• Σήμερα είναι: Κυριακή, Ιούλιος 21, 2019

ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΕΣ ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ Η ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΝΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ

ΡΩΞΑΝΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ-ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ, ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΤΗΣ GRANTTHORNTON

Ο νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος εισήγαγε στην ελληνική έννομη τάξη διάταξη –πολυσυζητημένη και επί μακρόν εξαγγελθείσα– σχετική με τις «ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες» (ΕΑΕ), αγγλιστί «controlled foreign companies» (CFC), κατά τα πρότυπα της πλειονοψηφίας των δυτικοευρωπαϊκών κρατών (άρθρο 66, ν. 4172/2013).

g

Επί της ουσίας, με τους νέους κανό- νες το ελληνικό κράτος αποκτά τη δυνατότητα να φορολογήσει τα μη διανεμηθέντα κέρδη αλλοδαπού νομικού προσώπου στο όνομα του κυρίου μετόχου του, έλληνα φορολογουμένου, φυσικού προσώπου ή επιχείρησης, εφόσον: α) ο έλληνας φορολογούμενος συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα με ποσοστό άνω του 50% στην ΕΑΕ, β) η ΕΑΕ βρίσκεται σε κράτος μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς, γ) άνω του 30% του καθαρού εισοδήματος προ φόρων της ΕΑΕ είτε αντιστοιχεί σε «παθητικό» εισόδημα (τόκοι, μερίσματα, δικαιώματα, εισόδημα από ακίνητη περιουσία) είτε πηγάζει από ασφαλιστικές, τραπεζικές ή άλλες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, και προέρχεται κατά το ήμισυ τουλάχιστον από συναλλαγές με συνδεδεμένες επιχειρήσεις, και δ) η ΕΑΕ δεν είναι εισηγμένη σε οργανωμένη αγορά.

Τα κέρδη αυτά θα φορολογούνται στο όνομα του έλληνα μετόχου ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, επομένως με συντελεστή 26% αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο ή οντότητα και με συντελεστή 33% (26% μόνο για τις πρώτες €50.000) αν ο μέτοχος είναι φυσικό πρόσωπο.

Συντασσόμενος, δε, ο έλληνας νομοθέτης με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ, C-196/04 Cadbury Schweppes), απαιτεί, επιπλέον, για την εφαρμογή της διάταξης στην περίπτωση όπου η ΕΑΕ είναι εγκατεστημένη σε κράτος – μέλος της Ε.Ε. ή του ΕΟΧ, την απόδειξη ότι η εν λόγω εγκατάσταση αποτελεί «επίπλαστη κατάσταση που δημιουργήθηκε με σκοπό την αποφυγή του αναλογούντος φόρου».

Ευπρόσδεκτη διάταξη στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας για την πάταξη της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής. Και εύλογη. Αλλά –σύνηθες φαινόμενο στο ελληνικό νομοθετικό γίγνεσθαι– τουλάχιστον αμφίβολη η πρότερη επιμελής επεξεργασία αυτής για την απρόσκοπτη εφαρμογή, ειρηνική γειτνίαση και αρμονική διάρθρωσή της με τους λοιπούς φορολογικούς κανόνες του ελληνικού και διεθνούς φορολογικού δικαίου. Γιατί τα ερωτήματα που γεννώνται με την πρώτη κιόλας ανάγνωση, και στα οποία ασφαλώς απάντηση δεν δίδει ο νέος ΚΦΕ, είναι αρκετά, και θεμελιώδη:

Καταρχάς, ποια είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία θα κριθεί ότι η αλλοδαπή εταιρεία διαθέτει κέρδη τα οποία δεν έχει διανείμει;

Πότε αυτά θα θεωρηθούν ότι αποκτώνται από τον έλληνα μέτοχο;

Και, εξάλλου, ποια είναι αυτά ακριβώς που αποκτώνται: όλα ή μόνο όσα –ευλόγως– αναλογούν στο ποσοστό συμμετοχής του στην ΕΑΕ; Ο νόμος δεν παρέχει ούτε αυτήν την προφανή διευκρίνιση.

Και ασφαλώς δεν αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της διπλής φορολόγησης την οποία αυτομάτως συνεπάγεται η μετέπειτα διανομή των αρχικώς αδιανεμήτων κερδών της ΕΑΕ ως μέρισμα στους μετόχους της.

Η υπόθεση εμπλέκεται έτι περαιτέρω, στην περίπτωση όπου ανάμεσα στην ΕΑΕ και τον έλληνα φορολογούμενο παρεμβάλλεται ενδιάμεση εταιρεία, εγκατεστημένη σε καθόλα συνεργάσιμο κράτος, το οποίο διαθέτει επίσης ανάλογους κανόνες. Τα αδιανέμητα κέρδη της ΕΑΕ θα καταλήξουν, δηλαδή, να φορολογηθούν, σύμφωνα με την καινούργια διάταξη, μία φορά στο επίπεδο της ενδιάμεσης εταιρείας, ακόμα μία στο επίπεδο του έλληνα μετόχου, και μία τρίτη όταν αυτά διανεμηθούν πλέον ως μέρισμα.

Εκτός και εάν, αντιδιαμετρικώς, εξουδετερωθεί εξ ολοκλήρου η εφαρμογή του άρθρου 66 κατ’ εφαρμογήν της εκάστοτε Σύμβασης για την Αποφυγή Διπλής Φορολογίας, βάσει της οποίας ενδέχεται τα κέρδη να θεωρηθούν ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα της ΕΑΕ και όχι του μετόχου αυτής, αποκλειστικώς φορολογούμενο στο κράτος όπου αυτή είναι εγκατεστημένη. Η νέα διάταξη, απλοϊκώς επιθετική, φαίνεται να αγνοεί το διεθνές φορολογικό στερέωμα, όπως εξάλλου και τον σχετικώς διαγόμενο διάλογο σε θεωρητικό και επιστημονικό επίπεδο.

Η επιπρόσθετη, τέλος, προϋπόθεση «αποφυγής του αναλογούντος ελληνικού φόρου» μέσω της εγκατάστασης μίας ευρωπαϊκής ΕΑΕ θα νοείται ως αντικείμενη «στο αντικείμενο, το πνεύμα και τον σκοπό των φορολογικών διατάξεων που θα ίσχυαν σε άλλη περίπτωση», όπως ορίζεται στον πρόσφατο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ή αρκεί η εκ των πραγμάτων επίτευξη χαμηλότερης φορολόγησης για την πλήρωση αυτής, δίχως να αναζητείται η «καταστρατηγική» διάθεση του φορολογουμένου.

Κράτη όπως η Γαλλία έχουν επιχειρήσει να λύσουν ορισμένα από τα ζητήματα μέσω της έννοιας των «οιονεί διανεμηθέντων μερισμάτων» (revenus reputes distribués, Deemed dividend). Και τα λοιπά ανακύπτοντα θέματα με σαφέστερες, περισσότερο επεξεργασμένες διατάξεις, διαφωτιστικές οδηγίες της φορολογικής διοίκησης. Αυτά ακριβώς που θα προσέμενε και ο έλληνας φορολογούμενος από μία πολλά υποσχόμενη φορολογική μεταρρύθμιση.