• Σήμερα είναι: Τρίτη, 7 Ιουλίου, 2020
ΕΥΛΟΓΗ ΑΞΙΑ, ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ

Ευφροσύνη Γριζά

FSI, Deloitte Χατζηπαύλου Σοφιανός & Καμπάνης Α.Ε.

Κρίσεις, αντιρρήσεις αλλά και επιδράσεις από τη χρήση της εύλογης αξίας

 

Η δύσκολη παγκόσμια οικονομική συγκυρία, οι συνδεόμενοι με αυτήν κίνδυνοι και αβεβαιότητες, αλλά και η σημαντική επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος μέσω των δομικών αδυναμιών που αυτή ανέδειξε, δημιούργησαν πρωτοφανείς αναταράξεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας και στην ελληνική οικονομία γενικότερα, η οποία εισήλθε σε βαθιά δημοσιονομική κρίση. Το δημοσιονομικό έλλειμμα που διαμορφώθηκε στο 12,9% του ΑΕΠ το 2009 και το υψηλό δημοσιονομικό χρέος (115%), τα οποία επιβαρύνονται περαιτέρω από τη διεύρυνση των spreads των ελληνικών ομολόγων, που είναι σημαντικά μεγαλύτερα σε σχέση με άλλες χώρες μέλη της Ευρωζώνης, αποκαλύπτουν τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας: τη χαμηλή παραγωγικότητα, την επιδεινούμενη ανταγωνιστικότητα και την ανεπαρκή δημοσιονομική διαχείριση.

Η αξιολόγηση της επίδρασης της χρήσης της εύλογης αξίας στη χρηματοοικονομική επίδοση των ελληνικών τραπεζών αποκτά ιδιαίτερο νόημα και ενδιαφέρον, καθώς προσφέρει τη δυνατότητα της αξιολόγησης της επίδρασης, στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των τραπεζών, των διεθνών και των εγχώριων εξελίξεων, σε μια περίοδο ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα για την εγχώρια και διεθνή οικονομική σκηνή. Επιπλέον, καθιστά δυνατό τον εντοπισμό των σημαντικότερων κινδύνων και αδυναμιών για τις ελληνικές τράπεζες, που απορρέουν από το μακροοικονομικό περιβάλλον και την έκβαση των δημοσιονομικών προσαρμογών στην Ελλάδα, καθώς και των συνεπειών που αυτές έχουν στην οικονομία προκειμένου να δημιουργήσει προβληματισμούς στον αναγνώστη σχετικά με τη δυναμική και τη μεθοδολογία που μεταχειρίζονται ή θα πρέπει να μεταχειριστούν οι τράπεζες προκειμένου να θεσπίσουν αυστηρά πλαίσια διαχείρισης πολύπλοκων, εντεινόμενων και πρωτοφανών κινδύνων.

Ο ορισμός της εύλογης αξίας ως το ποσό για το οποίο ένα περιουσιακό στοιχείο θα μπορούσε να ανταλλαγεί μεταξύ δύο μερών που ενεργούν με τη θέλησή τους και με πλήρη γνώση των συνθηκών της αγοράς, στο πλαίσιο μιας συναλλαγής που διεξάγεται σε καθαρά εμπορική βάση, καθιστά δικαίως την υιοθέτηση της εύλογης αξίας αντικείμενο συζητήσεων, ακόμα και στο παρόν, αρκετά χρόνια μετά την είσοδό της στη λογιστική πραγματικότητα. Σημειώνεται ότι, στο πλαίσιο κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων των τραπεζών, η λογιστική της εύλογης αξίας κατέχει πολύ σημαντική θέση, γεγονός που αποδεικνύεται από το σημαντικό μέρος των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των τραπεζών που αναγνωρίζονται και επιμετρώνται σε εύλογες αξίες.

Στους υπέρμαχους της έννοιας της εύλογης αξίας ανήκει το επιχείρημα της εννοιολογικής καθαρότητας και της διαφάνειας που την διέπουν, υπό την έννοια ότι η χρήση τιμών από ενεργές αγορές επιζητά λιγότερες παραδοχές απ’ ό,τι η έννοια του ιστορικού κόστους. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι εννοιολογικά η εύλογη αξία είναι πλουσιότερη σε πληροφόρηση, δεδομένου ότι στηρίζεται σε μια αγορά, η οποία αντικατοπτρίζει τις πεποιθήσεις όλων όσοι συμμετέχουν σε αυτήν και όχι μόνο της οικονομικής μονάδας, όπως, για παράδειγμα, το ιστορικό κόστος, καθώς και ότι υπόκειται λιγότερο, σε σχέση με το ιστορικό κόστος, σε «χειραγώγηση» από πλευράς διοικήσεων των οικονομικών μονάδων. Επίσης, σημαντικό σε ό,τι αφορά τη θετική επιρροή της εύλογης αξίας στη λογιστική απεικόνιση είναι ότι η υιοθέτησή της υπήρξε ο μόνος τρόπος απεικόνισης των συναλλαγών επί παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων στις καταστάσεις οικονομικής θέσης των τραπεζών.

Από την άλλη πλευρά, οι μη υποστηρικτές της εύλογης αξίας εκφράζουν αντιρρήσεις ως προς την αρχή αυτή (θεωρητική βάση υπολογισμού της αξίας), καθώς συχνά ως εύλογη αξία παρουσιάζεται η αξία που κάποιος θα μπορούσε να λάβει από την πώληση ενός στοιχείου του ενεργητικού την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων, δίχως ωστόσο να πωλήσει σε αυτήν. Υπ’ αυτές τις συνθήκες η εύλογη αξία επιμετρά την αξία που η οικονομική μονάδα θα μπορούσε να λάβει αν πωλούσε σήμερα (θεωρητική βάση), ενώ το μοντέλο του ιστορικού κόστους βασίζεται στο τι ακριβώς σκοπεύει να πράξει αυτή με το συγκεκριμένο στοιχείο του ενεργητικού της.

Σημαντική επίσης είναι η συνδρομή της εύλογης αξίας στην ένταση του φαινομένου της υπερκυκλικότητας1 δηλαδή της δυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ του χρηματοπιστωτικού τομέα και του τομέα της πραγματικής οικονομίας, μέσω της οποίας μεγεθύνονται οι φυσικές διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου. Η υπερκυκλικότητα συμβάλλει στην εμφάνιση διαταραχών, καθώς επηρεάζει την υγιή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ικανότητά του να ανακατανέμει αποτελεσματικά τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους, μετατρέποντάς το από «απορροφητή» διαταραχών (shock absorber) σε «ενισχυτή» τους (shock amplifier).

Η εφαρμογή της αρχής της εύλογης αξίας στα λογιστικά πρότυπα εκτιμάται ότι συμβάλλει στην υπερκυκλικότητα των αποτελεσμάτων, αφού η αποτίμηση των χρηματοοικονομικών στοιχείων υποεκτιμά τον κίνδυνο σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης και υπερεκτιμά τον κίνδυνο σε περιόδους ύφεσης. Αυτό συμβαίνει διότι η εύλογη αξία δεν απαιτεί την τέλεση μιας συναλλαγής προκειμένου να αναγνωρίζει το κέρδος ή την ζημία από αυτήν (αποτίμηση) και παρέχει τη δυνατότητα για αναγνώριση νωρίτερα απ’ ό,τι σε σχέση με το ιστορικό κόστος. Προβλήματααποτίμησηςπουαποδίδονται στην εφαρμογή της αρχής της εύλογης αξίας εμφανίζονται όταν:

α. χρησιμοποιούνται μη κατάλληλα υποδείγματα και

β. χρησιμοποιούνται μη αντιπροσωπευτικές τιμές αγοράς για την αποτίμηση συγκεκριμένων στοιχείων του ισολογισμού. Οι παραπάνω συνθήκες ευνοούν την υπερεκτίμηση της αξίας των χρηματοοικονομικών προϊόντων σε ανοδικές περιόδους και την υποεκτίμηση σε καθοδικές περιόδους, με συνέπεια τη δημιουργία υπερμόχλευσης λόγω μαζικών αγορών και υπομόχλευσης λόγω μαζικών πωλήσεων αντίστοιχα2.

Τον Οκτώβριο του 2008 ο Διεθνής Οργανισμός Λογιστικών Προτύπων (IASB) εξέδωσε οδηγία για τον υπολογισμό της εύλογης αξίας των χρηματοοικονομικών προϊόντων στις αγορές χαμηλής ρευστότητας. Στην οδηγία τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι τιμές των προϊόντων σε μικρής εμπορευσιμότητας αγορές δεν είναι αντιπροσωπευτικές της πραγματικής τους αξίας και για το λόγο αυτό κρίνεται απαραίτητη η αποτίμησή τους με εσωτερικά, για κάθε χρηματοοικονομικό ίδρυμα, υποδείγματα, που θα λαμβάνουν υπόψη τις συνθήκες στις αγορές και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων.

Ωστόσο, το σημαντικότερο επιχείρημα όλων σε ό,τι αφορά την κριτική της εύλογης αξίας συνίσταται στην ευρεία ανησυχία για την αξιοπιστία των ευλόγων αξιών που χρησιμοποιούνται. Παρότι λίγα είναι τα προβλήματα που υφίστανται όταν είναι δεδομένη η ύπαρξη ενεργών αγορών και παρεμφερείς συναλλαγές λαμβάνουν χώρα σε τακτική βάση, η μετάβαση σε μοντέλα αποτίμησης για χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία δεν διαπραγματεύονται σε ενεργό αγορά είναι σαφώς ένα βήμα προς την αβεβαιότητα. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για αγορές που στο πλαίσιο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης καθίστανται ανενεργές, αφήνοντας περιθώρια για ακόμα πιο αβέβαιες αποτιμήσεις. Η αξιοπιστία, συνεπώς, των ευλόγων αξιών είναι αντιστρόφως ανάλογη της απομάκρυνσης από ενεργές αγορές.

Την 5.3.2009 και υπό τη σκιά των ανωτέρω κριτικών επί της εύλογης αξίας, αλλά κυρίως λόγω της χρηματοοικονομικής κρίσης, το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (IASB) εξέδωσε την τροποποίηση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφορήσεως 7 «Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις». Το αναθεωρημένο κείμενο απαιτεί επιπρόσθετες γνωστοποιήσεις αναφορικά με την εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών μέσων και την ιεράρχηση της επιμέτρησης των χρηματοοικονομικών στοιχείων. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω τροποποίηση, τα κονδύλια κάθε κατηγορίας χρηματοοικονομικών μέσων του ισολογισμού, που αποτιμώνται στην εύλογη αξία, θα πρέπει για σκοπούς γνωστοποιήσεων να ταξινομηθούν στα κάτωθι τρία επίπεδα, ανάλογα με την ποιότητα των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση της εύλογης αξίας τους:

i. Δεδομένα επιπέδου 1: Επίπεδο 1

– Χρηματιστηριακές τιμές σε ενεργές αγορές για χρηματοοικονομικά στοιχεία με ίδια χαρακτηριστικά. Οι τιμές αυτές πρέπει να είναι άμεσα και σε τακτά χρονικά διαστήματα διαθέσιμες από κάποιο χρηματιστήριο ή ενεργό δείκτη/αγορά και να αντιπροσωπεύουν πραγματικές και συχνές συναλλαγές σε καθαρά εμπορική βάση. Αυτό το επίπεδο περιλαμβάνει εισηγμένες μετοχές, χρεωστικούς τίτλους και διαπραγματεύσιμα παράγωγα.

ii Δεδομένα επιπέδου 2:

Χρηματοοικονομικά στοιχεία αποτιμώμενα χρησιμοποιώντας μεθόδους αποτίμησης όπου όλα τα σημαντικότερα δεδομένα προέρχονται από παρατηρήσιμες τιμές. Αυτό το επίπεδο περιλαμβάνει εξωχρηματιστηριακά παράγωγα και σύνθετα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και παθητικού.

iii Δεδομένα επιπέδου 3:

Χρηματοοικονμικά στοιχεία αποτιμώμενα χρησιμοποιώντας μεθόδους αποτίμησης με σημαντικά δεδομένα προερχόμενα από μη παρατηρήσιμες τιμές.

Επιπρόσθετα, η ανωτέρω τροποποίηση εμπεριέχει μεταβολές ως προς τις γνωστοποιήσεις για τον κίνδυνο ρευστότητας και ειδικότερα ως προς την ανάλυση της ληκτότητας των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων.

Στο πλαίσιο αυτο, τα τραπεζικά ιδρύματα προχώρησαν στη χρήση 2009 σε σχετικές γνωστοποιήσεις στις οικονομικές τους καταστάσεις.

Από την ανάλυση των σημειώσεων των οικονομικών καταστάσεων των τραπεζικών ομίλων για τη χρήση 2009, που σχετίζονται με την ιεραρχία επιμέτρησης χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που καταχωρούνται σε εύλογες αξίες, προκύπτει ότι το 74% των στοιχείων του ενεργητικού συνιστούν στοιχεία για τα οποία υφίστανται τιμές ενεργού αγοράς, το 25% αφορά δεδομένα που είναι άμεσα ή έμμεσα παρατηρήσιμα (observable) και αφορούν τα στοιχεία προς αποτίμηση και μόλις το 1% αφορά δεδομένα τα οποία προκύπτουν από εκτιμήσεις της ίδιας της επιχείρησης (μοντέλα επιμέτρησης), καθώς δεν υπάρχουν παρατηρήσιμα δεδομένα στην αγορά.

Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα σχετικά με την πολυπλοκότητα που ενέχει η χρήση των ευλόγων αξιών, ιδίως στην τρέχουσα συγκυρία, εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτή η σημασία του ρόλου του ελεγκτή σε σχέση με τον έλεγχο απο-τιμήσεων σε εύλογη αξία.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του Διεθνούς Ελεγκτικού Προτύπου 540 « Έλεγχος λογιστικών εκτιμήσεων, περιλαμβανομένων των λογιστικών εκτιμήσεων εύλογης αξίας και σχετικών γνωστοποιήσεων», ο ελεγκτής πρέπει να αποκτά κατανόηση των ακολού- θων, έτσι ώστε να παρέχεται βάση για τον εντοπισμό και την εκτίμηση των κινδύνων ουσιώδους σφάλματος για τις λογιστικές εκτιμήσεις:

➜Των απαιτήσεων του εφαρμοστέου πλαισίου χρηματοοικονομικής αναφοράς που είναι σχετικές με τις λογιστικές εκτιμήσεις, περιλαμβανομένων των συναφών γνωστοποιήσεων.

➜ Του πώς η διοίκηση εντοπίζει εκείνες τις συναλλαγές, τα γεγονότα και τις συνθήκες που μπορεί να οδηγήσουν στην ανάγκη αναγνώρισης ή γνωστοποίησης λογιστικών εκτιμήσεων στις οικονομικές καταστάσεις. Για την απόκτηση αυτής της κατανόησης, ο ελεγκτής πρέπει να θέτει διερευνητικά ερωτήματα στη διοίκηση για τις μεταβολές στις περιστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε νέες λογιστικές εκτιμήσεις ή στην ανάγκη αναθεώρησης των υφιστάμενων λογιστικών εκτιμήσεων.

➜ Του πώς η διοίκηση διενεργεί τις λογιστικές εκτιμήσεις και της κατανόησης των δεδομένων επί των οποίων αυτές βασίζονται, περιλαμβανόμενων:

➟ της μεθόδου και, όπου έχει εφαρμογή, του μοντέλου που χρησιμοποιείται στη διενέργεια λογιστικών εκτιμήσεων,

➟ των συναφών δικλίδων,

➟ του εάν η διοίκηση έχει χρησιμοποιήσει ειδήμονα

, ➟ των παραδοχών που βασίζουν τις λογιστικές εκτιμήσεις,

➟ του εάν υπήρξε ή έπρεπε να υπάρχει αλλαγή από την προηγούμενη περίοδο στις μεθόδους διενέργειας λογιστικών εκτιμήσεων και, αν ναι, γιατί, και

➟ σε καταφατική περίπτωση, πώς η διοίκηση έχει εκτιμήσει τις συνέπειες της αβεβαιότητας εκτίμησης.

Επιπλέον, ο ελεγκτής πρέπει να επισκοπεί το αποτέλεσμα των λογιστικών εκτιμήσεων που περιλαμβάνεται στις οικονομικές καταστάσεις της προηγούμενης περιόδου ή όπου έχει εφαρμογή, τη μετέπειτα επανεκτίμηση αυτών για τους σκοπούς της τρέχουσας περιόδου. Η φύση και η έκταση της επισκόπησης του ελεγκτή λαμβάνει υπόψη της τη φύση των λογιστικών εκτιμήσεων και το εάν οι πληροφορίες που λαμβάνονται από την επισκόπηση θα ήταν συναφείς με τον εντοπισμό και την εκτίμηση των κινδύνων ουσιώδους σφάλματος των λογιστικών εκτιμήσεων που πραγματοποιήθηκαν στις οικονομικές καταστάσεις της τρέχουσας περιόδου. Ωστόσο, η επισκόπηση δεν έχει σκοπό να θέσει υπό αμφισβήτηση τις κρίσεις που έγιναν κατά τις προηγούμενες περιόδους και οι οποίες βασίστηκαν σε πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες σε εκείνο το χρόνο.

Περαιτέρω, κατά τον εντοπισμό και την εκτίμηση κινδύνων ουσιώδους σφάλματος, ο ελεγκτής πρέπει να αξιολογεί το βαθμό αβεβαιότητας της εκτίμησης που σχετίζεται με μια λογιστική εκτίμηση και να ορίζει αν, κατά την κρίση του, οποιαδήποτε από αυτές τις λογιστικές εκτιμήσεις που έχουν εντοπιστεί ως έχουσες υψηλή αβεβαιότητα εκτίμησης προκαλούν σημαντικούς κινδύνους. Τέλος, ο ελεγκτής οφείλει να αποκτήσει επαρκή και κατάλληλα ελεγκτικά τεκμήρια για το εάν οι γνωστοποιήσεις στις οικονο- μικές καταστάσεις που σχετίζονται με τις λογιστικές εκτιμήσεις είναι σύμφωνες με τις απαιτήσεις του εφαρμοστέου πλαισίου χρηματοοικονομικής αναφοράς και, για τις λογιστικές εκτιμήσεις που προκαλούν σημαντικούς κινδύνους, να αξιολογήσει την επάρκεια της γνωστοποίησης για την αβεβαιότητα της εκτίμησης αυτών στις οικονομικές καταστάσεις στο πλαίσιο του εφαρμοστέου πλαισίου χρηματοοικονομικής αναφοράς.

Η ιδιαίτερη σύγχρονη οικονομική συγκυρία, με τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση των αποτελεσμάτων των τραπεζών, όπως αποδεικνύεται και από τις ενδιάμεσες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις του 2010, οι οποίες συνεχίζουν να επιβαρύνονται σημαντικά από εντεινόμενες υψηλές προβλέψεις απομείωσης δανείων και χρεογράφων, καθώς και την έλλειψη αποτελεσματικών μέτρων επαρκούς εποπτείας του φαινομένου της υπερκυκλικότητας, φαίνεται να επισκιάζει την όποια προσπάθεια των τραπεζών για ενδυνάμωση των ισολογισμών τους έναντι των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται και να καθιστά περαιτέρω αβέβαιο το χρόνο έλευσης της αναστροφής της πτωτικής πορείας της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας.

Στο ανωτέρω πλαίσιο ο ρόλος του ελεγκτή ως θεματοφύλακα του επενδυτικού κοινού καθίσταται σε κάθε περίπτωση περαιτέρω σημαντικός και πολύπλοκος. Σήμερα όσο ποτέ υπάρχει η ανάγκη για ενίσχυση θεσμών και οργάνων που θα προστατεύσουν την ομαλή λειτουργία των αγορών και την ενίσχυση του κύρους, της διαφάνειας και της αξιοπιστίας τους.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Σχετικά με την έννοια και τις μεθόδους αντιμετώπισης του φαινομένου της υπερκυκλικότητας αναφορά γίνεται στην Ενδιάμεσης Έκθεσης για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα της Τραπέζης της Ελλάδος, Δεκέμβριος 2009.

2. «Ενδιάμεση Έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα της Τραπέζης της Ελλάδος, Δεκέμβριος 2009».