• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου, 2020

ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ: ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΣΕ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Kρίσιμα προβλήματα αναδεικνύονται, η περαιτέρω διεύρυνση, η δημιουργία τραπεζικής ένωσης, η δημιουργία ενός διχτύου ασφαλείας για τον κοινωνικό τομέα. 

Σπύρος Αλαμάνος

Γραφείο Διεθνών Σχέσεων Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (ΣΟΕΛ)

Η ελληνική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκει την Ευρώπη σε μια διαδικασία πολιτικού και θεσμικού μετασχηματισμού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση γενικά, και η Ευρωζώνη ειδικότερα, προσπαθούν να αποκτήσουν τα θεσμικά εργαλεία που θα καταστήσουν εφικτή την επιτυχή διαχείριση της οικονομικής κρίσης και θα αποσοβήσουν το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα. Έτσι, για μία ακόμη φορά μετά τη συνθήκη της Λισαβόνας του 2007, γίνεται λόγος για πρωτοβουλίες για διεύρυνση των εξουσιών του Ευρωκοινοβουλίου, για ολοένα μεγαλύτερο συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών, και επίσης για την οικονομική συνομοσπονδιοποίηση της Ευρωζώνης διά της μεταφοράς πόρων από τον βορρά στον νότο της Ευρώπης. Η Ελλάδα, δυστυχώς, δεν έχει αντικειμενικά την ισχύ ούτε και την αναγκαία επιρροή για να αρθρώσει τις δικές της προτάσεις γι’ αυτά τα ζητήματα. Η οικονομική κρίση την οποία διανύουμε έχει ουσιαστικά μειώσει την ίδια τη συμμετοχή την Ελλάδας στα ευρωπαϊκά δρώμενα. Θα μπορούσε ενδεχομένως να δράσει η Ελλάδα ως μέλος ευρωπαϊκής κοινοπραξίας των χωρών του Νότου, αλλά αυτό είναι προς στιγμήν αδύνατον, πρώτον, λόγω της παντοδυναμίας της Γερμανίας όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων και, δεύτερον, λόγω του ότι οι άλλες νοτιοευρωπαϊκές χώρες (ιδιαίτερα η Ισπανία και η Πορτογαλία) θεωρούν ότι οποιαδήποτε συνεργασία με την Ελλάδα θα τις ταυτίσει με αυτήν, κάτι που θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην αντιμετώπισή τους από τις ευρωπαϊκές αρχές. Ως εκ τούτου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν υπάρχουν τα πολιτικά περιθώρια για θεαματικές κινήσεις εκ μέρους της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της προεδρίας της.

Ο ίδιος ο θεσμός της εκ περιτροπής προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχει αποδυναμωθεί από τις μεταρρυθμίσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας του 2007, που τέθηκε σε ισχύ το 2009. Η Συνθήκη αυτή χώρισε το συμβούλιο υπουργών, το οποίο χειρίζεται πλέον τα θέματα ειδικότερου τεχνικού ενδιαφέροντος (αγροτική πολιτική, επιστημονική έρευνα κ.λπ.), από το συμβούλιο των αρχηγών κρατών, το οποίο συντονίζει θέματα γενικότερης πολιτικής κατεύθυνσης (θεσμικές μεταρρυθμίσεις, εξωτερική πολιτική, κατεύθυνση δημοσιονομικής πολιτικής), του οποίου επικεφαλής είναι ο πρόσφατα δημιουργηθείς πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο οποίος είναι αυτήν τη στιγμή ο Χέρμαν Βαν Ρομπέι. Η συνθήκη της Λισαβόνας επίσης προβλέπει τον συντονισμό των εκ περιτροπής εθνικών προεδριών διά της οργάνωσης αυτών σε τριάδες, οι οποίες θα έχουν ένα εν πολλοίς προκαθορισμένο πρόγραμμα διεκπεραίωσης ήδη αποφασισθέντων πρωτοβουλιών. Η ελληνική προεδρία είναι η τελευταία της πέμπτης τριάδας, και ακολουθεί την ιρλανδική και λιθουανική προεδρία. Το πρόγραμμα αυτής της τριάδας είχε ως προτεραιότητες τη σύνταξη και εφαρμογή του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου για την περίοδο 2014-2020 (του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού), την περαιτέρω διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς Κροατία (η οποία έγινε μέλος την 1η Ιουλίου 2013) και την Ισλανδία (της οποίας η διαδικασία ένταξης έλαβε πρόωρο τέλος μετά από ένα αρνητικό δημοψήφισμα), τη δημιουργία τραπεζικής ένωσης και τη θέσπιση ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, τα έσοδα του οποίου προορίζονται για αναδιανεμητικές δράσεις και για τη δημιουργία ενός διχτυού ασφαλείας για τον ευρωπαϊκό τομέα1. Σε αυτές τις προτεραιότητες η ελληνική προεδρία έχει προσθέσει τρεις δικές της, οι οποίες είναι η αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης, η αντιμετώπιση της ανεργίας διά της χρήσεως κοινοτικών πόρων, με επίκεντρο την ανεργία των νέων, και η προώθηση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης μέσω της επιτάχυνσης της τραπεζικής ένωσης και του καλύτερου δημοσιονομικού συντονισμού. Λόγω του ότι οι πρώτες δύο προτεραιότητες χαίρουν ευρείας κάλυψης, και λόγω της ειδικής φύσης αυτού του περιοδικού, το άρθρο αυτό θα εστιάσει την προσοχή του στον οικονομικό τομέα, όπου ανοικτά παραμένουν τα ζητήματα της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης, του φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, καθώς και της Οδηγίας για την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/43/EC σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο επί των ετησίων και ενοποιημένων ισολογισμών. Με αυτά τα θέματα θα ασχοληθούμε ειδικότερα.

Η τραπεζική ένωση προβληματίζει

Η τραπεζική ένωση αποτελεί μια προβληματική πρωτοβουλία, την οποία η ελληνική προεδρία πολύ πιθανόν να κληθεί να διαχειριστεί. Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης θεωρήθηκε ότι ήταν σκόπιμο να δημιουργηθεί μία αρχή η οποία θα αναλάμβανε την επιτήρηση, ρύθμιση και αναχρηματοδότηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα, ώστε να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που συνδέει τα εθνικά τραπεζικά συστήματα με τα κράτη, με αποτέλεσμα η αμφισβήτηση της φερεγγυότητας του ενός να οδηγεί γρήγορα στην αμφισβήτηση του άλλου. Αυτή η προσπάθεια στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: Πρώτον, στη δημιουργία ενιαίου εποπτικού μηχανισμού που θα εξετάζει την φερεγγυότητα των 130 πιο μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, μια διαδικασία που έχει ήδη αρχίσει. Δεύτερον, στη δημιουργία μηχανισμού επίλυσης κρίσεων που θα επιβάλλει σε προβληματικές τράπεζες την ανακεφαλαιοποίηση από ιδιώτες επενδυτές ή από το ίδιο το κράτος και, τρίτον, μια πανευρωπαϊκή εγγύηση καταθέσεων μέχρι τα 100 χιλιάδες ευρώ. Αυτή τη στιγμή μόνο ο πρώτος πυλώνας έχει στερεωθεί. Η Γερμανία αρνείται να επεκτείνει τη δικαιοδοσία του μηχανισμού επίλυσης κρίσεως πέρα από τις 130 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες και απαιτεί να συναποφασίζει το κράτος στο οποίο βρίσκεται η τράπεζα για το εάν ή όχι θα χρειαστεί ανακεφαλαιοποίηση. Αυτό διότι θέλει να αποφύγει τον ευρωπαϊκό έλεγχο στις περιφερειακές τράπεζες (Landesbanken), οι οποίες έχουν ως κύριο λόγο ύπαρξης την με προνομιακούς όρους δανειοδότηση των γερμανικών εξαγωγικών επιχειρήσεων και οι οποίες, για να αντισταθμίσουν την απουσία ουσιαστικού κέρδους από τη δραστηριότητα αυτή, επέλεξαν να επενδύσουν σημαντικά ποσά στην αγορά χρηματοπιστωτικών παραγώγων, με αποτέλεσμα να σημειώσουν σημαντικές απώλειες και να καταστούν ουσιαστικά αφερέγγυες. Μία πραγματική αξιολόγηση του χαρτοφυλακίου των τραπεζών αυτών θα οδηγούσε σε συγχώνευση των περιφερειακών τραπεζών και θα έπαυε τις επιδοτήσεις που λαμβάνει η γερμανική βιομηχανία με αυτόν τον τρόπο. Επίσης η Γερμανία και τα άλλα κράτη πιστωτές υποστηρίζουν ότι το κόστος της ανακεφαλαιοποίησης θα πρέπει να αναληφθεί από το κράτος στο οποίο βρίσκεται η τράπεζα και όχι από κοινοτικούς ή κρατικούς πόρους2. Αυτό ουσιαστικά επιδεινώνει την ήδη προβληματική πρόσδεση κράτους και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και θα επιτείνει την υφιστάμενη πιστωτική ασφυξία, εφόσον τα κράτη που δεν έχουν τη δυνατότητα να αναχρηματοδοτήσουν τις τράπεζές τους θα προσπαθήσουν να το αποφύγουν, διατηρώντας έτσι τις τράπεζες σε κατάσταση παραλυσίας. Ο τρίτος πυλώνας, η εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων μέχρι τα 100 χιλιάδες ευρώ μέσω ευρωπαϊκών πόρων, βρίσκει αντίθετες τις Γερμανία, Ολλανδία, Σλοβακία και Φινλανδία, που υποστηρίζουν ότι μια τέτοια εγγύηση πρέπει να συνεχίσει να είναι υπόθεση των κρατών μελών και όχι της Ένωσης συνολικά, κάτι που θα απαιτούσε μεταφορά πόρων από τον Βορρά στον Νότο3. Δεδομένης της οικονομικής ισχύος των κρατών πιστωτών της Ευρωζώνης, είναι πολύ πιθανόν ότι θα καταλήξουμε να έχουμε τραπεζική ένωση de minimis, όπου το βάρος της στήριξης του χρηματοπιστωτικού τομέα θα παραμένει στους ώμους του κάθε κράτους ξεχωριστά.

 Screen Shot 2014-08-05 at 2.29.10 μ.μ.

Φόρος στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές

 

Διχόνοια επικρατεί επίσης όσον αφορά το δεύτερο σημαντικό θέμα το οποίο θα αντιμετωπίσει η ελληνική προεδρία, αυτό του φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Ο φόρος αυτός θα αφορά τις συναλλαγές μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και θα εισπράττει το 0,1% επί των συναλλαγών που αφορούν μετοχές και ομόλογα και το 0,01% επί των πιστωτικών παραγώγων. Υπολογίζεται ότι εάν ο φόρος αυτός επιβαλλόταν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο θα οδηγούσε σε έσοδα 57 δισ εκατομμυρίων ευρώ ετησίως4. Τα έσοδα αυτά θα χρησιμοποιηθούν είτε για την άσκηση μιας επεκτατικής πολιτικής επενδύσεων στις πληττόμενες από την κρίση χώρες είτε ως απόθεμα για ενίσχυση του τραπεζικού τομέα σε περίπτωση μιας νέας κρίσης. Ο φόρος αυτός έχει διαιρέσει την Ένωση μεταξύ των χωρών που εξάγουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, όπως η Μεγάλη Βρετανία, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Κύπρος και η Μάλτα (υποστηριζόμενες από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που αντιτίθενται στην ανάμιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτόν τον τομέα) και των χωρών που έχουν σχετικά λιγότερο ανεπτυγμένους χρηματοπιστωτικούς τομείς, όπως οι Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα κ.λπ. Οι χώρες που υποστηρίζουν τον φόρο αυτό προτάσσουν την ηθική ανάγκη να πληρώσει ο χρηματοπιστωτικός τομέας την κρατική στήριξη την οποία έχει λάβει από τα κράτη, όπως επίσης και τον αποτρεπτικό ρόλο που θα παίξει ο φόρος αυτός στις καθαρά κερδοσκοπικές συναλλαγές. Οι αντιτιθέμενες χώρες υποστηρίζουν ότι ο φόρος θα πλήξει δυσανάλογα τις χώρες τους, χώρες στις οποίες ο χρηματοπιστωτικός τομέας αποτελεί μία από τις κύριες πηγές ανάπτυξης. Επίσης υποστηρίζουν ότι λόγω του μικρού του ποσοστού δεν μπορεί να παίξει το ρόλο που πολλοί φαντάζονται και ότι θα συμβάλει απλώς στη μετατόπιση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και συναλλαγών προς άλλες χώρες και δικαιοδοσίες, με μόνο αποτέλεσμα τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας. Λόγω της διχογνωμίας αυτής και της απειλής από τη Μεγάλη Βρετανία ότι θα ασκούσε βέτο στην περίπτωση προσπάθειας υιοθέτησης αυτής της ρύθμισης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποφασίσθηκε η εφαρμογή του φόρου σε επίπεδο Ευρωζώνης, με 11 συμμετέχοντα κράτη από την 1/1/20145. Όμως ανέκυψε νέο πρόβλημα μετά την αρνητική γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 6/9/2013 για τον φόρο, καθώς η υπηρεσία έκρινε ότι ο φόρος αφορά σε μεγάλο βαθμό συναλλαγές που δεν ενέχουν συστημικό κίνδυνο, καθώς και ότι θα υπερέβαινε την κρατική δικαιοδοσία, καθόσον αφορά τη φορολόγηση σύμφωνα με το διεθνές εθιμικό δίκαιο, καθώς ο φόρος θα επιβαλλόταν σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μη συμμετεχόντων κρατών6. Ως εκ τούτου αποφασίσθηκε να αναδιατυπωθεί η ρύθμιση από την Κομισιόν και να υιοθετηθεί, έχοντας υπερβεί τα νομικά κωλύματα, προς το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2014, δηλαδή προς το τέλος της ελληνικής προεδρίας. Η Ελλάδα θα συμμετάσχει στην εφαρμογή του φόρου, αλλά δεν έχει μέχρι στιγμής αρθρώσει κάποια συγκεκριμένη πρόταση σχετικά με την τελική μορφή που θα λάβει ο φόρος και αναμένει την τελική πρόταση της Κομισιόν.

Ελεγκτικές υπηρεσίες

Η νέα τροποποιητική Οδηγία για τον ανταγωνισμό στην αγορά ελεγκτικών υπηρεσιών, παρά τις προσπάθειες της λιθουανικής προεδρίας να φέρει εις πέρα την διαδικασία τροποποίησης και τελικής υιοθέτησης μέχρι το τέλος του χρόνου, φαίνεται ότι θα απασχολήσει και την ελληνική προεδρία. Η Οδηγία τροποποίησης της Οδηγίας 2006/43/EC έχει στόχο τόσο την αύξηση του ανταγωνισμού στην αγορά ελεγκτικών υπηρεσιών όσο και τη βελτίωση της ποιότητας του ελεγκτικού έργου, δεδομένης και της επικρατούσας παγκοσμίως αντίληψης περί αποτυχίας των ελεγκτικών εταιρειών να διαγνώσουν τα προβλήματα τραπεζών και εταιρειών πριν την κρίση7. Ένα προτεινόμενο μέσο αύξησης του ανταγωνισμού είναι η υποχρεωτική αλλαγή ελεγκτή, καθώς και τα ανώτατα χρονικά όρια παροχής υπηρεσιών προς μία εταιρεία. Καταρχήν συζητήθηκε η υποχρεωτική αλλαγή ελεγκτή κάθε 6 χρόνια, αλλά αυτό απορρίφθηκε διότι κάτι τέτοιο θα επέβαλλε σημαντικό κόστος στις ελεγχόμενες εταιρείες, δεδομένου ότι χρειάζονται 2 έως 3 χρόνια για μια ελεγκτική εταιρεία να κατανοήσει τις ανάγκες και ιδιαιτερότητες ενός νέου πελάτη. Η υποχρεωτική αλλαγή ελεγκτή θα οδηγούσε έτσι σε μία πτώση της ποιότητας του λογιστικού έργου, κάτι το οποίο αντίκειται στους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφού απορρίφθηκε αυτή η πρόταση, η νομική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πηγαίνοντας στο άλλο άκρο, χαρακτήρισε ως θεμιτή τη διατήρηση της ίδιας ελεγκτικής εταιρείας από μία ελεγχόμενη μέχρι και έως 25 χρόνια. Αυτό θεωρήθηκε υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα και γι’ αυτόν τον λόγο η πρόταση απορρίφθηκε. Αυτήν τη στιγμή συζητείται μεταξύ Συμβουλίου υπουργών, Επιτροπής και Κοινοβουλίου η επιβολή ανωτάτου ορίου 15 ετών στην παροχή υπηρεσιών από μία ελεγκτική εταιρεία προς μία ελεγχόμενη. Ένας άλλος τρόπος αύξησης του ανταγωνισμού θεωρήθηκε ότι είναι η επιβολή ανώτατου μεριδίου αγοράς στις μεγάλες ελεγκτικές εταιρείες. Αυτή η πρόταση θεωρήθηκε ότι θα περιόριζε την δυνατότητα των ελεγχομένων εταιρειών να επιλέξουν ελεγκτή και εντέλει απορρίφθηκε8. Από τις προτάσεις που φαίνεται ότι θα εφαρμοσθούν είναι η θέσπιση ευρωπαϊκού διαβατηρίου που θα δίνει τη δυνατότητα σε ελεγκτικές εταιρείες που εδρεύουν σε μια χώρα να αναλάβουν ελεγκτικό έργο σε εταιρεία που εδρεύει σε άλλη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι γίνεται έλεγχος από κοινού με μία ελεγκτική εταιρεία που εδρεύει στη χώρα της ελεγχόμενης. Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ψάχνει και σε αυτήν την περίπτωση μία μέση οδό που θα αυξάνει τον ανταγωνισμό χωρίς να επιβάλλει υπερβολικό κόστος στις ελεγχόμενες εταιρείες, ειδικότερα στις μικρές και μεσαίες. Το Υπουργείο Οικονομικών που πιθανότατα θα κληθεί να αναλάβει το θέμα θα πρέπει να βρει τη χρυσή τομή.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι ακόμα και εάν ο θεσμός της εκ περιτροπής προεδρίας έχει χάσει ένα σημαντικό μέρος της αίγλης του, και εάν οι σημερινές πολιτικές ισορροπίες δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για πρωτοβουλίες, αυτό δεν σημαίνει ότι η προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ενέχει σημαντικές προκλήσεις, εάν όχι πολιτικής, τουλάχιστον διαχειριστικής και τεχνικής φύσεως. Η ελληνική προεδρία θα πρέπει να χειριστεί και να συντονίσει τον χειρισμό σημαντικών θεμάτων που θα καθορίσουν την μελλοντική πορεία της Ένωσης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. 18 month programme of the Council (1 January 2013 – 30 June 2014): http://register.consilium.europa.eu/pdf/en/12/st17/st17426.en12.pdf

2. German SPD Pressures Schaeuble to Resist Bank Recapitalization: http://www.bloomberg.com/news/2013-10-16/german-spd-pressures-schaeuble-to-resist-bank-recapitalization.html

3. JP The European Banking Union – JP Morgan Asset Management: http://passthrough.fw-notify.net/download/048040/http://www.jpmorganam.com.hk/mi/mb/MI_MB-EuropeanBankingUnion20131108.pdf

4. Commission Staff Working Paper Executive Summary of the Impact Assessment: http://ec.europa.eu/taxation_customs/resources/documents/taxation/other_taxes/financial_sector/summ_impact_assesmt_en.pdf

5. European Commission, “Proposal for a Council Directive Implementing Enhanced Cooperation in the Area of Financial Transaction Tax,” Brussels, 14 Feb 2013: http://ec.europa.eu/taxation_customs/resources/documents/taxation/com_2013_71_en.pdf

6.  http://blogs.ft.com/brusselsblog/2013/09/eu-legal-opinion-against-the-ftt-full-text

7.  Directive Of The European Parliament And Of The Council Amending Directive 2006/43/EC on Statutory Audits Of Annual Accounts and Consolidated Accounts:  http://ec.europa.eu/internal_market/auditing/docs/reform/COM_2011_778_en.pdf

  1. http://www.euractiv.com/euro-finance/meps-dilute-audit-reform-rules-news-519375