμου είναι να διευρύνει τη διαφάνεια στο χρηματοοικονομικό σύστημα, την αποφυγή δημιουργίας νέων πολύ μεγάλων οργανισμών («too big to fail»), να προστατευθούν οι φορολογούμενοι από υπέρογκα πακέτα διασώσεων και να προστατευθούν οι καταναλωτές από καταχρηστικές τραπεζικές πρακτικές. Για το σκοπό αυτό υπάρχει μια αναμόρφωση στο υπάρχον κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο, με τη δημιουργία νέων εποπτικών αρχών, καθώς και τη συγχώνευση ή κατάργηση άλλων.

Oι κυριότερες αλλαγές που επέρχονται αφορούν:

α) Τη χρηματοοικονομική σταθερότητα: Συστήνεται Συμβούλιο Εποπτείας Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (Financial Stability Oversight Council), με σκοπό την παρακολούθηση του κινδύνου αστάθειας λόγω δυσκολιών ή κατάρρευσης ενός χρηματοπιστωτικού οργανισμού. Προκειμένου να μπορέσει το Συμβούλιο να επιτελέσει το σκοπό του, θα υποστηρίζεται από την Υπηρεσία Χρηματοοικονομικών Ερευνών (Office of Financial Research). Παράλληλα, η Κεντρική Τράπεζα, η γνωστή Federal Reserve, αναλαμβάνει την υποχρέωση της εποπτείας όλων των «συστημικά» σημαντικών χρηματοοικονομικών οργανισμών.

β) Τη μεθοδική εκκαθάριση: Η πτώση πολυεθνικών κολοσσών το 2008, όπως η Lehman Brothers, αποκάλυψε ότι πέρα από τη διάσωσή τους είναι επίσης εξαιρετικά πολύπλοκη και δαπανηρή η εκκαθάρισή τους. Κατόπιν και των εισηγήσεων της Επιτροπής της Βασιλείας, συνίστανται νέες νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες απαιτούν από πολυεθνικούς χρηματοοικονομικούς ομίλους να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές σχέδιο για την ταχεία και μεθοδική εκκαθάρισή τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο νόμος Dodd – Frank ιδρύει την Αρχή Μεθοδικής Εκκαθάρισης (Orderly Liquidation Authority), η οποία θα καθορίσει το σχετικό σύστημα για όλους τους «συστημικά» σημαντικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

γ) Τα χρηματοοικονομικά παράγωγα: Πριν την εν λόγω νομοθεσία, η δραστηριότητα που σχετιζόταν με τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα εκτός οργανωμένων αγορών, τα γνωστά ως over-the-counter, δεν υπόκεινταν σε κάποιο συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο. Πλέον οι τραπεζικοί οργανισμοί θα επιτρέπεται να εισέρχονται μόνο σε τριών ειδών συναλλαγές παραγώγων ανταλλαγής: επιτοκίων, ισοτιμιών και πιστωτικού κινδύνου (credit default)

Το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο δεν έχει ολοκληρωθεί προς το παρόν, αλλα υπάρχουν σκέψεις να επιβληθεί οι ανωτέρω επιτρεπόμενες συναλλαγές να πρέπει να επισυνάπτονται με αντισυμβαλλόμενους οργανισμούς οι οποίοι επίσης εποπτεύονται στις ΗΠΑ, ενώ να απαιτούνται και εξασφαλίσεις.

δ) Το κανονιστικό πλαίσιο ασφαλιστικών εταιρειών: Πριν το νόμο Dodd – Frank δεν υπήρχε σε ομοσπονδιακό επίπεδο κάποια εποπτική αρχή, αλλά η αρμοδιότητα αυτή είχε εκχωρηθεί στις 52 πολιτείες, με αποτέλεσμα να υπάρχει δυσλειτουργία σε όποια προσπάθεια εναρμόνισης της ασφαλιστικής αγοράς. Κατά συνέπεια, η σύσταση της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφάλισης και η ανάπτυξη του σχετικού κανονιστικού πλαισίου μάλλον έμοιαζε μονόδρομος.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο θεωρείται ότι η παρούσα κρίση του τραπεζικού συστήματος είναι η εντονότερη των τελευταίων αιώνων, καθώς για να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση του κλάδου ήταν απαραίτητη η εθνικοποίηση δύο από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους. Κατά το βρετανικό Υπουργείο Οικονομικών και το σχετικό έγγραφο προτάσεων που έθεσε τον Ιούλιο του 2010 προς διαβούλευση, οι κύριοι λόγοι για την οικονομική κρίση συνοψίζονται στις παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες, τη μη ορθή κατανόηση των αναλαμβανόμενων κινδύνων και τη μη ορθολογική αποτίμησή τους, τα μη διατηρήσιμα μοντέλα χρηματοδότησης και επιχειρηματικής δραστηριότητας, την υπερβολική εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση, καθώς και τη μεγέθυνση ενός σκιώδους, μη υποκείμενου σε κανονιστικό πλαίσιο, τραπεζικού συστήματος. Επίσης, το υπάρχον βρετανικό εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο περιλαμβάνει τρεις διαφορετικές αρχές (την Κεντρική Τράπεζα, την Αρχή Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών – FSA και το Treasury) οι οποίες έφεραν την ευθύνη για την οικονομική σταθερότητα η κάθε μία για τον δικό της τομέα ευθύνης. Η αποτυχία του υπάρχοντος συστήματος θεωρείται ότι επήλθε λόγω της ανυπαρξίας μίας αρχής πουνα έχει τη συνολική ευθύνη για τον συντονισμό των δράσεων των επιμέρους υπηρεσιών. Σύμφωνα με τις προτάσεις του βρετανικού Υπουργείου Οικονομικών, προτείνεται η εποπτεία να ασκείται από την Κεντρική Τράπεζα και την «Αρχή Προ- στασίας Καταναλωτή και Αγορών».

Η Κεντρική Τράπεζα, με τη βοήθεια δύο νέων επιτροπών, θα εποπτεύει το μακροοικονομικό περιβάλλον (μέσω της Financial Policy Committee), ενώ ταυτόχρονα θα εποπτεύει τους συστημικά σημαντικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (μέσω της Prudential Regulatory Authority). Ταυτόχρονα, η Αρχή Προστασίας Καταναλωτή και Αγο- ρών (Consumer Protection & Markets Authority) θα εποπτεύει όλους τους μικρότερους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Κύρια προσπάθεια του νέου συστήματος εποπτείας είναι να ενισχυθεί η συνεργασία των εποπτικών αρχών και για το λόγο αυτό θα υπάρξει κοινή ανάπτυξη στόχων μέσα από μια ομάδα διακυβέρνησης η οποία, ώς ένα βαθμό, θα ταυτίζεται ώστε να διασφαλιστεί η κοινή στρατηγική. Επίσης, μια σημαντική διαφοροποίηση στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι η υιοθέτηση ήδη ενός πλαισίου διαχείρισης της ρευστότητας στη λογική των προτάσεων της Επιτροπής της Βασιλείας.

Σύμφωνα με το υιοθετημένο μοντέλο, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θα πρέπει να καταγράψουν το προφίλ αναλαμβανόμενου κινδύνου ρευστότητας, να πραγματοποιήσουν προσημείωση ακραίων καταστάσεων ρευστότητας και να ποσοτικοποιήσουν τις ανάγκες τους και, τέλος, να αναπτύξουν ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης χρηματοδότησης. Το σχέδιο θα περιλαμβάνει την αγορά ενός ελάχιστου επιπέδου απο- θεμάτων στοιχείων ενεργητικού, που θα προορίζονται για την εύρεση ρευστότητας σε περίοδο έκτακτης ανάγκης. Το ανωτέρω μοντέλο αναμένεται να είναι εν ισχύ το 2012.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης η θεωρητική, προς το παρόν, προσέγγιση επικεντρώνεται στην ανάπτυξη μιας στρατηγικής η οποία θα αντιμετωπίζει:

1. Την πρόληψη της κρίσης: Το κυρίαρχο στοιχείο θα είναι να υπάρξει μια κοινά αποδεκτή άποψη για τους λόγους που οδήγησαν στην κρίση και πώς θα καθοδηγηθούν οι απαραίτητες αλλαγές στο μακρο-οικονομικό, κανονιστικό και εποπτικό περιβάλλον που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποφυγή της επανάληψής της.

2. Τον έλεγχο και άμβλυνση της κρίσης: Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις, με την πρόληψη συστημικών αστοχιών που θα είχαν ως αποτέλεσμα την όξυνση της ύφεσης, με κύριο στόχο τη βραχυπρόθεσμη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της πραγματικής οικονομίας.

3. Την έξοδο από την κρίση: Με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για τους φορολογούμενους, τον περιορισμό των συστημικών κινδύνων και τη διασφάλιση επαρκούς προστασίας των καταναλωτών. Τέτοιες πολιτικές θα απαιτούν την υιοθέτηση προσωρινών μέτρων στήριξης, δράσεις για την αποκατάσταση της οικονομίας σε αειφόρο ανάπτυξη και τακτικές αναδιάρθρωσης των τραπεζικών ισολογισμών.

Στο πλαίσιο αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ξεκινήσει ένα ευρύ φάσμα διαβούλευσης που καλύπτει την εταιρική διακυβέρνηση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, τις ελεγκτικές υπηρεσίες, τους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, την εναρμόνιση του νομικού πλαισίου των χρηματοοικονομικών τίτλων, προστασία προσωπικών δεδομένων της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης από πολυεθνικούς ομίλους ανά χώρα, την αναπτυξιακή πολιτική κ.λπ.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η παρούσα χρηματοπιστωτική κρίση θα μεταβάλει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας, των αγορών και κυρίως των χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Η Επιτροπή της Βασιλείας, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ήδη δείξει το δρόμο και αναμένεται ότι θα ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την άλλη υπάρχουν και πολλές επι- κρίσεις στις ανωτέρω δράσεις. Σε μία έρευνα της Deloitte που αφορούσε την ανωτέρω αναφερόμενη προτεινόμενη αναμόρφωση του εποπτικού φάσματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, διαπιστώθηκε ότι τα στελέχη των βρετανικών τραπεζών θεωρούν ότι τα μέτρα είναι πολύ αυστηρά, οι απαιτήσεις σε ίδια κεφάλαια και αποθέματα ρευστότητας γίνονται πολύ υψηλές, ενώ ταυτόχρο- να θα αυξηθεί το κόστος συμμόρφωσης με το κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς όμως να επιλυθούν ακρογωνιαία αίτια της παρούσας κρίσης, όπως είναι η κατάρρευση της ενεργού αγοράς. Κατά συνέπεια, θεωρείται ότι το αποτέλεσμα θα είναι η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης των επιχειρήσεων σε τέτοιο βαθμό που θα αποτελέσει ανάχωμα στην ανάπτυξη της οικονομίας, ενώ δεν γίνεται αντιληπτό από πού θα αντληθούν τα επιπλέον κεφάλαια που απαιτούνται. Όπως κάποιο στέλεχος ανέφερε κατά την συνέντευξή του για τη μελέτη, «δεν μπορεί να περιμένουμε από κάποιον που έπαθε συγκοπή να τρέξει μαραθώνιο», συνοψίζοντας με αυτά τα λόγια την πεποίθησή του για την αυστηρότητα των μέτρων, χωρίς να επιλύονται, στην πραγματικότητα, τα αιτία της κρίσης.

Σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπου οι τράπεζες δημιούργησαν τη διόγκωση των δημόσιων χρεών λόγω των υπέρογκων ποσών που απαιτήθηκαν για τη διάσωσή τους, στην Ελλάδα οι τράπεζες είχαν μία μάλλον συντηρητική προσέγγιση ως προς τον αναλαμβα- νόμενο κίνδυνο και γι’ αυτό δεν είχαν επενδύσει σχεδόν καθόλου σε εξωτικά (τοξικά) χρηματοοικονομικά προϊόντα. Αντιθέτως, το πρόβλημα του δημόσιου χρέους ήταν αυτό που δημιούργησε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, λόγω των επενδύσεων σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου αλλά και της αναμενόμενης αύξησης των επισφαλειών λόγω της κατάρρευσης των οικογενειακών προϋπολογισμών. Ανεξάρτητα όμως από τα αίτια της ελληνικής κρίσης, οι τράπεζές μας θα επηρεαστούν σε μεγάλο βαθμό από τις αλλαγές που επέρχονται σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο.