• Σήμερα είναι: Τρίτη, 24 Νοεμβρίου, 2020

Γ.Προβόπουλος: για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας

Κάλεσμα ανάληψης επιθετικότερων δράσεων προς την κατεύθυνση της αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας με στόχο τη δημιουργία μεγαλύτερων και ανταγωνιστικότερων σε διεθνές επίπεδο επιχειρηματικών σχημάτων απηύθυνε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος στους τραπεζίτες και στον επιχειρηματικό κόσμο της χώρας

Μιλώντας σε ημερίδα του ΣΕΒ με θέμα “Η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων – ποιες λύσεις – ποια προοπτική” ο κεντρικός τραπεζίτης χαρακτήρισε επιτακτική την ανάγκη επιτάχυνσης της διαδικασίας μετασχηματισμού της εγχώριας αγοράς και προσαρμογής της στα νέα δεδομένα που δημιούργησε η κρίση.

Όπως εξηγησε, έπειτα από έξι χρόνια ύφεσης, που σωρευτικά έχει φτάσει το 25%, μόνο ο τραπεζικός κλάδος αναδιατάχθηκε όπως θα έπρεπε.

Σύμφωνα με τον κ. Προβόπουλο,  οι τράπεζες καλούνται να παίξουν ενα σημαίνοντα ρόλο μετά την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησής τους για τη δημιουργία αποδοτικών παραγωγικών μονάδων στους πιο δυναμικούς τομείς της οικονομίας διά της οδού των συγχωνεύσεων και των συνεργασιών.

Όπως είπε, πρόκειται για ένα εγχείρημα άμεσα συνιφασμένο με τις απαραίτητες ενέργειες εξυγίανσης των χαρτοφυλακίων χορηγήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, δεδομένου ότι ήδη ένα στα τρία επιχειρηματικά δάνεια δεν εξυπηρετείται για διάστημα άνω των τριών μηνών.

Ο κ. Προβόπουλος τόνισε χαρακτηριστικά ότι στο πλαίσιο αυτό οι περιορισμένοι χρηματοδοτικοί πόροι που διαθέτουν οι τράπεζες θα πρέπει να αξιοποιηθούν στον μεγαλύτερο βαθμό για τη στήριξη πρωτοβουλιών με προοπτικές ανάπτυξης και κερδοφορίας.

«Είναι γεγονός ότι τα χρόνια της κρίσης η τραπεζική χρηματοδότηση προς τον ιδιωτικό τομέα και ειδικότερα προς τις επιχειρήσεις περιορίστηκε σταδιακά», δήλωσε, τονίζοντας ότι«ένας σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων αντιμετωπίζει σήμερα δυσχέρειες στη χρηματοδότηση της παραγωγικής δραστηριότητας». Σημείωσε πάντως ότι η η μείωση της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις δεν είναι ένα αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.

«Η στενότητα των χρηματοδοτικών πόρων δεν προέρχεται μόνον από τον περιορισμό της τραπεζικής χρηματοδότησης, αλλά οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων» δήλωσε ο κ. Προβόπουλος, εκφράζοντας την άποψη για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το πρόβλημα, θα πρέπει να εντοπιστούν και να θεραπευτούν οι αιτίες που το δημιούργησαν.

Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη να αντιμετωπιστεί συστηματικά το ζήτημα των«κόκκινων» δανείων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, τα οποία έχουν πλέον φτάσει στο 30%. «Η παρατεταμένη επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών επηρέασε δυσμενώς τη δυνατότητα συνεπούς εκπλήρωσης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Το πρόβλημα επέτεινε η  κατάχρηση νομοθετικών διευκολύνσεων από δανειολήπτες ικανούς να εξυπηρετούν τα δάνειά τους. Έτσι, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έφτασαν στο 30%» τόνισε.

 

«Σήμερα το τραπεζικό τοπίο στην Ελλάδα έχει πλέον αλλάξει. Η ανακεφαλαιοποίηση και η αναδιάταξη του τραπεζικού συστήματος έχουν οδηγήσει σε λιγότερες και ισχυρότερες τράπεζες, που έχουν εξασφαλίσει την κεφαλαιακή τους επάρκεια, απαραίτητη για την προστασία των καταθέσεων. Αυτό αποκαθιστά σταδιακά την εμπιστοσύνη και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να ενισχυθεί μεσοπρόθεσμα η χορήγηση πιστώσεων στην οικονομία.

Βραχυχρόνια ωστόσο, εξακολουθούν να επιδρούν πολλοί παράγοντες, ώστε οι χορηγήσεις νέων δανείων να παραμένουν προς το παρόν περιορισμένες. Οι κυριότεροι από αυτούς είναι: α) οι εισροές καταθέσεων που παραμένουν χαμηλές, β) ο λόγος δανείων προς καταθέσεις πρέπει να διατηρείται σε συντηρητικό ύψος, γ) συγκριτικά με άλλες χώρες η χρηματοδότηση που λαμβάνουν οι εγχώριες τράπεζες από το ευρωσύστημα παραμένει υψηλή και θα πρέπει σταδιακά να περιοριστεί σε πιο ‘λογικά’ επίπεδα, δ) η τόνωση της εμπιστοσύνης, την οποία πέτυχε η ανακεφαλαιοποίηση αμβλύνεται από την ανησυχία που προκαλεί η συσσώρευση των δανείων σε καθυστέρηση».

 

 

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο κ Προβόπουλος υπογράμμισε ότι «στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα επείγει η ριζική αναδιάρθρωση του επιχειρηματικού τομέα. Αυτή θα θέσει σε κίνηση υγιείς επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και δυνάμεις,  ικανές να στηρίξουν τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και τη μείωση της ανεργίας. Πεποίθησή μου είναι ότι στο βαθμό που θα βελτιώνεται το επιχειρηματικό περιβάλλον και θα εμπεδώνεται η εμπιστοσύνη στο μέλλον, οι δυνάμεις αυτές θα εμφανίζονται όλο και πιο ενεργά στο προσκήνιο. Μπροστά μας τώρα βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση να μετατρέψουμε την υπό εξέλιξη σταθεροποίηση σε δυναμική ανάπτυξη πάνω σε στέρεες βάσεις».