• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου, 2020

ΒΙΒΛΙΑ 08

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΤΟΥ MANCUR OLSON

Μερικά παραδείγματα από την Ελλάδα

 

Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ, ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ

Γιώργος Ατσαλάκης

ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ, ΛΕΚΤΟΡΑΣ, ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ

 

 

Η μυστηριώδης παρακμή ή πτώση μεγάλων αυτοκρατοριών ή πολιτισμών και η εκπληκτική άνοδος σε πλούτο και ισχύ λαών που έως τότε ήταν περιφερειακοί ή άσημοι, με μικρά πολιτισμικά κατορθώματα, έχουν προβληματίσει πολλούς επιστήμονες. Ο οικονομολόγος Mancur Olson, στο βιβλίο του Η άνοδος και η παρακμή των εθνών (Εκδόσεις Παπαζήση, 2007), εξηγεί πλήρως το φαινόμενο αυτό. Η οικονομική θεωρία που προτείνει θα κυριαρχήσει στους οικονομολόγους και τις κυβερνήσεις του 21ου αιώνα.

Οι επιβλητικές αυτοκρατορίες της Κίνας έφθιναν εξαιτίας εξεγέρσεων λαών όπως οι Μογγόλοι. Η αυτοκρατορία των Αζτέκων ήταν μια διαδοχή αυτοκρατοριών ή πολιτισμών, καθένας από τους οποίους φαίνεται ότι είχε εκτοπιστεί από μια προηγούμενη άσημη φυλή. Οι αυτοκρατορίες των μεγάλων πόλεων-κρατών της Ελλάδας υποσκελίστηκαν τελικά από τους Ρωμαίους. Η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Δύση και η ήττα της από διασκορπισμένες φυλές που διαφορετικά θα ήταν ασήμαντες είναι ακόμα ένα από τα πολλά παραδείγματα. Τον 17ο αιώνα στο κέντρο της οικονομικής μεγέθυνσης βρέθηκαν οι Κάτω Χώρες, οι οποίες προηγούμενα δεν είχαν σημαντικό ρόλο. Στον 18ο αιώνα η Αγγλία ήταν εκείνη που μας έδωσε τη βιομηχανική επανάσταση και όχι η πολύ ισχυρότερη τότε Γαλλία. Τη σκυτάλη της βιομηχανικής επανάστασης το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα την πήραν η Γερμανία και οι χώρες της Νότιας Αμερικής και όχι η Αγγλία που βρισκόταν στο απόγειό της. Η Ιαπωνία και η Γερμανία, με ρημαγμένες τις οικονομίες τους από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, πέτυχαν οικονομικά θαύματα και σήμερα ευημερούν, ενώ η Αγγλία που ποτέ δεν κατακτήθηκε χάνει συνεχώς την ισχύ της. Η Γαλλία υπέστη σε τέσσερις περιπτώσεις μερική ή ολική κατοχή τα τελευταία 200 έτη και όμως κατόρθωσε μέχρι σήμερα να ευημερεί. Είναι αξιοπρόσεκτο πόσο πολύ αναπτυχθήκαν οι αρχικές χώρες της Κοινής Αγοράς του 1957. Οι ΗΠΑ σε έναν αιώνα μετά την υιοθέτηση του συντάγματός τους έγιναν η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο.

Υπάρχουν επιβραδυντές που σε κάποιες χώρες, κάποιες χρονικές περιόδους, εμποδίζουν την οικονομική ανάπτυξη, ενώ η διάλυση αυτών των επιβραδυντών ή η ανυπαρξία επιβραδυντών σε άλλες χώρες τις ωθούν γοργά στην οικονομική ανάπτυξη.

Οι επιβραδυντές είναι ομάδες ιδιωτικών ειδικών συμφερόντων, όπως: οι κοινοπραξίες ομοειδών επιχειρήσεων (καρτέλ), τα λόμπι (ακόμα και οι ομάδες συμπαιγνίας χωρίς επίσημη αναγνώριση), οι επαγγελματικές ενώσεις, οι αγροτικές οργανώσεις, τα εργατικά σωματεία κ.λπ., οι οποίες αγωνίζονται για να πετύχουν ευνοϊκές αλλαγές, προστατευτική νομοθεσία και υψηλότερη τιμή ή μισθό για τα μέλη τους.

Για να αξιολογηθεί η χρησιμότητα του βιβλίου αυτού θα πρέπει ο κάθε ερευνητής – μελετητής να το εφαρμόσει στη χώρα του και να εξετάσει τη ρεαλιστική προσέγγιση των όσων θεωρητικά εκθέτει.

Στην περίπτωση της χώρας μας θα εξετάσουμε μερικές κραυγαλέες περιπτώσεις, που πραγματικά είναι αξιοπερίεργες και ανταποκρίνονται πλήρως στη θεωρία του βιβλίου.

Τα κλειστά επαγγέλματα στην Ελλάδα είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής των θεωρημάτων του βιβλίου. Τα τελευταία τρία χρόνια η απελευθέρωση είναι στα «χαρτιά», καθώς φαίνεται ότι «κάποιοι» προστατεύουν αυτές τις συντεχνίες επαγγελμάτων. Μετά από δημοσιογραφική έρευνα βρέθηκε ότι σημαντική μερίδα της δημόσιας διοίκησης, με την ανοχή της πολιτικής ηγεσίας πολλών υπουργείων, είναι απρόθυμη να εφαρμόσει τη νομοθεσία για την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις υπηρεσιακοί παράγοντες, οι οποίοι προέρχονται από κλάδους που χρήζουν απελευθέρωσης, δρουν με συντεχνιακό συμφέρον και αντί να προχωρήσουν στη δευτερογενή νομοθεσία, δηλαδή στην έκδοση των απαιτούμενων εφαρμοστικών εγκυκλίων ή την προετοιμασία των απαραίτητων Π.Δ., κωλυσιεργούν και παρεμποδίζουν την απελευθέρωση.

Σε μια συνέντευξή του στην Καθημερινή (22/07/2012, σελ. 9), ο ομογενής κ. Άντζελο Τσακόπουλος αναφέρει:«Οραματιζόμασταν την Ελλάδα ως SiliconValley της Ευρώπης, αλλά, όπως μου είχε πει κάποτε o Κώστας Σημίτης, αυτό δεν μπορεί να γίνει γιατί δεν θα το επιτρέψουν τα συνδικάτα». Το έργο του κ. Τσακόπουλου θεωρείται αξιοπρόσεκτο και σημαντικό, γιατί έχει χρηματοδοτήσει δύο έδρες ελληνικών σπουδών στα πανεπιστήμια Stanford και Georgetown και κατά καιρούς επικρίνει τις ελληνικές πολιτικές ηγεσίες των τελευταίων δεκαετιών που δεν ανταποκρίθηκαν στις προσφορές αποδήμων και στηλιτεύει τις δυσκαμψίες που δυσχεραίνουν τις επενδύσεις τους. Ως προς αυτό το τελευταίο, άλλοι παράγοντες που στάθηκαν εμπόδιο στις ξένες επενδύσεις στη χώρα μας είναι η δικαιοσύνη (μεγάλη διάρκεια επίλυσης υποθέσεων), φορολογία (ασαφής φορολογική νομοθεσία), διοίκηση (σύγχυση που επικρατεί μεταξύ των αρμοδιοτήτων της δημόσιας διοίκησης).

Από δημοσιογραφική έρευνα του Economist που δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή (21/07/2012, σελ.11) με τίτλο «Πώς απαξιώθηκαν τα Airbus της Ο.Α.», μπορεί να καταλάβει ο οποιοσδήποτε πώς η χώρα έφτασε στη σημερινή κατάσταση. Η ιστορία εκτυλίσσεται από το 2007, όταν η αμερικανική εταιρεία αποτιμήσεων Avitas εκτίμησε το καθένα από τα τέσσερα Α340-300 αεροσκάφη στην τιμή των 45 εκατ. δολαρίων (τα αεροσκάφη αυτά είχαν ηλικία οκτώ ετών και ήταν αξιόπλοα). Αντί λοιπόν το κράτος να προχωρήσει στην πώληση των τεσσάρων Α340-300, ίδρυσε μια ειδική κρατική εταιρεία με εκατοντάδες εργαζομένους, με αποκλειστικό σκοπό να πωλήσει τα αεροσκάφη. Η συνέχεια είναι γνωστή, τα ελληνικά εργατικά συνδικάτα προκάλεσαν θόρυβο σχετικά με το ξεπούλημα κρατικής περιουσίας και, στο τέλος, το κάθε αεροσκάφος πωλήθηκε για 10 εκατ. δολάρια. Το συμπέρασμα του άρθρου είναι σκληρό: «Οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων κατά των ιδιωτικοποιήσεων και η συμμόρφωση των υπουργών στις συνδικαλιστικές απαιτήσεις οδήγησε το ελληνικό κράτος σε απώλειες εκατομμυρίων». Τα ανωτέρω παραδείγματα, όπως και πολλά άλλα, από άλλους χώρους (κρουαζιερόπλοια που ήρθαν και απήλθαν, επενδύσεις που δεν έγιναν, η μεγάλη φυγή των επιχειρήσεων κ.λπ.), ανταποκρίνονται και πιστοποιούν απόλυτα τα θεωρητικά πορίσματα του βιβλίου του Mancur Olson. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η ελληνική πολιτεία και οι πολίτες θα τα ανεχθούν αυτά για πολύ καιρό ακόμη. Πέρα από την οικονομική χρεοκοπία, αυτή τη στιγμή λαμβάνει χώρα και η «διανοητική χρεοκοπία», με την ερήμωση των ελληνικών πανεπιστημίων από αξιόλογους επιστήμονες, τις συνέπειες της οποίας θα βιώνουμε για τα επόμενα είκοσι χρόνια.

 

 

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ, ΤΩΡΑ!

Τι προτείνει ο Πωλ Κρούγκμαν για την οικονομική κρίση

 

Γιάννης Ν. Μπασκόζος

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ

 

Paul Krugman

Τέλος στην ύφεση τώρα!

Μετάφραση: Τίνα Θέου

Πόλις, σ. 269, 16 ευρώ

 

Σε μια σκηνή της ταινίας Να είσαι εκεί, Μίστερ Τσανς ζητούν από τον κηπουρό Τσανς να σχολιάσει την οικονομική κατάσταση κι εκείνος διαβεβαιώνει: «Εφόσον οι ρίζες δεν έχουν κοπεί, όλα βαίνουν και θα συνεχίσουν να βαίνουν καλώς στον κήπο. Την άνοιξη θα έρθει η άνοιξη». Με τον κ. Τσανς παρομοιάζει τον διευθυντή της FED ο Πολ Κρούγκμαν στο βιβλίο του Τέλος στην ύφεση τώρα! (εκδ. Πόλις), όταν ο Ben Bernanke με την ίδια ευκολία έλεγε λίγο μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers ότι η άνοιξη βρισκόταν προ των πυλών.

Ο Κρούγκμαν σε αυτό το βιβλίο του δεν θέλει τόσο να μιλήσει για τα αίτια της κρίσης, αυτά λίγο πολύ έχουν ήδη αναλυθεί. Περισσότερο αναζητεί το αν υπάρχουν λύσεις διεξόδου και προς τα πού πρέπει να στρέφονται αυτές. Ο συγγραφέας επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε αυτούς που πλήττονται περισσότερο από την ύφεση, δηλαδή, τους εργαζόμενους. Με 13 εκ. ανέργους και με άλλα 11 εκ. που εργάζονται παρά τη θέλησή τους με μερική απασχόληση, οι ΗΠΑ έχουν το 15% του εργατικού τους δυναμικού κατεστραμμένο ή υπό καταστροφή.

Ο Κρούγκμαν πιστεύει ότι η κρίση λογικά δεν εξηγείται αν σκεφτούμε ότι ούτε οι φυσικοί μας πόροι ούτε οι γνώσεις έγιναν λιγότερες. Το ίδιο ερώτημα είχε τεθεί από τον Κέυνς και στην κρίση του ’29 και είχε απαντήσει ότι η οικονομία είχε «πρόβλημα στο μανιατό (ένας παλιομοδίτικος όρος για το ηλεκτρικό σύστημα του αυτοκινήτου) ή κάτι αντίστοιχο που θα λέγαμε σήμερα “κράσαρε το λογισμικό”». Το πρόβλημα, κατά Κρούγκμαν, δεν βρίσκεται στον οικονομικό κινητήρα, που παραμένει πανίσχυρος, αλλά είναι ένα τεχνικό πρόβλημα, οργάνωσης και συντονισμού της οικονομίας. Η πολιτική της λιτότητας δεν μπορεί να κινητοποιήσει την οικονομία, μόνον η αύξηση της ζήτησης μπορεί να ανατρέψει την δεδομένη κατάσταση. Το κράτος οφείλει, αντί για προγράμματα λιτότητας (και σε αυτό το σημείο χλευάζει τις απόψεις του Σόιμπλε, λέγοντας ότι καλεί τους λαούς σε αυτομαστίγωμα), να προκαλέσει ζήτηση ρίχνοντας χρήμα στην αγορά.

Ο Κρούγκμαν κοροϊδεύει τους διάφορους «σοφούς οικονομολόγους – αναλυτές» που συνιστούν σε περίοδο κρίσης την περιστολή των δαπανών. Ο ίδιος προτείνει το εντελώς αντίθετο: πρέπει να βρεθεί τρόπος να βγούμε από τον φαύλο κύκλο της λιτότητας και της αποταμίευσης: αν όλοι κρατούν το χρήμα στα σεντούκια τους, είναι φυσικό ότι η οικονομία θα καταρρεύσει. Σε μια εποχή που πολλοί οφειλέτες προσπαθούν να κάνουν περισσότερη οικονομία και να μειώνουν τα χρέη, είναι σημαντικό κάποιος να κάνει το αντίθετο, δηλαδή να ξοδεύει περισσότερα και να δανείζεται –κι αυτός προφανώς, κατά τον Κρούγκμαν, είναι το κράτος.

Στις ιδέες του για τις ΗΠΑ ο συγγραφέας καλεί τον Ομπάμα να γίνει πιο τολμηρός, να μη σκέφτεται τι θα πουν οι συντηρητικοί και να «φύγει μπροστά» με τις προτάσεις του. Να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας μέσω πολλαπλών προγραμμάτων και άλλων στρατηγικών, που αφορούν κυρίως την FED. Στην τελευταία προσάπτει υποτονικότητα, συμβατικές πολιτικές απόψεις και υποχωρητισμό μπροστά στους «σκληρούς» ρεπουμπλικάνους. Ενώ αναγνωρίζει ότι η FED έκοψε χρήμα, την ψέγει γιατί δεν το χρησιμοποίησε δημιουργικά και, γιατί όχι, «αντισυμβατικά». Προτείνει μειώσεις των χρεών όσων γονάτισαν από τα στεγαστικά δάνεια, σκληρότερη πολιτική απέναντι στην Κίνα κι άλλες χώρες που εκμεταλλεύονται τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, αξιοποίηση του περιβάλλοντος ως επιχειρηματικού κινήτρου κ.λπ. Όμως όλα αυτά απαιτούν πολιτική βούληση, είναι στο χέρι των Δημοκρατικών να λάβουν αποφάσεις για μια αντιστροφή του κλίματος. Και όλα πρέπει να γίνουν τώρα, λέει εμφατικά, θυμίζοντας τον Κέυνς: «στο μέλλον θα είμαστε όλοι νεκροί».

Βιβλίο μαχητικό, όπως όλα εξάλλου του Κρούγκμαν, προκαλεί τις αντίθετες συντηρητικές γνώμες προβάλλοντας ισχυρά επιχειρήματα μιας πολιτικής διεξόδου. Αν και αναφέρεται κυρίως στις ΗΠΑ, οι σκέψεις του αποτελούν δεξαμενή προβληματισμού για όλους τους δυτικούς οικονομολόγους και πολιτικούς.

 

 

ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ

Μια αναδρομική θεώρηση των θεωριών και της αξίας τους

 

Γιάννης Ν. Μπασκόζος

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ

 

Νίκος Χριστοδουλάκης

Οικονομικές θεωρίες και κρίσεις. Ο ιστορικός κύκλος ορθολογισμού και απερισκεψίας.

Κριτική, σ. 327, 20 ευρώ

 

Σε μια συνάντηση των επιζώντων οικονομολόγων που είχαν τιμηθεί με Νόμπελ Οικονομίας, το καλοκαίρι του 2011, κοντά στη λίμνη Κονστάνς, στα σύνορα Γερμανίας – Ελβετίας, ο προσκαλεσμένος, γνωστός μας πια, υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε προέβλεψε ότι «η ύφεση θα κρατήσει επτά χρόνια». Υπάρχουν στην οικονομική ιστορία κρίσεις που όντως κράτησαν επτά χρόνια και άλλες που κράτησαν δεκάδες χρόνια. Μπορούμε να εμπιστευθούμε την άποψη Σόιμπλε και να οργανώσουμε ανάλογα τις αντιστάσεις μας; Ο καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Νίκος Χριστοδουλάκης στο βιβλίο του Οικονομικές θεωρίες και κρίσεις με υπότιτλο Ο ιστορικός κύκλος ορθολογισμού και απερισκεψίας (εκδ. Κριτική) θέτει σειρά ερωτημάτων που εστιάζονται γύρω από το πρόβλημα του κατά πόσον μπορούμε να προβλέψουμε μια κρίση και κυρίως να την αποφύγουμε ή να την αντιμετωπίσουμε με τα καταλληλότερα εργαλεία.

Στην παγκόσμια αγορά κυκλοφορούν πολλοί με «σίγουρες» απόψεις και άλλοι, κατά δήλωσή τους «προφήτες» (Ρουμπινί, Σόρος κ.λπ.) Κάποιοι από αυτούς μπορεί όντως να προέβλεψαν την εμφάνιση ενός οικονομικού γεγονότος, αλλά η επόμενη πρόβλεψή τους να αποδείχτηκε φιάσκο. Μέχρι σήμερα έχουμε ακούσει ότι η ύφεση που άρχισε το 2008 θα τελείωνε το β’ εξάμηνο του 2009, μετά ειπώθηκε ότι το 2010 θα είναι καταληκτικό, κάποιοι είπαν το 2011, άλλοι τώρα λένε το 2015 κ.λπ. Ποιον να πιστέψεις; Και κυρίως ποιο είναι το ασφαλές κριτήριο για να μελετήσουμε μια θεωρία, η οποία θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε σωστά μέτρα αποτίμησης και αντιμετώπισης μιας επερχόμενης κρίσης; Το κακό είναι ότι οι θεωρίες, όπως και οι μέθοδοι, είναι πολλές και ο οικονομολόγος, ο αναλυτής ή ο πολιτικός δύσκολα θα επέλεγε την καλύτερη. Ο συγγραφέας, θέλοντας περισσότερο να γράψει ένα εγχειρίδιο για τις οικονομικές θεωρίες, κατέληξε σε ένα βιβλίο για μια δημιουργική θεώρηση των κρίσεων που μας γνώρισε η ανθρώπινη ιστορία μέσα από επιλεγμένα παραδείγματα.

Ο Νίκος Χριστοδουλάκης επισημαίνει ορισμένους βασικούς κινδύνους στην ανάγνωση των θεωριών. Για παράδειγμα, η θεωρία της κυκλικότητας, όπου πρώτα κάποιος επιλέγει τη θεωρία που θεωρεί πιο σωστή και κατόπιν επιλέγει τα ιστορικά παραδείγματα που την επαληθεύουν. Άλλο παράδειγμα η αυθαίρετη γενίκευση. Ένα ιστορικό παράδειγμα (ας πούμε το πώς δια- χειρίστηκαν την κρίση του 1929 οι ΗΠΑ) να αποτελεί το παράδειγμα για την κρίση του 2008. Παρακινδυνευμένο θεωρείται ακόμα αν μια οικονομική ανάλυση αντιμετωπίζει τα γεγονότα διαφορετικών εποχών ως γεννήματα απαράλλαχτων συνθηκών, αγνοώντας τις εκάστοτε κοινωνικές διαδικασίες. Η τελευταία θεωρία, προς την οποία φαίνεται να κλείνει το μάτι και ο συγγραφέας, είναι αυτή του Νάιαλ Φέργκιουσον. Σύμφωνα με αυτήν –που βασίζεται στη θεωρία του χάους– η πολλαπλότητα των πολλών εκδοχών του παρελθόντος, αποκαλούμενη και «χαοϊστορία», διαφέρει από την ιστορία που όντως συνέβη και η οποία ήταν ένα από τα πολλά μονοπάτια που θα μπορούσαν να υπάρξουν. Τέλος, ένα κλασικό λάθος είναι να μπερδεύεις το «πριν» και το «μετά» της κρίσης. Να παίρνεις δηλαδή μέτρα μετά την κρίση, αυτά που όφειλες να πάρεις πριν. Περίπτωση Ελλάδας.