• Σήμερα είναι: Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2020

«ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ» ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ( ΜΕΡΟΣ Β) Κωνσταντίνος Ιωαν. Νιφορόπουλος

Κωνσταντίνος Ιωαν. Νιφορόπουλος, Ορκωτός ελεγκτής – Λογιστής – Ωριων Α.Ε.

Η λογιστική στην αρχαιότητα: Βαβυλώνα, 2000 π.Χ.

Η «λογιστική» (με την έννοια του όρου που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες ), ως κλάδος της μαθηματικής επιστήμης, χρησίμευε κυρίως στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων (πρακτικά μαθηματικά) και στη συνέχεια εξελίχθηκε μαζί με την εξέλιξη του εμπορίου. «Η δημιουργία και η εξέλιξη των μαθηματικών βοήθησε στη δημιουργία και στην εξέλιξη άλλων επιστημών … Με δυο λόγια θα δούμε τα συστήματα των αριθμών που κατασκεύασαν οι άνθρωποι και την πρακτική αριθμητική στην πορεία του χρόνου, δηλαδή τα σύμβολα (ψηφία) και τους κανόνες που διατύπωσαν και τις πρακτικές μεθόδους που επινόησαν για την εκτέλεση υπολογισμών με αριθμούς για να διευκολύνουν τη ζωή τους και το έργο του εμπορίου.

Το αριθμητικό σύστημα των Βαβυλωνίων και η γραφή των αριθμών

Οι Βαβυλώνιοι γύρω στο 2000 π.Χ. είχαν αναπτύξει ένα σύστημα αρίθμησης με βάση το εξήντα (εξηκονταδικό σύστημα), το οποίο κληρονόμησαν από τους Σουμέριους.

Για τη γραφή των αριθμών στο σύστημα αυτό χρησιμοποιούσαν μόνο δύο σύμβολα, την κατακόρυφη σφήναclip_image023, για να παραστήσουν το 1, και τη διπλή σφήνα clip_image024, για να παραστήσουν το 10.

Άρα στο βαβυλωνιακό σύστημα η τιμή ενός συμβόλου δεν είναι εντελώς (μονοσήμαντα) καθορισμένη. Οι Βαβυλώνιοι, για να περιορίσουν αυτήν την αοριστία, δέχτηκαν ότι η τιμή κάθε συμβόλου εξαρτάται από τη θέση που κατέχει στη σημειογραφία του αριθμού, όπως ακριβώς κάνουμε και εμείς σήμερα με το δεκαδικό σύστημα αρίθμησης, όπου, για παράδειγμα, στον αριθμό 22 το αριστερό 2 σημαίνει δυο δεκάδες, δηλαδή 20 μονάδες, ενώ το δεξιό 2 σημαίνει δύο μονάδες. Για το λόγο αυτό τα συστήματα αυτά χαρακτηρίζονται θεσιακά.

[…] Η επινόηση του μηδενός αποδίδεται σήμερα στους Ινδούς, αυτό όμως φαίνεται να μην είναι εντελώς σωστό, γιατί η ιδέα της χρησιμοποίησης ενός συμβόλου σε μια ενδιάμεση θέση στην παράσταση των αριθμών ενός θεσιακού συστήματος αρίθμησης, που να δηλώνει πως δεν υπάρχουν μονάδες στη θέση αυτή, δηλαδή ενός συμβόλου μηδέν, ανήκει στους Βαβυλώνιους, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν σε αστρονομικά κείμενα από το 300 π.Χ. Δεν είναι λοιπόν καθόλου απίθανο η επινόηση του μηδενός από τους Ινδούς να είχε τη ρίζα της στους Βαβυλώνιους.

Σημείωση 1: Αξίζει να σημειωθεί ότι η υποδιαίρεση της ώρας σε 60 λεπτά και κάθε λεπτού σε 60 δεύτερα, καθώς και η υποδιαίρεση της μοίρας σε 60 πρώτα λεπτά και κάθε πρώτου σε 60 δεύτερα, είναι κατάλοιπα του εξηκονταδικού συστήματος.

Σημείωση 2: Οι Σουμέριοι ήταν λαός που κατοικούσε την αρχαία Σουμερία, μια περιοχή στα νότια της Μεσοποταμίας, 3500 χρόνια π.Χ. Είχαν αναπτύξει σπουδαίο πολιτισμό και θεωρούνται από τις πιο αξιόλογες ομάδες στην ιστορία του ανθρώπου. Μερικά από τα επιτεύγματά τους είναι τα ακόλουθα: Δημιούργησαν τις πρώτες πόλεις-κράτη. Επινόησαν τη σφηνοειδή γραφή. Επινόησαν ένα αριθμητικό σύστημα το οποίο, στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ., εξελίχθηκε σε εξηκονταδικό θεσιακό σύστημα. Οι Σουμέριοι στην αρχή της 2ης χιλιετίας π.Χ. αναμείχθηκαν με τους Ακκάδες που κατοικούσαν βορειότερα και απετέλεσαν την πρώτη βαβυλωνιακή δυναστεία (1900-1600 π.Χ.)

Σημείωση 3: Η επιλογή του 60 ως βάση του συστήματος των Βαβυλωνίων πιθανόν να έχει σχέση με το έτος εκείνης της εποχής, που το υπολόγιζαν σε 360 ημέρες. Μπορεί ακόμη στην επιλογή του να έπαιξε ρόλο και το ότι διαιρείται με πολλούς αριθμούς (τους: 2, 3, 4, 5, 6, 10, 12, 15,20, 30)».

(Πηγή: Ηλέκτρα Καμπουράκη-Πατεράκη, «Η λογιστική στην καθημερινή ζωή των αρχαίων», http://www.patris.gr/articles/54473/18802?PHPSESSID=#.VWX7vlI2Wfw)

Το «Γλυζούνι ή Γλυτζούνι»: Ελληνισμός της διασποράς, 1568 μ.Χ.

«Το 1568 τυπώθηκε στη Βενετία ένα λαϊκό βιβλίο πρακτικής αριθμητικής με τίτλο: Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν αριθμητικήν ή μάλλον ειπείν την λογαριαστικήν και περί του πώς να ευρίσκει έκαστος το Άγιον Πάσχα και τέλειον Πασχάλιον και περί ευρέσεως σελήνης εν ποία ημέρα γίνεται η γέννα αυτής. Συγγραφέας του βιβλίου αυτού είναι ο Εμμανουήλ Γλυζώνιος. Είναι το δεύτερο ελληνικό βιβλίο αριθμητικής που τυπώθηκε μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας και για 250 χρόνια ήταν το πιο γνωστό και το πιο διαδεδομένο λαϊκό βιβλίο αριθμητικής. Η πλατιά διάδοσή του και η μεγάλη ζήτησή του στο διάστημα αυτό είχαν σαν αποτέλεσμα να επανεκδοθεί 10 φορές! Οι επανεκδόσεις του, που έγιναν τα έτη 1724, 1750, 1765 (2 εκδόσεις), 1779, 1783 (2 εκδόσεις), 1804, 1805, και 1818, πραγματοποιήθηκαν όλες σε διάφορα τυπογραφεία της Βενετίας.

Ο λαός τού έδωσε τον τίτλο «Γλυζούνι» ή «Γλυτζούνι», από το όνομα του συγγραφέα και με τον τίτλο αυτό καθιερώθηκε και έγινε ευρύτερα γνωστό. Ο Εμμανουήλ Γλυζώνιος ή Γλυτζούνης γεννήθηκε στη Χίο το 1540. Εκεί διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα και αργότερα πήγε στην Ιταλία, όπου συμπλήρωσε τις σπουδές του. Πολύ νέος εγκαταστάθηκε στη Βενετία, στην πόλη με τη μεγάλη τυπογραφική δραστηριότητα. Αρχικά εργάστηκε ως διορθωτής στα εκεί ελληνικά τυπογραφεία και αργότερα ασχολήθηκε με τις εκδόσεις και το εμπόριο. Η αγάπη του για τα γράμματα και τα βιβλία και η σχέση του με το εμπόριο βοήθησαν σε αυτό και τον ώθησαν να γράψει και να εκδώσει τη Λογαριαστική του. Το βιβλίο, γραμμένο σε απλή γλώσσα της εποχής του, απευθυνόταν σε αυτούς που ασχολούνταν ή ήθελαν να ασχοληθούν με το εμπόριο (οι περισσότεροι Έλληνες της διασποράς είχαν εμπορικές δραστηριότητες)».

(Πηγή: Ηλέκτρα Καμπουράκη-Πατεράκη, « Εμμανουήλ Γλυζώνιος και η Λογαριαστική του, πιο γνωστή ως Γλυτζούνι», http://www.patris.gr/articles/105852?PHPSESSID=#.VWX9B1I2Wfw. Ολόκληρο το βιβλίο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.lib.uoa.gr/hellinomnimon/0709011147050000/main.htm.

Οι εμπορικές σχόλες: Ελλάδα 1903

Το 1903, επί κυβερνήσεως Δ. Ράλλη και επί υπουργίας Θ. Φαρμακόπουλου, κατατίθεται ο ιδρυτικός νόμος με αριθμό 2991 «Περί συστάσεως εμπορικών σχολών». Στο άρθρο 1 ορίζεται ότι: «Συνιστώνται δαπάναις του Κράτους, ων η έδρα ορίζεται δια Β. διατάγματος, εμπορικαί σχολαί, ανήκουσαι εις την τάξιν των εκπαιδευτηρίων της μέσης εκπαιδεύσεως, σκοπούσαι την διά καταλλήλου θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας προπαρασκευήν των εις αυτάς φοιτώντων εις το εμπορικόν στάδιον. Διδάσκονται εν αυταίς υποχρεωτικώς: α) τα θρησκευτικά, β) η ελληνική γλώσσα, γ) εκ των ξένων γλωσσών η γαλλική, η αγγλική και η γερμανική, δ) εκ των μαθηματικών η αριθμητική, και ιδία η εμπορική, μετά των στοιχείων της γεωμετρίας και της αλγέβρας, ε) στοιχεία φυσικής, χημείας και φυσικής ιστορίας, ζ) η γεωγραφία (γενική και εμπορική), η) γενικαί γνώσεις του εμπορίου (εμποριολογία), η λογιστική (καταστιχογραφία και εμπορική αλληλογραφία μετά πρακτικών ασκήσεων, θ) στοιχεία πολιτικής οικονομίας και στοιχεία του εμπορικού δικαίου, ι) η καλλιγραφία και ια) η γυμναστική». (Αντωνίου, 1988, σ. 632 κ.ε.). Στον ιδρυτικό αυτό νόμο ορίζεται ότι: «Αι εμπορικαί αύται σχολαί αποτελούνται εκ τεσσάρων τάξεων, εν εκάστη των οποίων η διδασκαλία είναι μονοετής» (άρθρο 2). Επίσης, στο άρθρο 3 ορίζεται ότι «εν τη πρώτη και κατωτάτη τάξει των σχολών τούτων κατατάσσονται, μετά ευδόκιμον εισιτήριον δοκιμασίαν, μαθηταί φέροντες απολυτήριον ελληνικού σχολείου (σ.σ.: το δευτεροβάθμιο αυτό τριετές σχολείο, που λεγόταν αλλιώς «Σχολαρχείο» και ήταν μια βαθμίδα μετά το Δημοτικό Σχολείο) ή ενδεικτικόν της τρίτης τάξεως του Βαρβακείου Λυκείου».

Στην Αθήνα ιδρύθηκε η πρώτη Δημόσια Εμπορική Σχολή, την διεύθυνση της οποίας ανέλαβε ο καθηγητής Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αθηνών Κυπάρισσος Στεφάνου.

Εμποροπανηγύρεις: Από την αρχαιότητα έως τον 18ο αιώνα

Η εμποροπανήγυρη είχε τις ρίζες της στην αρχαιότητα και στα μεσαιωνικά χρόνια αποτελούσε σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου.

Η ρωμαϊκή νομοθεσία απαγόρευε σε πρόσωπα που κατείχαν δημόσια αξιώματα την ενασχόληση με το εμπόριο. Η βυζαντινή αριστοκρατία, όμως, αναμειγνυόταν στο κερδοσκοπικό εμπόριο, εκμεταλλευόμενη μάλιστα μερικές συγκυρίες. Επιδίωξη του εμπορίου άλλωστε ήταν πάντοτε το κέρδος. Στο Βυζάντιο, εμπόριο, αγορές και πειρατεία συνυπήρχαν.

Το βυζαντινό πανηγύρι εντάσσεται στους κόλπους της Εκκλησίας και προστατεύεται από το βυζαντινό δίκαιο, δεδομένου ότι αποτελούσε υποστηρικτική δομή ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου. Η θρησκεία τότε νοηματοδοτούσε το χρόνο των κοινωνιών (θρησκευτικές γιορτές, αργίες, αγροτικές εργασίες, εμποροπανηγύρεις). Η ευελιξία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών. Η εμπορικότητα μιας πόλης, η γεωγραφική της θέση, η γειτνίασή της με λιμάνι ή σημαντικό χερσαίο δρόμο και κοντινές αγορές ήταν τελικά προϋπόθεση για την επιλογή της ως χώρου διεξαγωγής της εμποροπανήγυρης.

Οι εμποροπανηγύρεις ήταν ένας πανάρχαιος θεσμός, θρησκευτικού και εμπορικού χαρακτήρα. Ο Στράβων, μιλώντας για την πανήγυρη της Δήλου, επισημαίνει τον εμπορικό της χαρακτήρα: «η τε πανήγυρις εμπορικόν τι πράγμα εστι».

Στο Βυζάντιο –και όχι μόνον– εμπόριο, έμποροι και πειρατεία συνυπήρχαν και ουδείς ενοχλείτο από αυτήν τη συνύπαρξη. Κατά τη μεσαιωνική εποχή η πανήγυρη αποτελούσε σημαντικότατο παράγοντα ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου. Το βυζαντινό πανηγύρι εντάσσεται στους κόλπους της Εκκλησίας και προστατεύεται από το βυζαντινό δίκαιο, δεδομένου ότι αποτελεί υποστηρικτική δομή ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου σε ευρύτατα γεωγραφικά πλαίσια. Ως οικονομικός θεσμός η εμποροπανήγυρη ήταν γνωστή και διαδεδομένη στην Αίγυπτο, την Κίνα, την Ιαπωνία, την Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου γνώρισε μεγάλη άνθηση από τον 12ο έως τον 14ο αιώνα, καθώς και στα Βαλκάνια.

Η μελέτη του εμπορίου δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στις μόνιμες αγορές και να αγνοεί το εμπόριο της περιπλάνησης που ασκούσαν πλανόδιοι πραματευτάδες μακρινών αποστάσεων, ταξιδεύοντας από εμποροπανήγυρη σε εμποροπανήγυρη και καλύπτοντας σημαντικό τμήμα των αναγκών της υπαίθρου, διότι έτσι βγαίνουν παραπλανητικά συμπεράσματα. Σε όλα τα σημαντικά εμπορικά κέντρα του βυζαντινού κράτους, Κωνσταντινούπολη, Αντιόχεια, Τραπεζούντα, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, λειτουργούσαν εμποροπανηγύρεις με μεγάλη οικονομική σημασία.

Στο Βυζάντιο οι βιοτέχνες-έμποροι αποτελούσαν «σωματεία», ενώ οι έμποροι, που αγόραζαν και μεταπωλούσαν, χωρίς να παρεμβαίνουν στη διαδικασία της παραγωγής, ήταν οργανωμένοι σε «συστήματα». Τα βυζαντινά πανηγύρια αποτελούσαν κατάλληλη ευκαιρία για πλανόδιους εμπόρους, καθώς και για απλούς χωρικούς, που έρχονταν από γειτονικά χωριά, για να διαθέσουν διάφορα προϊόντα.

Η σημασία των αγορών αυτών ήταν, ίσως, μεγαλύτερη για την επαρχία, όπου υπήρχαν λιγότερες ευκαιρίες για τους εμπόρους. Αποτελούσαν επίσης πρώτης τάξης ευκαιρία για τους χωρικούς να διαθέσουν το πλεόνασμά τους, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο το απαραίτητο χρυσό νόμισμα για την πληρωμή των φόρων τους. Συνήθως οργανώνονταν με την ευκαιρία θρησκευτικών εορτών, οπότε δηλώνονται με τον όρο «πανήγυρις». Οι ρίζες του θεσμού ανιχνεύονται στην αρχαιότητα. Πρόκειται για μία από τις πολλές ειδωλολατρικές πρακτικές που υιοθετήθηκαν από τον χριστιανισμό και προσαρμόσθηκαν στις ανάγκες του. Ο μεγάλος αριθμός πανηγυριών που οργανώνονταν στο Βυζάντιο αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα για τη σημασία τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Υπήρχαν πανηγύρια που οργανώνονταν σε μεγάλα αστικά κέντρα, διαρκούσαν πολλές ημέρες και προσέλκυαν μεγάλο αριθμό εμπόρων και αγοραστών, πολλοί από τους οποίους μάλιστα έρχονταν από μακριά. Διάσημα τέτοια πανηγύρια ήταν του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, του Ευαγγελιστή Ιωάννη στην Έφεσο, του Αγίου Ευγενίου στην Τραπεζούντα και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στις Χώνες…

Κυρίαρχο ιδεώδες της βυζαντινής οικονομικής σκέψης ήταν η αυτάρκεια. Το εμπόριο στο Βυζάντιο ήταν στην πραγματικότητα μια υπόθεση που αφορούσε πολύ περισσότερους ανθρώπους από αυτούς που επισήμως ασκούσαν το επάγγελμα του εμπόρου: μικρούς παραγωγούς, βιοτέχνες, αργυραμοιβούς, μεγάλους γαιοκτήμονες. Ο όγκος και η εμβέλειά του διέφεραν ανάλογα με την ιστορική περίοδο. Είναι βέβαιο ότι εκχρηματισμένες συναλλαγές και ανταλλαγές σε είδος συνυπήρχαν πάντοτε.

Ο σημερινός ελλαδικός χώρος κατά την οθωμανική περίοδο, σε οικονομικό επίπεδο, αποτελούσε μια κατακερματισμένη περιφέρεια, με πολλές κατά τόπους ιδιαιτερότητες. Ο οθωμανικός πολιτισμός αποτελούσε κατά κύριο λόγο έναν πολιτισμό των πόλεων. Στις πόλεις διέμεναν τα πλουσιότερα μέλη της κοινωνίας. Εκεί επίσης κατέληγαν, σε μεγάλο βαθμό, οι αγροτικές πρόσοδοι.

Οι κάτοικοι των οθωμανικών πόλεων, μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι, είχαν τη δυνατότητα να συσσωρεύσουν πλούτο και πολιτική δύναμη. Εξάλλου οι πόλεις αποτελούσαν τα κέντρα του εμπορίου και της βιοτεχνίας. Η γεωγραφική και στρατηγική θέση της κάθε ελληνικής πόλης, οι παραδόσεις, η ιστορία και η προγενέστερη υλική υποδομή της επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τη συνέχεια της λειτουργίας της. Τον 18ο αιώνα, όπως προκύπτει από τη μελέτη των γαλλικών αρχείων, το πανηγύρι της Τρίπολης ήταν ένα από τα πιο σημαντικά πανηγύρια της Πελοποννήσου, κατά τη διάρκεια του οποίου γινόταν η προαγορά του μεταξιού από γάλλους εμπόρους. Ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (β’ μισό του 17ου αιώνα) αναφέρει το μεγάλο πανηγύρι του Μυστρά, που γινόταν κάθε Αύγουστο και συγκέντρωνε πλήθος κόσμου. […] Στον θεσσαλικό χώρο, την οθωμανική περίοδο, εμποροπανηγύρεις γίνονταν στο Μοσχολούρι Καρδίτσας, στην Ελασσόνα και –από τις αρχές του 17ου αιώνα– στα Φάρσαλα. Η Λάρισα, πόλη με έντονη οικονομική ζωή, ήταν κέντρο και του διεθνούς εμπορίου, γι’ αυτό είχε μπεζεστένι (bedesten), δηλαδή λιθόκτιστη κλειστή και σκεπαστή αγορά ακριβών υφασμάτων και πολύτιμων λίθων. […] Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι σπουδαιότερες εμποροπανηγύρεις στην Ήπειρο ήταν των Ιωαννίνων, της Άρτας, της Κόνιτσας και της Παραμυθιάς. […]

Η κυκλοφορία των αγαθών στην τοπική, εσωτερική αγορά γινόταν με τρεις τρόπους: α) τη μόνιμη, καθημερινή αγορά (μαγαζιά), β) την εβδομαδιαία αγορά (παζάρι) και γ) την εμποροπανήγυρη. […] Οι εμποροπανηγύρεις συνέβαλλαν στη σύνδεση της οικονομίας πόλης – υπαίθρου, στην κυκλοφορία του νομίσματος και στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών. […] Μαζί με τους πλανόδιους πραματευτάδες και τα εμπορεύματά τους, ταξίδευαν από εμποροπανήγυρη σε εμποροπανήγυρη ειδήσεις, προκαταλήψεις, ιδέες και όνειρα για μια καλύτερη ζωή.

(Πηγή: Αφέντρα Γ. Μουτζάλη, «Εμποροπανηγύρεις: το εμπόριο της περιπλάνησης», Αρχαιολογία και Τέχνες, τχ. 116, Σεπτέμβριος 2010)

Η ιστορία του χρήματος. Ευρωπαϊκός χώρος: Από την αρχαιότητα έως το «ευρώ».

Αντιπραγματισμός – Λίθινη Εποχή

Πριν από πολλές χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι ζούσαν ως κυνηγοί και αγρότες. Τα μέταλλα δεν είχαν ανακαλυφθεί και έτσι κυνηγούσαν και καλλιεργούσαν τη γη με πέτρινα εργαλεία. Αντάλλασσαν μεταξύ τους αγαθά: για παράδειγμα, ένας κυνηγός μπορούσε να ανταλλάξει δέρματα ζώων με καρπούς από έναν αγρότη ή ένας ψαράς μπορούσε να ανταλλάξει διακοσμητικά κοχύλια με ένα πέτρινο τσεκούρι από έναν κυνηγό. Αυτή η συναλλαγή είναι γνωστή ως αντιπραγματισμός.

Ένα μέσο ανταλλαγής

Όταν οι πρόγονοί μας έμαθαν πώς να φτιάχνουν μέταλλα, οι ανταλλαγές έγιναν ευκολότερες. Και αυτό γιατί τα μέταλλα, όπως ο χρυσός, το ασήμι, ο κασσίτερος και ο σίδηρος, ήταν πολύτιμα για όλους. Έτσι, ο αγρότης μπορούσε να ανταλλάξει τα γελάδια του για ορισμένη ποσότητα ασημιού, και αργότερα να χρησιμοποιήσει μέρος από το ασήμι για να πληρώσει τους φόρους του. Έτσι, τα πολύτιμα μέταλλα και άλλα αντικείμενα έγιναν «μέτρο αξίας», «μέσο ανταλλαγής» και ένας τρόπος «αποθήκευσης αξίας» μέχρι να χρειαστεί. Η χρήση των μετάλλων ως μέσο συναλλαγής έδωσε απίστευτη ώθηση στην ανάπτυξη του εμπορίου και στην οργάνωση των κοινωνιών.

Τα πρώτα νομίσματα

Τα πρώτα νομίσματα με τη σημερινή μορφή (σε σχήμα κέρματος δηλαδή) υπολογίζεται ότι δημιουργήθηκαν στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., στην περιοχή της Μικράς Ασίας και συγκεκριμένα στη Λυδία. Ήταν φτιαγμένα από ήλεκτρο, ένα κράμα χρυσού και ασημιού, το οποίο βρισκόταν σε αφθονία στον ποταμό Πακτωλό. Τα νομίσματα αυτά σφραγίζονταν από τη μία πλευρά, ως ένδειξη ότι είχαν ζυγιστεί.

Οι αρχαίοι Έλληνες υιοθέτησαν γρήγορα αυτή τη νέα ιδέα και άρχισαν να κατασκευάζουν νομίσματα. Η δραχμή υπήρξε η νομισματική μονάδα των αρχαίων Ελλήνων και αντιστοιχούσε σε δέσμη σιδερένιων ή χάλκινων οβολών. Στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. ο Φείδων έκοψε στην Αίγινα νόμισμα που ισοδυναμούσε με 6 οβολούς. Το νόμισμα ονομάστηκε δραχμή γιατί οι 6 οβολοί που το αποτελούσαν γέμιζαν το ανθρώπινο χέρι (δραξ: χούφτα, το κοίλον της παλάμης). Αυτά τα πρώιμα νομίσματα περιείχαν συγκεκριμένη ποσότητα μετάλλου με ορισμένη αξία. Για τη διασφάλιση της ποσότητας αυτής, τα κέρματα έφεραν τη σφραγίδα του βασιλιά ή της πόλης ή της χώρας που τα εξέδιδε. Τα κέρματα ήταν πρακτικά γιατί μπορούσαν να μετρηθούν αντί να ζυγιστούν. Επειδή αυτά τα νέα κέρματα ήταν ένα αξιόπιστο και αποτελεσματικό «μέσο ανταλλαγής», βοήθησαν στη σημαντική ενίσχυση του εμπορίου στον αρχαίο κόσμο.

Τα ευρωπαϊκά νομίσματα

Για να διασφαλίσουν την αξία των κερμάτων, οι βασιλείς και οι κυβερνήσεις ήλεγχαν αυστηρά την παραγωγή τους.
Στην αρχαία Ρώμη, η παραγωγή κερμάτων γινόταν στο ναό της Ήρας Μονήτας, εξού και η αγγλική λέξη «money». Αργότερα, καθώς επεκτεινόταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, άνοιξαν και άλλα νομισματοκοπεία, και τα ίδια ρωμαϊκά κέρματα γίνονταν δεκτά σε όλη την Ευρώπη και αποτέλεσαν το πρώτο πανευρωπαϊκό νόμισμα. Στη συνέχεια, με τη διάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την εμφάνιση των εθνών της Ευρώπης, κάθε χώρα ήλεγχε τα δικά της νομίσματα. Αυτά συχνά έπαιρναν τις ονομασίες τους από μονάδες μέτρησης, όπως η ιταλική λιρέτα και το φινλανδικό μάρκο, γιατί τα κέρματα αρχικά περιείχαν ορισμένη ποσότητα χρυσού ή ασημιού.

Τα ονόματα των παλαιών νομισμάτων της Ευρώπης συχνά αποκάλυπταν κάτι για την προέλευσή τους:

– Το σελίνι, που χρησιμοποιούσαν στην Αυστρία, πήρε το όνομά του από ένα σημάδι σε ένα ξύλο που χρησιμοποιούνταν για τη μέτρηση.

– Το τόλαρ, που χρησιμοποιούσαν στη Σλοβενία, προέρχεται από το μεσαιωνικό νόμισμα τάλερ, που κόπηκε για πρώτη φορά στην Τσεχία το 1518 –το όνομα «τάλερ» είναι και η ρίζα του όρου «δολάριο» στις ΗΠΑ.

– Το φράγκο, που σημαίνει «ελεύθερο» στα γαλλικά, κόπηκε για πρώτη φορά το 14ο αιώνα, για την πληρωμή λύτρων για τον γάλλο βασιλιά Ιωάννη τον Καλό.

Ένα πρόβλημα με τα πολλά νομίσματα είναι ότι, ανάλογα με την επιτυχία των επιμέρους οικονομιών, η ισοτιμία μεταξύ των νομισμάτων διαφοροποιείται σημαντικά –έτσι το εμπόριο από χώρα σε χώρα γίνεται επικίνδυνο και αποθαρρύνεται.

Τα χρήματα αρχικά εμφανίζονταν μόνο με τη μορφή κερμάτων. Αυτό γινόταν γιατί ένα κέρμα περιείχε μια ακριβή ποσότητα ενός μετάλλου, π.χ. χρυσού ή ασημιού, που είχε μια γνωστή αξία. Αυτός ο τύπος χρημάτων είναι γνωστός ως «specie money» και η αξία τους διασφαλίζεται από το πολύτιμο μέταλλο που περιέχουν. Καθώς το εμπόριο αυξανόταν, χρειαζόταν όλο και περισσότερα χρήματα ως μέσο ανταλλαγής. Έτσι, οι τράπεζες και οι κυβερνήσεις άρχισαν να εκδίδουν χαρτονομίσματα. Τα χαρτονομίσματα δεν περιέχουν την αξία που αντιπροσωπεύουν. Αντίθετα, ο εκδότης του χαρτονομίσματος εγγυάται την αξία του. Αυτά τα χρήματα είναι γνωστά ως «fiat money».

Ενιαία νομίσματα στην ιστορία

Πριν από το ευρώ, δοκιμάστηκαν και άλλες νομισματικές ενώσεις με ενιαία νομίσματα στην Ευρώπη. Το 1865, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ιταλία και η Ελβετία ιδρύουν την «Λατινική Νομισματική Ένωση» (ΛΝΕ) και συμφωνούν να αλλάξουν τα εθνικά τους νομίσματα σε ένα πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο κάθε νομισματική μονάδα του κάθε κράτους θα ισούται με 4,5 γραμμάρια αργύρου ή 0,290322 γραμμάρια χρυσού και θα είναι ελεύθερα ανταλλάξιμα. Αργότερα προσχωρήσαν στην ένωση η Ισπανία και η Ελλάδα, το 1868, και η Ρουμανία, η Αυστρία, η Βουλγαρία, η Βενεζουέλα, η Σερβία, το Μαυροβούνιο, το Σαν Μαρίνο και το Παπικό κράτος, το 1889.

Η Ελλάδα, με τον νόμο Περί Νομισματικού Συστήματος (Απρίλιος 1867), υπέγραψε τη συμφωνία της ΛΝΕ, αποδεχόμενη την αρχή του διμεταλλισμού και την ταύτιση της χρυσής δραχμής με το χρυσό γαλλικό φράγκο (ισοτιμία 1:1). Η επιβολή της αναγκαστικής κυκλοφορίας τον Δεκέμβριο του 1868, ενόψει των πολεμικών γεγονότων στην Κρήτη αφενός, και οι ανεπαρκείς εκδόσεις της νέας δραχμής αφετέρου, ανέβαλαν την εφαρμογή του συστήματος της ΛΝΕ. Στο μεταξύ οι διεθνείς νομισματικές συνθήκες άλλαξαν με την κατάρρευση του διμεταλλισμού και τη σύνδεση των χωρών της ΛΝΕ με τον κανόνα του χρυσού. Ωστόσο, σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι κυβερνήσεις της Ελλάδας κατέβαλαν αξιόπιστες προσπάθειες επαναφοράς της μετατρεψιμότητας, με απώτερο σκοπό τη βελτίωση της διεθνούς πιστοληπτικής ικανότητας. Ύστερα από μια μακρόχρονη περίοδο (πάνω από 40 έτη), κατά τη διάρκεια της οποίας η χώρα είχε την εμπειρία μιας οξείας οικονομικής κρίσης που κορυφώθηκε με την πτώχευση του 1893, γνώρισε εθνικές περιπέτειες με τον πόλεμο του 1897, αλλά και αναγκάστηκε να δεχθεί την επιβολή πειθαρχίας στη δημοσιονομική και νομισματική διαχείριση μέσω της εγκαθίδρυσης του Διεθνούς Ελέγχου το 1898, η δραχμή επέτυχε εντέλει την ένταξή της στη ΛΝΕ τον Μάρτιο του 1910.

Το 1875 ιδρύθηκε μια Σκανδιναβική Νομισματική Ένωση. Πριν τη δημιουργία της Σουηδία, Δανία και Νορβηγία ακολουθούσαν τον κανόνα του αργύρου. Επισήμως διακηρυγμένος σκοπός της ένωσης ήταν να εναρμονίσει τα νομισματικά συστήματα των σκανδιναβικών χωρών, ώστε να διευκολύνονται οι εμπορικές τους συναλλαγές σε μια αγορά που δεν ήταν ενιαία, αλλά την ωθούσαν προς τα εκεί τα πράγματα.

Ένας λόγος που απέτυχαν οι ενώσεις αυτές ήταν γιατί η τιμή του χρυσού διαφοροποιούνταν σε σχέση με το ασήμι –αποσταθεροποιώντας τα νομίσματα.
Μια επιτυχημένη νομισματική ένωση ήταν αυτή της Γερμανικής Ομοσπονδίας. Το 1834 ολοκληρώθηκε η τελωνειακή ένωση και καθορίστηκαν οι ισοτιμίες ανταλλαγής νομισμάτων. Στη συνέχεια ήρθε το ενιαίο νόμισμα, το Reichsmark, προκάτοχος του γερμανικού μάρκου. Η γερμανική νομισματική ένωση σημείωσε επιτυχία εν μέρει γιατί θεσπίστηκαν σαφείς κανόνες για την παραγωγή των κερμάτων.

Το «ευρώ»

Το όνομα «ευρώ» αποφασίστηκε κατά τη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Μαδρίτη το 1995, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το ενιαίο νόμισμα.

Το ελληνικό γράμμα έψιλον (Ε) ήταν η πηγή έμπνευσης για το σύμβολο του ευρώ (€), το οποίο παραπέμπει επίσης στο πρώτο γράμμα της λέξης «Ευρώπη» στο λατινικό αλφάβητο, ενώ οι δύο παράλληλες γραμμές συμβολίζουν τη σταθερότητα…

(Πηγές: http://ec.europa.eu, Ημερησία, φ. «Η», 26/1/2002 και 9/2/2002, Σοφία Λαζαρέτου, «Η δραχμή στη Λατινική Νομισματική Ένωση», Το Βήμα, 31/12/2000)

Βιβλία λογιστικής: Αθήνα 1893

Ευμέθοδος Καταστιχογραφία: Απλογραφική τε και διπλογραφική και γενική λογιστική προς χρήσιν παντός εμπορευομένου και συναλλαττομένου, υπό Κωνσταντίνου Καλαϊτζάκη. Εκδότης Τυπογραφείον Αλεξάνδρου Παπαγεωργίου, Εν Αθήναις: 1893. (http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/0/d/d/metadata-474-0000013.tkl)

Κατάλογοι του φόρου της εξηκοστής κατά την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία: Αρχαία Αθήνα, 454 π.Χ.

Ο «κατάλογος» προέρχεται από μία μεγάλων διαστάσεων στήλη (ύψους 3,58 μ.) που ήταν στημένη στην Ακρόπολη των Αθηνών μαζί με άλλες μικρότερες. Πάνω σε αυτές οι Αθηναίοι καταχώριζαν κάθε χρόνο τις χρηματικές προσφορές των συμμάχων τους προς τη θεά Αθηνά. Πρόκειται για το ένα εξηκοστό του φόρου που κατέβαλλαν οι συμμαχικές πόλεις στο πλαίσιο της Α’ Αθηναϊκής ή Δηλιακής Συμμαχίας. H συμμαχία ιδρύθηκε το 478 π.X., με σκοπό το συνασπισμό των ελληνικών πόλεων για την αντιμετώπιση του περσικού κινδύνου. Η Δήλος ορίστηκε ως τόπος σύγκλησης της συνόδου των συμμάχων και έδρα του συμμαχικού ταμείου. Στους καταλόγους της εξηκοστής τα ονόματα των πόλεων αναγράφονται με το εθνικό τους (π.χ. Διδυμοτειχίται) και τα χρηματικά ποσά με το ακροφωνικό σύστημα αρίθμησης. (σ.σ.: ακροφωνικό αριθμητικό σύστημα: Οι αρχαίοι Έλληνες για να γράψουν τους αριθμούς χρησιμοποιούσαν γράμματα του αλφαβήτου. Αυτό το σύστημα ονομάζεται ακροφωνικό γιατί οι αριθμοί, από το 5 και μετά σημειώνονταν με το πρώτο γράμμα του ονόματος του αριθμού).

Εκτός από αυτόν τον τακτικό φόρο, από το 440 π.Χ. η Αθήνα επέβαλλε στους συμμάχους της και έκτακτη εφάπαξ εισφορά, τη λεγόμενη επιφορά. Η δε είσπραξη είχε ανατεθεί σε ειδικούς άρχοντες, τους «Ελληνοταμίες».

( Πηγές: Αναζητώντας τα τεκμήρια στο Επιγραφικό Μουσείο, Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, Αθήνα 2009, Πάρη Σπίνου «Πώς φορολογούσαν οι αρχαίοι», Ελευθεροτυπία, 21/2/2010)

Το 1568 τυπώθηκε στη Βενετία ένα λαϊκό βιβλίο πρακτικής αριθμητικής με τίτλο: «Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν αριθμητικήν ή μάλλον ειπείν την λογαριαστικήν και περί του πώς να ευρίσκει έκαστος το Άγιον Πάσχα και τέλειον Πασχάλιον και περί ευρέσεως σελήνης εν ποία ημέρα γίνεται η γέννα αυτής». Συγγραφέας του βιβλίου αυτού είναι ο Εμμανουήλ Γλυζώνιος

«ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι εμποροπανηγύρεις ήταν ένας πανάρχαιος θεσμός, θρησκευτικού και εμπορικού χαρακτήρα. Ο Στράβων, μιλώντας για την πανήγυρη της Δήλου, επισημαίνει τον εμπορικό της χαρακτήρα: «η τε πανήγυρις εμπορικόν τι πράγμα εστι

«ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στην αρχαία Ρώμη, η παραγωγή κερμάτων γινόταν στο ναό της Ήρας Μονήτας – εξού και η αγγλική λέξη «money». Αργότερα, καθώς επεκτεινόταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, άνοιξαν και άλλα νομισματοκοπεία, και τα ίδια ρωμαϊκά κέρματα γίνονταν δεκτά σε όλη την Ευρώπηκαι αποτέλεσαν το πρώτο πανευρωπαϊκό νόμισμα

«ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ