• Σήμερα είναι: Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου, 2020

Αντιμετώπιση των προκλήσεων της αποτελεσματικής διαχείρισης των δημοσίων οικονομικών Ross Campbell

Ross Campbell

Διευθυντής, Δημόσιος Τομέας, Ινστιτούτο Ορκωτών Λογιστών Αγγλίας και Ουαλίας (ICAEW)

Μετάφραση: Μαρία Τυροβολά, Γραφείο Διεθνών Σχέσεων Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (ΣΟΕΛ).

Οι κυβερνήσεις δαπανούν σχεδόν το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Στις χώρες του ΟΟΣΑ ο μέσος όρος κυβερνητικών δαπανών είναι 46% του ΑΕΠ. Ενώ το μέγεθος του «δημόσιου τομέα» ποικίλλει από χώρα σε χώρα –ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 49% της εγχώριας οικονομίας– ο υγιής δημόσιος τομέας αποτελεί, συνήθως, κρίσιμο παράγοντα για την εξασφάλιση υγιούς ευρύτερης οικονομίας. Οι κρατικές δαπάνες, είτε για την εκπαίδευση είτε για τις υποδομές ή για την έρευνα υποστηρίζουν πολύ την οικονομική δραστηριότητα και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι συχνά θέτουν το πλαίσιο των κανόνων εντός του οποίου λειτουργούν οι επιχειρήσεις και οι αγορές.

Καθώς οι χώρες σε όλο τον κόσμο αναπτύσσονται και τα εθνικά εισοδήματα αυξάνονται, η επιχειρηματική της επιτυχημένης διαχείρισης, τόσο της οικονομίας όσο και των δημοσιονομικών, έχει γίνει πιο περίπλοκη. Οι κυβερνήσεις συνάπτουν μακροπρόθεσμες συμφωνίες, όπως συνεταιρισμούς δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, και αναλαμβάνουν υποχρεώσεις που τους επιβάλλουν να έχουν πιο προηγμένη κατανόηση των μακροπρόθεσμων συνεπειών των αποφάσεων. Ειδικότερα καθώς οι εν λόγω υποχρεώσεις συχνά σημαίνουν ότι τα μελλοντικά φορολογικά έσοδα έχουν δεσμευτεί για την κάλυψη των δαπανών για πολλά χρόνια μπροστά.

Τα τελευταία χρόνια, σχεδόν κάθε χώρα έχει βιώσει πιο αργή οικονομική ανάπτυξη και η παγκόσμια προοπτική για ανάπτυξη παραμένει αδύναμη. Το πιο πρόσφατο «World Economic Outlook», που δημοσιεύθηκε από το ΔΝΤ τον Απρίλιο, αναμένει να εξακολουθήσει να επιβραδύνεται η ανάπτυξη καθ’ όλο το 2016. Οι αυξήσεις στη φορολογία παρουσιάζουν γενικά μια ισχυρή συσχέτιση με την οικονομική ανάπτυξη του ΑΕΠ. Συνεπώς, αν οι οικονομίες αναπτύσσονται πιο αργά απ’ ό,τι το αυξανόμενο κόστος των δημόσιων δαπανών, θα υπάρξει μεγαλύτερη πίεση στα δημόσια οικονομικά. Κατά συνέπεια, σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις θα πρέπει να σκεφτούν πολύ πιο προσεκτικά τις συνέπειες των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν και τον τρόπο που θα διαχειρίζονται τις δημόσιες δαπάνες σε βιώσιμη βάση.

Στην πραγματικότητα, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει αυξανόμενη ανάγκη για τους ίδιους τύπους συστημάτων δημοσιονομικής διαχείρισης, τεχνικών και δεξιοτήτων που βρίσκονται στην επιχείρηση. Δεν είναι αρκετό απλά να σκεφτούμε βάσει εσόδων – εξόδων. Υπάρχει ανάγκη εφαρμογής σύγχρονων λογιστικών τεχνικών βάσει δεδουλευμένου, που έχουν χρησιμοποιηθεί στις επιχειρήσεις εδώ και δεκαετίες, ώστε να διασφαλιστεί ότι η οικονομική θέση της κυβέρνησης μπορεί να κατανοηθεί σωστά.

Ώρα για αλλαγή

Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι τεχνικές λογιστικής σε ταμειακή βάση ήταν ένας παράγοντας που συνέβαλλε στην ύπαρξη έλλειψης κατανόησης σχετικά με τις υποχρεώσεις που τα κράτη μέλη είχαν αναλάβει. Ενώ ορισμένες χώρες στην Ευρώπη, για παράδειγμα το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Σουηδία, έχουν χρησιμοποιήσει για πολλά χρόνια τη λογιστική βάσει δεδουλευμένου για τον δημόσιο τομέα, η πλειονότητα των κρατών μελών εξακολουθούν να βασίζονται στη λογιστική σε ταμειακή βάση σε εθνικό επίπεδο. Κατά συνέπεια, το έργο των EPSAS (Ευρωπαϊκών Λογιστικών Προτύπων Δημοσίου Τομέα) ξεκίνησε προκειμένου να αυξήσει και να εναρμονίσει το επίπεδο της δημόσιας λογιστικής σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό το άρθρο δεν θα αξιολογήσει άμεσα τις προτάσεις των EPSAS, αλλά θα επικεντρωθεί στις απαραίτητες προϋποθέσεις για την παροχή βελτιωμένης διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών –η οποία περιλαμβάνει την ανάγκη για μετάβαση στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση. Πολύ συχνά αυτό είναι το καθήκον του Υπουργείου Οικονομικών.

Ο ρόλος του Υπουργείου Οικονομικών στην απόφαση για αλλαγή

Το Υπουργείο Οικονομικών είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο ο θεματοφύλακας των δημόσιων οικονομικών –οι ρόλοι του μπορεί να μεταβάλλονται, αλλά, τελικά, πρωταρχικό καθήκον του είναι να διασφαλίζει ότι τα δημόσια οικονομικά είναι υγιή. Πιο συγκεκριμένα, να διασφαλίζει ότι τα σχέδια των κρατικών δαπανών είναι συνετά και μπορούν να εκπονηθούν εντός των αναμενόμενων εσόδων από τη φορολογία και άλλες πηγές. Με λίγα λόγια, να παρέχει οικονομική ασφάλεια για τη χώρα και τους πολίτες της και να διασφαλίζει ότι τα δημόσια οικονομικά είναι βιώσιμα.

Αυτός ο πρωταρχικός ρόλος συνεπάγεται άλλα καθήκοντα για το Υπουργείο Οικονομικών, τα οποία περιλαμβάνουν: τη διασφάλιση ότι οι προβλέψεις των εσόδων είναι ακριβείς, την εξασφάλιση της ύπαρξης ρυθμίσεων για την αποτελεσματική είσπραξη των εσόδων και ότι το δημόσιο χρήμα δαπανάται με σύνεση για την ανάλογη ληφθείσα αξία. Τα Υπουργεία Οικονομικών πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι υπάρχει αρκετή ευελιξία στα σχέδιά τους, ώστε να είναι σε θέση να αντισταθμίσουν τυχόν αλλαγές στις συνθήκες. Ιδίως εφόσον συμβούν απρόβλεπτα γεγονότα, θα πρέπει επίσης να εξασφαλίσουν ότι υπάρχουν επαρκή αποθέματα ή πρόσβαση σε δανεισμό, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι κρατικές δραστηριότητες και υπηρεσίες μπορούν ακόμα να παρέχονται. Όλα αυτά τα καθήκοντα συνεπάγονται την ανάγκη για ακριβή και έγκαιρη ενημέρωση –όχι μόνο για τα μετρητά που δαπανώνται ή εισπράττονται αλλά και για τις μελλοντικές υποχρεώσεις και τους πόρους που θα είναι διαθέσιμοι για να τα εξασφαλίσουν. Το Υπουργείο Οικονομικών θα πρέπει να είναι η φυσική εστίαση για τη βελτίωση της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών.

Τι πρέπει να γίνει;

Τέλος, η ζήτηση για καλύτερη δημοσιονομική διαχείριση στην κυβέρνηση πρέπει να προέλθει από τους φορείς χάραξης πολιτικής. Ενώ ο νομοθέτης μπορεί να απαιτήσει καλύτερη λογοδοσία, είναι η εκτελεστική εξουσία αυτή που θα πρέπει να λάβει την απόφαση να δοθεί προτεραιότητα στη βελτίωση της δημοσιονομικής διαχείρισης σε σχέση με άλλες ανταγωνιστικές πρωτοβουλίες αλλαγής. Συνεπώς, μια σαφής θέση για αλλαγή πρέπει να τεθεί στην εκτελεστική εξουσία ως προς τα οφέλη από τη βελτίωση και την ενίσχυση του επαγγελματισμού στην κυβερνητική λογιστική, η οποία θα επιτευχθεί με τη λογιστική βάσει δεδουλευμένου. Εάν, ως επαγγελματίες λογιστές, πιστεύουμε ότι οι δεξιότητες, η εμπειρία και οι γνώσεις μας μπορεί να συμβάλουν στη βελτίωση της διαχείρισης των οικονομικών της χώρας, έχουμε σαφή υποχρέωση να ενεργήσουμε προς το δημόσιο συμφέρον, προωθώντας το στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.

Ως επαγγελματίες λογιστές γνωρίζουμε επίσης ότι, αν θέλουμε να γίνει κάτι καλύτερο, κάποιος πρέπει να οριστεί υπεύθυνος γι’ αυτό και κάποιος να λογοδοτήσει επ’ αυτού που πραγματικά γίνεται. Έχουμε λοιπόν ένα άλλο καθήκον, το οποίο είναι να σταθούμε ως επάγγελμα που εθελοντικά θα αναλάβει μέρος της ευθύνης για την ανάπτυξη βελτιωμένων πρακτικών οικονομικής διαχείρισης στην κυβέρνηση.

Διαδραματίζοντας αυτόν τον ρόλο, οι επαγγελματίες λογιστές μπορεί να αποφέρουν ένα άλλο σημαντικό όφελος για τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών: την εμπειρία τους στο σχεδιασμό των συστημάτων εταιρικής διακυβέρνησης. Ειδικότερα, προσφέρουν την εμπειρία του σχεδιασμού συστημάτων για την υποστήριξη της διαχείρισης της αλλαγής και την εφαρμογή της σύγχρονης λογιστικής βάσει δεδουλευμένου.

Εισαγωγή των σωστών δεξιοτήτων στην κυβέρνηση

Προκειμένου να αναλάβει τις ευθύνες του, το Υπουργείο Οικονομικών δεν είναι αρκετό απλά να διαθέτει τα πλήρη οικονομικά στοιχεία βάσει δεδουλευμένου. Χρειάζεται επίσης τις κατάλληλες δεξιότητες οικονομικής διαχείρισης ώστε να τα αξιοποιήσει! Ειδικά δεξιότητες στην κατάρτιση του προϋπολογισμού, στην πρόβλεψη, εκτίμηση, χρηματοοικονομική ανάλυση, λογιστική, διαχείριση των κινδύνων, καθώς και στην ορθή κρίση. Ευτυχώς αυτές είναι πολλές από τις δεξιότητες που εμείς οι επαγγελματίες λογιστές έχουμε εκπαιδευτεί να έχουμε σε αφθονία! Δυστυχώς, σε πάρα πολλά σημεία, δεν υπάρχουν αρκετοί επαγγελματίες λογιστές που να εργάζονται σε δημόσιες υπηρεσίες ή σε διευθυντικές θέσεις. Αυτό πρέπει να αλλάξει.

Υπάρχει ευρέως αναγνωρισμένη αυξανόμενη ανάγκη για εισαγωγή σύγχρονων επιχειρηματικών πρακτικών και δεξιοτήτων δημοσιονομικής διαχείρισης στην κυβέρνηση. Διεθνείς οργανισμοί, όπως η Διεθνής Ομοσπονδία Λογιστών (IFAC) και η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Λογιστών (FEE), έχουν ένα ρόλο να διαδραματίσουν στην προώθηση του επαγγέλματος εντός της κυβέρνησης. Ωστόσο, θα χρειαστούν κυβερνητικές ενέργειες για την ενίσχυση των οικονομικών δεξιοτήτων των δημοσίων υπαλλήλων και κυρίως των δεξιοτήτων στα Υπουργεία Οικονομικών τους. Εάν οι αξιωματούχοι τους δεν έχουν πολύ καλή γνώση των βασικών στοιχείων χρηματοδότησης και του τρόπου με τον οποίο η σύγχρονη λογιστική καταχωρεί τα έσοδα και τις δαπάνες, οι υπουργοί δεν μπορούν να περιμένουν να λάβουν συμβουλές υψηλής ποιότητας.

Τελικές σκέψεις

Το πρώτο καθήκον κάθε κυβέρνησης είναι να εγγυηθεί την ασφάλεια και την ευημερία των πολιτών της. Η οικονομική ασφάλεια, που υποστηρίζεται από βιώσιμα δημόσια οικονομικά, αποτελεί ισότιμο μέρος αυτού του καθήκοντος, όσο και η φυσική ασφάλεια. Πράγματι, σε μακροπρόθεσμη βάση, χωρίς υγιή και βιώσιμα δημόσια οικονομικά, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη μορφή ασφάλειας. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό οι κυβερνήσεις να εκσυγχρονίσουν τη πρακτική δημοσιονομικής διαχείρισής τους, ώστε να συμβαδίζουν με τη σύγχρονη εποχή και την αυξανόμενη πολυπλοκότητα της διακυβέρνησης. Με τον τρόπο αυτό οι κυβερνήσεις πρέπει να αναγνωρίσουν την αξία των σύγχρονων λογιστικών πρακτικών και των επαγγελματιών λογιστών που τις ασκούν. Ως επαγγελματίες λογιστές έχουμε μια σαφή υποχρέωση να θέσουμε τις δεξιότητές μας στην υπηρεσία στήριξης του δημοσίου συμφέροντος: το μέλλον είναι στα χέρια μας!