• Σήμερα είναι: Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2020

Ενίσχυση της <<ποιοτικής>> επιχειρηματικότητας για έξοδο από την ύφεση

Σταύρος Ιωαννίδης

Πάντειο πανεπιστήμιο –IOBE

Η ελληνική οικονομία διέρχεται τη σημαντικότερη κρίση μετά τον πόλεμο. Μολονότι η οικονομική πολιτική έχει θέσει στο επίκεντρο, και δικαίως, τα δημοσιονομικά προβλήματα, γίνεται κάθε μέρα και περισσότερο φανερό ότι είναι επιτακτική ανάγκη η επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Και η απελευθέρωση της «επιχειρηματικότητας» αποτελεί το βασικό μοχλό για την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας.

 

Μια σημαντική δεξαμενή επιχειρηματικότητας είναι τα νέα εγχειρήματα που εκδηλώνονται στη χώρα, ή εκείνα που έχουν ξεκινήσει πολύ πρόσφατα χωρίς ακόμα να έχουν φτάσει στη φάση της ωρίμανσης. Για λόγους συντομίας, αναφερόμαστε σε αυτήν ως τη «νέα επιχειρηματικότητα». Για μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου το 98% των επιχειρήσεων απασχολούν λιγότερα από δέκα άτομα, η νέα επιχειρηματικότητα συνιστά προφανώς μιαν εξαιρετικά σημαντική συνιστώσα της συνολικής προσφοράς επιχειρηματικότητας.

Η νέα επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα έχει αποτελέσει συστηματικό αντικείμενο έρευνας του ΙΟΒΕ τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο του ετήσιου ερευνητικού προγράμματος του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας (Global Entrepreneurship Monitor, GEM), του οποίου το ΙΟΒΕ αποτελεί τον ελληνικό εταίρο. Στη συνέχεια θα επικεντρωθούμε σε δύο ζητήματα σχετικά με τη νέα επιχειρηματικότητα στη χώρα μας:

α) κάποια γενικά της χαρακτηριστικά που φαίνεται ότι δεν μεταβάλλονται μέσα στο χρόνο και

β) τον τρόπο με τον οποίο η νέα επιχειρηματική δραστηριότητα φαίνεται ότι αντέδρασε στα πρώτα σημάδια της κρίσης.

 

Τα ερευνητικό πρόγραμμα του GEM

Με δεδομένη τη σημασία του ερευνητικού προγράμματος για τη μελέτη της επιχειρηματικότητας, κρίνεται απαραίτητο να επισημανθούν εδώ τα βασικά του χαρακτηριστικά. Το GEM αποτελεί το μοναδικό ερευνητικό πρόγραμμα παγκοσμίως που μελετά την επιχειρηματικότητα σε διαχρονική βάση και συγκριτικά για συγκεκριμένες χώρες και περιοχές του πλανήτη. Το πρόγραμμα επιχειρεί να προσεγγίσει τρία κεντρικά ερωτήματα:

– Πώς μπορεί να μετρηθεί το επίπεδο επιχειρηματικότητας σε μια χώρα και, κυρίως, πώς μπορούν να εξηγηθούν οι διαφορές ανάμεσα στις χώρες;

– Υπάρχει σχέση ανάμεσα στις διαφορές στο επίπεδο της επιχειρηματικότητας κάθε χώρας και στους αντίστοιχους ρυθμούς ανάπτυξης;

– Ποια εθνικά χαρακτηριστικά εξηγούν τις διαφορές στην επιχειρηματικότητα;

Τα στοιχεία που προκύπτουν από το πρόγραμμα σε ετήσια βάση παρέχουν τη δυνατότητα προσέγγισης σημαντικότατων ερωτημάτων και σε εθνικό επίπεδο. Και μάλιστα, λόγω του διαχρονικού και συγκριτικού χαρακτήρα της έρευνας, τα στοιχεία αυτά, καθώς και τα συμπεράσματα της ανάλυσης, επιτρέπουν την ευκολότερη αξιολόγηση τόσο της εξέλιξης μιας χώρας στο ζήτημα της επιχειρηματικότητας όσο και την αξιολόγηση των εναλλακτικών προτάσεων για την ενίσχυσή της, που προτείνονται από τις ερευνητικές ομάδες διαφόρων χωρών.

Για να είναι δυνατή η μέτρηση διαφόρων πλευρών του φαινομένου της επιχειρηματικότητας σε διαχρονική και ταυτόχρο- να διεθνική βάση, η έννοια πρέπει να οριστεί με ακρίβεια. Για τις ανάγκες λοιπόν του ερευνητικού προγράμματος, το GEM ορίζει την επιχειρηματικότητα ως:

Κάθε προσπάθεια για δημιουργία νέας επιχείρησης ή νέας δραστηριότητας, όπως το ελεύθερο επάγγελμα, η δημιουργία ενός νέου επιχειρηματικού οργανισμού ή η επέκταση ήδη υπάρχουσας επιχείρησης, που γίνεται από έναν ιδιώτη, από ομάδες ιδιωτών ή από επιχειρήσεις που ήδη λειτουργούν.

Η έρευνα διεξάγεται από μία εθνική ομάδα σε κάθε χώρα (το 2010 πήραν μέρος 60 χώρες). Βασίζεται σε ένα κοινό για όλες τις ομάδες υπόδειγμα, που ορίζει τις μεταβλητές (τόσο ποσοτικές όσο και ποιοτικές) οι οποίες θεωρείται ότι επηρεάζουν το επίπεδο της επιχειρηματικότητας σε μια χώρα και για τις οποίες κάθε εθνική ομάδα πρέπει να συγκεντρώσει και να επεξεργαστεί τα αντίστοιχα δεδομένα.

 

Τα βασικά ευρήματα των τελευταίων ετών και η κρίση

Ο βασικός τύπος επιχειρηματικότητας που διερευνά το GEM είναι η λεγόμενη επιχειρηματικότητα «αρχικών σταδίων», που περιλαμβάνει άτομα που βρίσκονται στις πρώτες φάσεις εκκίνησης ενός επιχειρηματικού εγχειρήματος. Με δείκτη επι- χειρηματικότητας αρχικών σταδίων 8,8% το 2009, η Ελλάδα εμφανίζει επίπεδα επιχειρηματικότητας παρόμοια εκείνων των ανεπτυγμένων χωρών του πλανήτη.

Τα πέντε πρώτα χρόνια ελληνικής συμμετοχής στο πρόγραμμα του GEM (2003- 2007), το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού που βρισκόταν στα πρώτα στάδια επιχειρηματικής δραστηριότητας ήταν σταθερά γύρω στο 6% ετησίως. Το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα είναι λοιπόν ο τρόπος με τον οποίο η νέα επιχειρηματικότητα αντιδρά στην Ελλάδα στα πρώτα σημάδια της κρίσης, κατά τη διετία δηλαδή 2008-2009. Στην έρευνα του 2008 ο δείκτης της νέας επιχειρηματικότητας σχεδόν διπλασιάζεται σε σύγκριση με το παρελθόν, καθώς φτάνει στο 9,9%. Είναι ενδιαφέρον ότι καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν εμφανίζει αυτό το φαινόμενο. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι, για την ελληνική οικονομία το 2008, η παγκόσμια κρίση είναι ακόμα περισσότερο ένας απόηχος από τη Δυτική Ευρώπη και κυρίως τις ΗΠΑ, παρά μια αισθητή πραγματικότητα. Φαίνεται λοιπόν ότι, μπροστά στο φόβο της επερχόμενης κρίσης, οι Έλληνες κάνουν αυτό που γνωρίζουν καλά, στρέφονται δηλαδή ραγδαία προς την αυτοαπασχόληση. Ας σημειωθεί ότι αυτός ο τρόπος αντίδρασης παρατηρείται σε χώρες χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης και όχι στις ανεπτυγμένες χώρες, στις οποίες ανήκει και η Ελλάδα.

Ταυτόχρονα, τα προηγούμενα χρόνια η χώρα μας υστερούσε σε μια σειρά ποιοτικών δεικτών. Για παράδειγμα, η επιχειρη- ματικότητα «ανάγκης» (τα άτομα δηλαδή που δραστηριοποιούνταν επιχειρηματικά επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή απασχόλη- σης) ήταν υψηλή. Το μεγαλύτερο μέρος των νέων εγχειρημάτων προσέφεραν υπηρεσίες κατευθείαν στον τελικό καταναλωτή. Οι Έλληνες δήλωναν ότι δεν βλέπουν καλές επιχειρηματικές ευκαιρίες στο περιβάλλον τους, παρά το ότι η χώρα αναπτυσσόταν με υψηλούς ρυθμούς. Κύρια πηγή χρηματοδότησης της νέας επιχειρηματικότητας ήταν η στενή οικογένεια, με ό,τι αυτό σημαίνει για την επάρκεια πόρων αλλά και το κατά πόσον οι πόροι αυτοί χρησιμοποιούνταν ορθολογικά. Τέλος, ο καινοτομικός χαρακτήρας των νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών ήταν εξαιρετικά χαμηλός, καθώς ελάχιστοι νέοι επιχειρηματίες θεωρούσαν ότι το προϊόν ή η υπηρεσία που προσφέρουν αντιμετωπίζεται ως κάτι εντελώς νέο από τους πελάτες τους.

Αυτοί οι ήδη χαμηλοί ποιοτικοί δείκτες της νέας επιχειρηματικότητας επιδεινώνονται περαιτέρω στην Ελλάδα το 2008. Η επιχειρηματικότητα ανάγκης εκτινάσσεται, κάτι που σημαίνει ότι κάποιοι δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά από φόβο για το μέλλον των θέσεων εργασίας τους. Η εικόνα δε χειροτερεύει περαιτέρω σχετικά με την κλαδική διάσταση της νέας επιχειρηματικότητας (ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό νέων επιχειρημάτων απευθύνεται στον τελικό καταναλωτή), την καινο- τομικότητα (λιγότερες νέες επιχειρήσεις προσφέρουν καινοτομικά προϊόντα και υπηρεσίες) κ.ά. Με άλλα λόγια, τα πρώτα σημάδια της κρίσης πλήττουν στην Ελλάδα κυρίως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της νέας επιχειρηματικότητας.

Πολύ πιο καθαρά, η ίδια εικόνα προκύπτει και από την έρευνα του 2009. Ο γενικός δείκτης της νέας επιχειρηματικότητας πέφτει στο 8,8%, αποτέλεσμα βεβαίως της γενικότερης οικονομικής δυσπραγίας, λόγω της κρίσης που φτάνει πλέον και στην Ελλάδα. Υψηλή παραμένει ακόμα και η επιχειρηματικότητα ανάγκης, κάτι που υποδηλώνει ότι το κίνητρο της εξασφάλισης απασχόλησης εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην επιχειρηματική δραστηριοποίηση.

 

Η επίπτωση της κρίσης στις επιχειρηματικές ευκαιρίες

Αλλά το 2009 διερευνήθηκε άμεσα το προφίλ των νέων επιχειρηματιών που πιστεύουν ότι η παγκόσμια κρίση συρρικνώνει τις ευκαιρίες για την επιχείρησή τους, και εδώ προκύπτουν τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα. Αυτοί που απαντούν ότι η κρίση θα τους επηρεάσει έχουν πρόσφατα δραστηριοποιηθεί στη μεταποίηση κατά 62,2% και σε υπηρεσίες προς τον τελικό καταναλωτή κατά 37,8%, όταν τα ποσοστά στο σύνολο των νέων επιχειρηματιών είναι 36,5% και 46,5% αντίστοιχα. Με άλλα λόγια, αυτοί που φοβούνται περισσότερο ότι θα τους επηρεάσει η κρίση είναι εκείνοι που ασχολούνται με τον «δύσκολο» τομέα της μεταποίησης και όχι εκείνοι που έχουν πελάτη τον τελικό καταναλωτή. Το 22,8% εκείνων που πιστεύουν ότι η κρίση θα τους επηρεάσει αρνητικά εισάγουν καινοτομικά προϊόντα και υπηρεσίες. Το αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο των νέων επιχειρηματιών είναι μόλις 13,1%, κάτι που υποδηλώνει ότι είναι κυρίως οι καινοτόμοι που φοβούνται ότι θα επηρεαστούν από την κρίση.

Το 22,8% όσων φοβούνται ότι η κρίση θα τους επηρεάσει έχουν εισαγάγει τεχνολογίες και διεργασίες που είναι πολύ πρόσφατες (μόλις το 10,3% στο σύνολο των νέων επιχειρηματιών). Με άλλα λόγια, είναι τα πιο τεχνολογικά προηγμένα εγχειρήματα που φοβούνται ότι θα επηρεαστούν. Τέλος, το 46,8% των νέων επιχειρηματιών που ανησυχούν λόγω της κρίσης προτίθενται να απασχολήσουν ανάμεσα σε 6 και 19 άτομα την επόμενη πενταετία, όταν στο σύνολο το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 7,4%. Είναι λοιπόν οι επιχειρηματίες με τις πιο αισιόδοξες προοπτικές δημιουργίας απασχόλησης που ανησυχούν για την κρίση.

Ωστόσο, υπάρχει και η θετική όψη του νομίσματος, η οποία προκύπτει από την εξέταση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των εγχειρημάτων που οι ιδρυτές τους θεωρούν ότι η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες. Οι επιχειρηματίες αυτοί διακρίνονται από εξωστρέφεια, καθώς το 35% έχει πάνω από τα 3/4 του πελατολογίου στο εξωτερικό. Έχουν αυξημένη καινοτομικότητα προϊόντος, καθώς πάνω από τα 2/3 αυτών δηλώνουν ότι όλοι οι πελάτες τους θεωρούν πως το προσφερόμενο προϊόν/ υπηρεσία δεν προσφέρεται από άλλους ανταγωνιστές. Ως εκ τούτου, οι μισοί από αυτούς τους επιχειρηματίες δραστηριοποιείται σε μια αγορά με λίγους ή και κανέναν ανταγωνιστή. Τέλος, οι επιχειρηματίες αυτοί διακατέχονται σε μικρότερο βαθμό από το φόβο της αποτυχίας, καθώς μόνον ένας στους τέσσερις ομολογεί ότι η ενδεχόμενη αποτυχία θα τον απέτρεπε από το να εισέλθει στον επιχειρηματικό στίβο. Τα ευρήματα αυτά σηματοδοτούν μία πολύ σύνθετη πραγματικότητα. Αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημα της μικρής επιχειρηματικότητας στη χώρα μας δεν είναι μόνο ποσοτικό, αλλά είναι κυρίως ποιοτικό. Από τη μια πλευρά, η κρίση χτυπά πολύ περισσότερο τις «ποιοτικές» επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, εκείνες δηλαδή που αναμένεται ότι θα έχουν το ισχυρότερο αναπτυξιακό αποτέλεσμα στο μέλλον. Ο μεγάλος κίνδυνος είναι λοιπόν να συρρικνωθούν μεσοπρόθεσμα εκείνες ακριβώς οι επιχειρηματικές δραστηριότητες τις οποίες έχει περισσότερο ανάγκη η χώρα για την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, είναι ταυτόχρονα οι ποιοτικότερες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες που δείχνουν ικανότερες να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες που δημιουργεί η κρίση. Με άλλα λόγια, αυτά είναι τα επιχειρηματικά εγχειρήματα που είναι σε θέση να ανασύρουν την οικονομία από την ύφεση.

Οι διαπιστώσεις αυτές είναι κρίσιμες για τον σχεδιασμό πολιτικών τόνωσης της νέας επιχειρηματικότητας στη διάρκεια της ύφεσης. Τα τεράστια δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας εκμηδενίζουν τις χρηματοδοτικές δυνατότητες μέσω κρατικών προγραμμάτων (με εξαίρεση τα προγράμματα του ΕΣΠΑ). Στις σημερινές συνθήκες ύφεσης, αυτό λοιπόν που έχει ιδιαίτερη σημασία δεν είναι μέτρα που αποσκοπούν στη διευκόλυνση ίδρυσης νέων επιχειρήσεων γενικώς, αλλά πολιτικές που μπορούν να ενθαρρύνουν και να προωθήσουν νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες με σημαντικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Η ενθάρρυνση νέων επιχειρήσεων που εφαρμόζουν ερευνητικά αποτελέσματα, το επίπεδο εκπαίδευσης των νέων επιχειρηματιών και του προσωπικού που προτίθενται να προσλάβουν, το επίπεδο καινοτομικότητας και εξωστρέφειας των εγχειρημάτων τους, είναι με- ρικά παραδείγματα ως προς τα κριτήρια που πρέπει να θέσουν σε προτεραιότητα πολιτικές που αποσκοπούν στην ενίσχυση της ποιοτικής επιχειρηματικότητας. Δυστυχώς, πρόκειται για πολιτικές που δεν θα έχουν βραχυπρόθεσμη απόδοση. Μεσοπρόθεσμα, όμως, είναι οι μόνες που μπορούν να ενισχύσουν μια νέα επιχειρηματικότητα με πραγματικά αναπτυξιακά χαρακτηριστικά.