• Σήμερα είναι: Κυριακή, 29 Νοεμβρίου, 2020

Διπλασιάζεται η διάθεση για αποεπένδυση το 2016, Ernst & Young

Οι αποεπενδύσεις βρίσκονται σε κορυφαία θέση στην ατζέντα των επιχειρήσεων για θέματα διαχείρισης κεφαλαίων, καθώς επιδιώκουν να αποσπάσουν τη μέγιστη δυνατή αξία από στρατηγικές πωλήσεις, σύμφωνα με την ετήσια έρευνα της ΕΥ «2016 Global Corporate Divestment Study».

Αντανακλώντας την αυξημένη έμφαση στις Συγχωνεύσεις και Εξαγορές (Σ&Ε) ως εργαλείο για την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων, το 49% των εταιρειών σκοπεύουν να αποεπενδύσουν στη διάρκεια των επόμενων δυο ετών, ποσοστό σημαντικά αυξημένο σε σχέση με το 20% που κατεγράφη το 2015. Παράλληλα, το ποσοστό των εταιρειών που δεν προτίθενται να προχωρήσουν σε αποεπενδύσεις μειώθηκε από 56% σε 5%. Τα στοιχεία αυτά φανερώνουν μια αυξημένη διάθεση ενίσχυσης και μετασχηματισμού των κύριων δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων σε ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Οι αποεπενδύσεις χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο ως βασικό εργαλείο ανάπτυξης, με το 70% των επιχειρήσεων να χρησιμοποιούν τα έσοδα από αυτές για να αναπτύξουν τις κύριες επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, να επενδύσουν σε νέα προϊόντα και αγορές ή να επεκταθούν σε άμεσα συμπληρωματικές δραστηριότητες. Μεταξύ των επιχειρήσεων που ολοκλήρωσαν μια αποεπένδυση το 2015, το 39% επανεπένδυσαν τα έσοδα στη βασική τους δραστηριότητα, το 20% επένδυσαν σε νέα προϊόντα, αγορές ή γεωγραφικές περιοχές, ενώ το 11% προχώρησαν σε εξαγορές. Συνολικά, το 84% πιστεύουν ότι δημιουργήθηκε μακροπρόθεσμη αξία στην υπόλοιπη επιχείρηση.

Ο κ. Τάσος Ιωσηφίδης, επικεφαλής του Τμήματος Χρηματοοικονομικών Συμβούλων ΕΥ Ελλάδας, παρατηρεί:

«Στον βαθμό που θα αρχίσει να βελτιώνεται το επενδυτικό κλίμα και στην Ελλάδα, είναι βέβαιο ότι οι επιχειρήσεις θα χρησιμοποιήσουν όλο και περισσότερο την επιλογή της αποεπένδυσης με σκοπό την εξεύρεση των απαραίτητων κεφαλαίων για ανάπτυξη των κύριων δραστηριοτήτων τους. Ήδη, τη στρατηγική αυτή ακολουθούν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, αποεπενδύοντας από τις δραστηριότητες των Βαλκανίων, καθώς και από τις επενδύσεις τους στην Ελλάδα εκτός χρηματοπιστωτικού τομέα. Οι αποεπενδύσεις αποτελούν μια στρατηγική επιλογή και για τις ελληνικές επιχειρήσεις, για τη δημιουργία μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Οι επιχειρήσεις θα τις χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο με σκοπό να χρηματοδοτήσουν νέες ευκαιρίες, να παρακολουθήσουν τις αλλαγές στις προτιμήσεις των καταναλωτών και να προωθήσουν την καινοτομία. Η έξυπνη ανακατανομή των κεφαλαίων και η συντονισμένη αξιολόγηση των χαρτοφυλακίων θα αποτελέσει προτεραιότητα για τις επιχειρήσεις το 2016».

Οι ευκαιριακές αποεπενδύσεις παραμένουν βασική αιτία πώλησης

Τη μεγαλύτερη επιτυχία σημείωσαν οι επιχειρήσεις που χρησιμοποίησαν την τελευταία τους αποεπένδυση για να χρηματοδοτήσουν εξαγορές, καθώς είχαν 62% περισσότερες πιθανότητες να καταγράψουν υψηλότερες αποτιμήσεις για το υπόλοιπο της επιχείρησης μετά την πώληση, σε σχέση με τις επιχειρήσεις που χρησιμοποίησαν τα έσοδα για να μειώσουν τον δανεισμό τους. Οι αγορές αντέδρασαν θετικά στις εταιρείες που αποεπένδυσαν το 10% της αξίας τους, καθώς οι τιμές των μετοχών τους υπεραπέδωσαν κατά 612 μονάδες βάσης ως προς τον χρηματιστηριακό δείκτη σε σχέση με τη χρονιά που προηγήθηκε της πώλησης. Για τις εταιρείες που αποεπένδυσαν το 20% τα στοιχεία ήταν ακόμη πιο θετικά, ξεπερνώντας την επίδοση της προηγούμενης χρονιάς κατά 1.104 μονάδες βάσης.

Οι ευκαιριακές αποεπενδύσεις παραμένουν ο βασικός λόγος πώλησης, καθώς σχεδόν το ένα τρίτο (31%) ακολουθεί αυτήν την οδό. Σύμφωνα με την έρευνα, οι ευκαιριακές πωλήσεις συγκεντρώνουν τις μικρότερες πιθανότητες να επηρεάσουν θετικά τις αποτιμήσεις της υπόλοιπης εταιρείας μετά την πώληση.

Η πρόσβαση σε στοιχεία η μεγαλύτερη πρόκληση για την αξιολόγηση των χαρτοφυλακίων

Το 49% των ερωτηθέντων αναφέρουν ότι η πρόσβαση σε ακριβή και πλήρη στοιχεία αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στη διαδικασία αξιολόγησης των χαρτοφυλακίων. Αποσπασματικά ή ανόμοια στοιχεία οδηγούν σε διλήμματα αναφορικά με αποφάσεις για αποεπενδύσεις, με το 81% των στελεχών να αναφέρουν ότι η κακή ποιότητα των δεδομένων καθιστά δύσκολη την αποτελεσματική ανάλυσή τους. Επιπλέον, το 42% των στελεχών δηλώνουν ότι καλούνται να ενσωματώσουν εξελιγμένα εργαλεία ανάλυσης και προσομοίωσης (business modelling tools) στις διαδικασίες αξιολόγησης του χαρτοφυλακίου για τη μέτρηση της απόδοσης.

Σύμφωνα με τον κ. Ιωσηφίδη, «στην εποχή του cloud computing, του internet of things και των big data, η μεγιστοποίηση της αξίας βασίζεται στην πληροφορία. Οφείλεις να γνωρίζεις την επιχείρησή σου καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Μελετώντας τι γνωρίζουν εξωτερικοί παράγοντες για την εταιρεία σου, τι λένε για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της και αντιλαμβανόμενος πώς αυτή η πληροφόρηση θα μπορούσε να δημιουργήσει προοπτικές ανάπτυξης ή ευάλωτα σημεία, μπορείς να διασφαλίσεις ότι η επιχείρησή σου θα πωληθεί στον σωστό χρόνο στη σωστή τιμή».

Η έρευνα αναδεικνύει επίσης πως τα εργαλεία ανάλυσης και προσομοίωσης δεν είναι το δυνατό σημείο όσων συμμετείχαν. Για παράδειγμα, το 65% αναφέρουν ότι η ανάλυση των αντιλήψεων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των πελατών τους είναι εξαιρετικά αναποτελεσματική. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε μεγάλο βαθμό παραβλέπονται, ωστόσο το 19% των επιχειρήσεων σκοπεύουν να επενδύσουν σε αυτόν τον τομέα κατά τα επόμενα δύο χρόνια.

Η πειθαρχημένη προσέγγιση αποδίδει καρπούς

Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν σαφώς ότι οι επιχειρήσεις που αποεπενδύουν στρατηγικά, προχωρώντας σε αξιολόγηση του χαρτοφυλακίου, προετοιμάζοντας τα προς πώληση στοιχεία και μελετώντας προσεκτικά πώς θα χρησιμοποιήσουν τα έσοδα από την πώληση, έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να υλοποιήσουν αποεπενδύσεις που θα επηρεάσουν θετικά την υπόλοιπη επιχείρηση μακροπρόθεσμα. Το 56% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι ελλείψεις στη διαδικασία αξιολόγησης και αποτίμησης του χαρτοφυλακίου οδήγησαν σε αποτυχία ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους της αποεπένδυσης, ενώ 44% επισημαίνει τη δυσκολία ανάδειξης της αξιολόγησης του χαρτοφυλακίου ως μια διαδικασία στρατηγικής σημασίας. Η έρευνα διαπίστωσε επίσης μια σαφή σύνδεση μεταξύ της συχνότητας των αποτιμήσεων του χαρτοφυλακίου και της επιτυχίας των αποεπενδύσεων. Μεταξύ των ερωτηθέντων που υλοποίησαν επιτυχημένες συμφωνίες, το 48% πραγματοποιούν τριμηνιαίες αξιολογήσεις και το 37% ετήσιες.

Αναμφισβήτητα, αν κάποιος επενδυτής θέλει να αναζητήσει τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις τόσο σε λογιστικά μεγέθη όσο και σε αξία κεφαλαιοποίησης δεν έχει παρά να εστιάσει στα μεγαλύτερα χρηματιστήρια του κόσμου και κυρίως σε αυτά της Νέας Υόρκης, του Τόκιο και του Λονδίνου. Τα χρηματιστήρια αυτά βρίσκονται στην κορυφή της λίστας των μεγαλύτερων χρηματιστηρίων, τόσο σε επίπεδο κεφαλαιοποίησης όσο και σε επίπεδο μεγέθους εταιρειών, των οποίων οι μετοχές διαπραγματεύονται σε αυτά. Κατά κανόνα, οι περισσότερες από τις εισηγμένες εταιρείες στις χρηματιστηριακές αυτές αγορές προέρχονται από χώρες με ισχυρότατες οικονομίες τόσο σε μικρο- όσο και σε μακρο-οικονομικό επίπεδο. Στους πίνακες 1 και 2 βλέπουμε τις ισχυρότερες χρηματιστηριακές αγορές, καθώς και τη χώρα προέλευσης των μεγαλύτερων εταιρειών.

Η ελληνική οικονομία, ευρισκόμενη στην τεσσαρακοστή πέμπτη θέση στον κόσμο βάσει ΑΕΠ (http://data.worldbank.org), εκπροσωπείται στις αγορές αυτές με 31 επιχειρήσεις, εκ των οποίων οι 23 ανήκουν στον ναυτιλιακό κλάδο (βλ. Πίνακα 3).

Αν και η διεθνής ναυτιλία επηρεάστηκε άμεσα και σε σημαντικότατο βαθμό από την πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση, η ελληνική ναυτιλία κατάφερε να διατηρήσει τη διεθνή πρωτοπορία της και μάλιστα να θέσει σε εφαρμογή ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ανανέωσης του στόλου της. Ενδεικτικές του πόσο σκληρά δοκιμάστηκε η ναυτιλία τα τελευταία χρόνια από την παγκόσμια οικονομική κρίση και από την πτώση των ναύλων είναι οι αρνητικές χρηματιστηριακές αποδόσεις που κατέγραψαν οι μετοχές των εισηγμένων ναυτιλιακών επιχειρήσεων. Ο Πίνακας 4 παρουσιάζει τις χρηματιστηριακές αποδόσεις κατά την τελευταία δεκαετία των ελληνικών ναυτιλιακών επιχειρήσεων οι οποίες είναι εισηγμένες στα αμερικάνικα χρηματιστήρια.

Το βασικό κίνητρο των ναυτιλιακών επιχειρήσεων για την εισαγωγή τους στη χρηματιστηριακή αγορά είναι η άμεση και μεγάλου ύψους χρηματοδότηση για την επέκτασή τους ή και την ανανέωση του στόλου τους με αγορές νέων πλοίων. Παραδοσιακά, η χρηματοδότηση των ναυτιλιακών επιχειρήσεων γινόταν πρωτίστως μέσω τραπεζικού δανεισμού και, κατά δεύτερο λόγο, με ιδία κεφάλαια.

Το βασικότερο πλεονέκτημα της χρηματοδότησης με τραπεζικό δανεισμό είναι ότι οι διαδικασίες είναι πολύ απλές. Ο πλοιοκτήτης ερχόταν σε επαφή με κάποια τράπεζα, συμφωνούσε τους όρους του δανείου (ποσό, επιτόκιο, περίοδο αποπληρωμής, εξασφαλίσεις) και είχε στη διάθεσή του το απαιτούμενο ποσό για την υλοποίηση των επιχειρηματικών του σχεδίων. Όσο δε μεγαλύτερο στόλο, φήμη και κερδοφορία στις επιχειρήσεις του τόσο πιο άμεσες ήταν οι διαδικασίες και πιο ευνοϊκοί οι όροι του δανείου.

Οι απαιτήσεις της τράπεζας (covenants) ήταν, σε γενικές γραμμές, απλές. Καταρχάς στο αγορασθέν πλοίο έμπαινε προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας. Επιπροσθέτως ζητούνταν και εγγύηση είτε προσωπική του πλοιοκτήτη είτε κάποιας άλλης πλοιοκτήτριας εταιρείας του ομίλου. Μια άλλη υποχρέωση ήταν ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία υποχρεούνταν να προσκομίζει οικονομικές καταστάσεις καταρτισμένες με βάση διεθνή λογιστικά πρότυπα και ελεγμένες από ορκωτό λογιστή. Τέλος, η τράπεζα έθετε περιορισμούς στη διάθεση μερισμάτων και κάθε διανομή θα έπρεπε να έχει την έγκριση της τράπεζας. Ακόμη, η εταιρεία πολλές φορές τηρούσε στην τράπεζα έναν λογαριασμό εν μέρει δεσμευμένο, με την έννοια ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού θα έπρεπε να είναι ίσο τουλάχιστον με την ερχόμενη τοκοχρεωλυτική δόση. Στον λογαριασμό αυτό, στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι ναυλωτές κατέθεταν τους ναύλους προς την πλοιοκτήτρια εταιρεία. Η τράπεζα είχε το δικαίωμα άμεσης ανάληψης από τον λογαριασμό αυτό. Μία ακόμη συνήθης υποχρέωση της εταιρείας, σε περίπτωση λήψης δανείου κυμαινόμενου επιτοκίου, ήταν η σύναψη με την τράπεζα και μιας συμφωνίας ανταλλαγής επιτοκίου (SWAP) για περιορισμό του κινδύνου επιτοκίου. Τέλος, σε περίπτωση όπου η αξία του πλοίου, όπως αυτή εμφανίζεται στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, έπεφτε κάτω από ένα ελάχιστο ποσοστό του υπολειπόμενου ποσού του δανείου, τότε οι όροι γίνονταν πιο αυστηροί, με πιο σύνηθες την απαίτηση της τράπεζας για κατάθεση σε κάποιον δεσμευμένο λογαριασμό ενός ποσού. Στο σημείο αυτό οι ορκωτοί λογιστές παίζουν βασικότατο ρόλο, διότι αυτοί, κάνοντας έλεγχο απομείωσης παγίου, κρίνουν σε ποια αξία θα πρέπει να εμφανιστεί το πλοίο στις οικονομικές καταστάσεις.

Σε γενικές γραμμές, παρατηρούμε ότι όλοι οι περιορισμοί της τράπεζας έχουν να κάνουν με την εξασφάλιση της επιστροφής των κεφαλαίων της. Όσο υπάρχει επαρκής κερδοφορία και οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις καταβάλλονται στην ώρα τους δεν υπάρχει καμία εμπλοκή της τράπεζας σε διαχειριστικά θέματα της επιχείρησης. Αλλά, και στην περίπτωση όπου υπάρχουν δυσκολίες, η εμπλοκή σε διαχειριστικά θέματα είναι περιορισμένη, σχετικά με την καταβολή μερισμάτων κυρίως.

Τα τελευταία χρόνια όμως υπάρχει μια τάση των ναυτιλιακών εταιρειών προς τις χρηματιστηριακές αγορές για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών τους σχεδίων. Μπορεί μεν η άντληση κεφαλαίων μέσω δανεισμού να είναι απλή, όπως προαναφέραμε, όμως στην περίπτωση που χρειάζονται κεφάλαια για μεγάλα επενδυτικά σχέδια, που προβλέπουν την απόκτηση περισσότερων του ενός πλοίων, οι προαναφερθείσες εξασφαλίσεις που ζητούν οι τράπεζες, καθώς και οι περιοριστικοί όροι (covenants) που θέτουν, πολλές φορές αποτελούν τροχοπέδη.

Μάλιστα η απαίτηση προσωπικών εγγυήσεων, καθώς και η συμμετοχή στην επένδυση με ιδία κεφάλαια, μπορεί να καταστήσει την επένδυση αδύνατη. Αντιθέτως, με την εισαγωγή σε μια χρηματιστηριακή αγορά η ναυτιλιακή επιχείρηση έχει μεγάλη ρευστότητα και μπορεί άμεσα και χωρίς σημαντικούς περιορισμούς να χρηματοδοτήσει τα επενδυτικά της σχέδια και να έχει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα από την επέκταση ή την ανανέωση του στόλου της. Βέβαια, η εισαγωγή σε μια χρηματιστηριακή αγορά δεν είναι εφικτή για κάθε επιχείρηση. Οι προϋποθέσεις εισαγωγής σε μια αναγνωρισμένη χρηματιστηριακή αγορά, όπως ο NASDAQ, η οποία θα εξασφαλίσει μια επάρκεια κεφαλαίων, είναι ιδιαίτερα απαιτητικές. Πέραν των τυπικών προϋποθέσεων για να εισαχθεί μια επιχείρηση στον NASDAQ (αναφερόμαστε στον NASDAQ λόγω του ότι οι περισσότερες ναυτιλιακές επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων έχουν εισαχθεί στην αγορά αυτή), θα πρέπει να έχει μια πολύ στιβαρή χρηματοοικονομική θέση και να παρουσιάζει για κάποια συνεχόμενα έτη πριν την εισαγωγή θετική κερδοφορία και θετικές ταμειακές ροές.

Βλέπουμε λοιπόν ότι επί της ουσίας δυνατότητα εισαγωγής στη χρηματιστηριακή αγορά υπάρχει μόνο για ναυτιλιακές επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν ένα μεγάλο στόλο και έχουν μια πολύ ικανοποιητική κερδοφορία. Για ναυτιλιακές επιχειρήσεις με μικρό στόλο και περιορισμένη κερδοφορία, οι οποίες αναζητούν κεφάλαια για ένα δυναμικό ξεκίνημα, ο τραπεζικός δανεισμός ίσως να είναι μονόδρομος.

Πέρα από τα «προσόντα», όμως, που θα πρέπει να έχει, μια ναυτιλιακή εταιρεία θα πρέπει να συμμορφωθεί με αρκετά αυστηρές απαιτήσεις. Οι απαιτήσεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια της αποκλειστικής και χωρίς φραγμούς διοίκησης από τον πλοιοκτήτη της επιχειρήσεώς του και, αφετέρου, την ανάγκη συμμόρφωσης της επιχείρησης με ένα ιδιαίτερα αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο διαμορφώθηκε στην αμερικάνικη χρηματιστηριακή αγορά μετά την υιοθέτηση του Sarbanes-Oxley Act το 2002.

Πιο συγκεκριμένα, η εταιρεία θα πρέπει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της αμερικάνικης Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθώς και με τις απαιτήσεις του νόμου SOX. Η συμμόρφωση αυτή απαιτεί από τη ναυτιλιακή επιχείρηση μια πάρα πολύ καλή οργάνωση σε όλα τα τμήματά της. Αυτό απαιτεί από την επιχείρηση να διαθέσει σημαντικά κεφάλαια για ειδικευμένο προσωπικό και σωστές εσωτερικές δομές. Μάλιστα, η συμμόρφωση με όλες αυτές τις απαιτήσεις πολλές φορές αποτελεί, για πολλές επιχειρήσεις, ανασταλτικό παράγοντα για την εισαγωγή στον NASDAQ. Εκτός από το κόστος, ένα άλλο βασικό αποτέλεσμα, το βασικότερο ίσως, είναι ότι ο πλοιοκτήτης χάνει εν μέρει την απόλυτη κυριαρχία του στην επιχείρηση. Για πολλές αποφάσεις, οι οποίες μέχρι πρότινος ήταν αποκλειστικά δικές του και δεν λογοδοτούσε σε κανέναν, τώρα θα πρέπει να δίνει λόγο. Για παράδειγμα, ενώ πριν την εισαγωγή μπορούσε να επιλέγει τον οποιονδήποτε προμηθευτή έκρινε αυτός, μετά την εισαγωγή του σε μια χρηματιστηριακή αγορά θα πρέπει να λαμβάνει προσφορές από διάφορους προμηθευτές και να αιτιολογεί γιατί διάλεξε κάποιον συγκεκριμένο. Αλλαγές σαν αυτή για εφοπλιστές της προηγούμενης γενιάς είναι αδιανόητες, λόγω του ότι είχαν συνηθίσει να έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε κάθε θέμα.

Οι παραπάνω απαιτήσεις για την εισαγωγή σε μια χρηματιστηριακή αγορά μέχρι τη δεκαετία του 1990 αποτελούσαν τροχοπέδη για τις περισσότερες ναυτιλιακές. Αυτό διότι είτε δεν μπορούσαν είτε γιατί οι πλοιοκτήτες δεν ήθελαν να χάσουν τον απόλυτο έλεγχο στις εταιρείες τους. Το αποτέλεσμα ήταν η εισαγωγή ναυτιλιακών επιχειρήσεων σε χρηματιστηριακή αγορά να είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται μια αλλαγή. Πλέον, πολλές σημαντικές επιχειρήσεις του κλάδου δείχνουν μια προτίμηση στην εισαγωγή τους στις χρηματιστηριακές αγορές. Κατά την προσωπική μας άποψη, οι λόγοι για τη μεταστροφή αυτή είναι οι εξής: α) η ανάληψη της εξουσίας στις επιχειρήσεις από τη νέα γενιά πλοιοκτητών, οι οποίοι βλέπουν τον εαυτό τους περισσότερο σαν μεγαλομετόχους και διοικητές ενός μεγάλου ομίλου παρά σαν ιδρυτές και αφεντικά με απεριόριστη εξουσία και β) η θέληση για γρήγορη γιγάντωση του στόλου, η εισαγωγή σε νέες αγορές πλοίων και η απόκτηση ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων, που μπορούν να επιτευχθούν με άμεση απόκτηση τεράστιων κεφαλαίων. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό μέσω της δημόσιας προσφοράς των μετοχών της εταιρείας. Ο Πίνακας 5 παρουσιάζει τις 10 μεγαλύτερες ναυτιλιακές επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων και την εισαγωγή τους ή όχι σε κάποια χρηματιστηριακή αγορά.

Από τον παραπάνω πίνακα βλέπουμε ότι είναι ξεκάθαρη η τάση πλέον των μεγάλων ναυτιλιακών επιχειρήσεων να προτιμούν την άντληση κεφαλαίων μέσω της δημόσιας εισαγωγής των μετοχών τους. Θα πρέπει όμως να αναλογιστούν ένα ρίσκο το οποίο έχει μια εισαγωγή στη χρηματιστηριακή αγορά. Στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις επενδύουν κυρίως funds, τα οποία, έχοντας πίστη στη ναυτιλιακή βιομηχανία, επενδύουν σημαντικά ποσά, τα οποία, αν και δεν είναι μεγάλα σε σχέση με το μέγεθος των επενδυτών, έχουν προοπτικές να βγάλουν και κέρδη. Η παρουσία στη ναυτιλία όμως των hedge funds, τα οποία παραδοσιακά έχουν βραχυπρόθεσμους επενδυτικούς ορίζοντες, δεν συνάδει με επενδύσεις χρονικού ορίζοντα 20-30 ετών, όπως αυτές της ναυτιλίας. Το χαρακτηριστικό αυτών των επενδυτικών σχημάτων είναι ότι προβαίνουν σε ρευστοποιήσεις των επενδύσεών τους σε βραχύ χρονικό διάστημα, γεγονός το οποίο μπορεί να είναι ένας αποσταθεροποιητικός παράγων όταν οι επικρατούσες συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές.

Για τον λόγο αυτό οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν ένα ιδιαίτερα ξεκάθαρο επενδυτικό πρόγραμμα, στο οποίο θα καθορίζονται επακριβώς οι μελλοντικές τους ανάγκες σε χρηματοδότηση για ένα μακροχρόνιο διάστημα, ώστε να δουν αν μπορούν να αντλήσουν τα ποσά αυτά κατά την αρχική τους εισαγωγή. Επίσης, σε κάθε περίπτωση να φροντίζουν στο μέλλον να έχουν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης και να μη θεωρούν τη στήριξη των μετόχων τους δεδομένη σε όποια πιθανή ανάγκη κεφαλαίων μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου.