• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 2 Ιουλίου, 2020
Η ΕΛΛΑΔΑ 10 ΧΡΟΝΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ (ΜΕΓΑΛΗ ΕΡΕΥΝΑ Mc KINSEY)

Tο κείμενο αυτό αποτελεί μία περίληψη της μελέτης και περιλαμβάνει τη σύνοψη των κυριότερων συμπερασμάτων της. η περίληψη αυτή αποτελεί μετάφραση της πρωτότυπης αγγλικής έκδοσης, η οποία και υπερισχύει της ελληνικής. και οι δύο εκδόσεις είναι διαθέσιμες για κάθε ενδιαφερόμενο στην ιστοσελίδα της mckinsey & company αθήνας (www.mckinsey.gr).

 

Έρευνα

mckinsey & company, athens office

ή ελλαΔα

10 χρονια

μπροςτα

Προσδιορίζοντας το νέο μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας

 

Η μελέτη «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά» επιχει- ρεί να προσδιορίσει το μοντέλο και τη στρατηγι- κή ανάπτυξης που θα πρέπει να ακολουθηθεί σε ορίζοντα δεκαετίας, χρησιμοποιώντας ως βάση την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια και την τόνωση των επενδύσεων και της απασχόλησης.

Για να εκπληρώσει το σκοπό αυτό, η μελέτη ανα- λύει τη δομή και τις προοπτικές ανάπτυξης βασι- κών τομέων της οικονομίας, καθώς και δομικούς παράγοντες, προβλήματα και ευκαιρίες στην ελ- ληνική οικονομία συνολικά. Στη συνέχεια, η με- λέτη επικεντρώνεται στους πέντε μεγαλύτερους κλάδους παραγωγής (σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας) και σε οκτώ δυναμικούς υποκλάδους («αναδυόμενοι αστέρες»), που συλ- λογικά έχουν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν καθοριστικά στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας τα επόμενα χρόνια, αναγνωρίζοντας ότι μπορεί να υπάρχουν πρόσθετες ευκαιρίες ανά- πτυξης σε επιπλέον κλάδους ή υποκλάδους που δεν έχουν αναλυθεί στη μελέτη αυτή.

Η μελέτη προτείνει ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας για την επόμενη δεκαετία, καθώς και τις προδιαγραφές για την επανεκκίνηση της ανά- πτυξης αυτής και πάνω από 100 εξειδικευμένες κλαδικές και οριζόντιες δράσεις, που αφορούν τό- σο το κράτος όσο και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Η μελέτη «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά» ξεκίνη- σε το Δεκέμβριο του 2010, ολοκληρώθηκε το Σε- πτέμβριο του 2011 και εκπονήθηκε από το γραφείο της McKinsey & Company στην Αθήνα. Χορηγοί της μελέτης ήταν ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών, η Ελληνική Ένωση Τραπεζών και η ίδια η McKinsey & Company. Το αποτέλεσμα είναι μία ανεξάρτητη μελέτη, που απηχεί αποκλειστικά και μόνο τα αποτελέσματα των αναλύσεων και τα συμπεράσματα που εξήγαγε η McKinsey & Company.

 

Πριν από τρία χρόνια η Ελλάδα εισήλθε σε φάση βαθιάς ύφεσης, από την οποία προ- σπαθεί να ανακάμψει. Οι ιδιωτικές και δημό- σιες επενδύσεις περιορίστηκαν σημαντικά. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ διο- γκώθηκε σημαντικά και το κράτος επαφίεται πλέον σε έκτακτες δανειακές εισφορές από επίσημουςφορείςγιαναχρηματοδοτήσειτις κοινωνικές δαπάνες, τους μισθούς και το δη- μοσιονομικό έλλειμμα. Πέρα από την κρίση ελλείμματος και χρέους, η χώρα αντιμετωπί- ζει προκλήσεις ως προς την ανταγωνιστικό- τητά της και την προοπτική απασχόλησης του ανθρώπινου δυναμικού της. Υπολείπε- ται των ευρωπαϊκών της εταίρων σε κρίσιμα μεγέθη, όπως οι άμεσες ξένες επενδύσεις, η παραγωγικότητα της εργασίας και ο βαθμός συμμετοχής του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό. Η ελληνική οικονομία αδυνατεί να προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης, ιδι- αίτερα στους νέους και στις γυναίκες, και πάσχει από χαμηλό ποσοστό κινητικότητας του εργατικού δυναμικού, γεγονός που δυ- σχεραίνει την εύρεση εργασίας για τους νεο- εισερχόμενους στην αγορά. Με την πάροδο του χρόνου, η ύφεση μετατρέπεται ραγδαία σε κρίση απασχόλησης, με το επίσημο πο- σοστό ανεργίας να πλησιάζει το 17%.

Μια σειρά αλληλεξαρτώμενων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων έχει συντελέσει στη χαμηλή ανταγωνιστι- κότητα, στην υστέρηση των ξένων επενδύ- σεων και στο πρόβλημα της απασχόλησης στην Ελλάδα. Η ελληνική οικονομία έχει αναπτυχθεί βάσει μίας δομής ζήτησης που δεν είναι βιώσιμη και χρόνιες συνθήκες που δεν ευνοούν την επιχειρηματικότητα. Ο προ- γραμματισμός και η υλοποίηση των επενδύ- σεων αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια, που αυξάνουν το κόστος. Η ελληνική αγορά είναι μία από τις πλέον υπερρυθμιζόμενες στην Ευρώπη, με γραφειοκρατία που επηρεάζει ευρέως τις επενδύσεις, από την επιχειρημα- τική εκμετάλλευση της γης μέχρι το βαθμό ανταγωνισμού μέσα στα πολλά ελεγχόμενα («κλειστά») επαγγέλματα. Στα δικαστήρια καθυστερεί ένας μεγάλος αριθμός επενδυ- τικών σχεδίων, με αποτέλεσμα να χάνονται διεθνή επενδυτικά κεφάλαια τα οποία η οικονομία έχει απόλυτη ανάγκη. Ένα περίπλοκο διοικητικό και φορολογικό σύστημα δημιουργεί νομικά, γραφειοκρατικά και δι- αδικαστικά αντικίνητρα στην προσπάθεια ίδρυσης ή και επέκτασης των επιχειρήσε- ων, ενώ παράλληλα αδυνατεί να εισπράξει ετήσια φοροδιαφυγή της τάξης των €15-20 δισ., ποσό που θα επαρκούσε για να καλύψει το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα αδυνατεί να προσελκύσει τα επενδυτικά κεφάλαια που χρειάζεται για να ιδρυθούν νέες επιχει- ρήσεις και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Στην Ελλάδα, οι άμεσες ξένες επενδύσεις ως ποσοστό επί του ΑΕΠ απο- τελούν μόνο ένα μικρό ποσοστό αυτών που εισρέουν στην Ιταλία και στην Ισπανία, δύο από τις ανταγωνιστικές αγορές στην περιοχή της Μεσογείου. Σε συνδυασμό με το αρνητι- κό επιχειρηματικό περιβάλλον, η υστέρηση αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το γιατί η Ελ- λάδα δεν μπορεί να δημιουργήσει μόνιμες θέσεις εργασίας στους παραγωγικούς το- μείς της πραγματικής οικονομίας και υπο- χρεώνεται να καλύπτει με εισαγωγές πολλές από τις ανάγκες της, οδηγούμενη έτσι το 2010 σε έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου της τάξης των €19 δισ.

Η ελληνική παραγωγικότητα υπολείπεται της ευρωπαϊκής σε όλους τους τομείς. Ένας από τους λόγους είναι η συγκριτική έλλειψη επιχειρήσεων μεγάλου μεγέθους, οι οποίες μεγιστοποιούν την παραγωγικότητα μέσω οικονομιών κλίμακας και φάσματος (π.χ. μέσω εξειδίκευσης, επενδύσεων, καινοτο- μίας κ.λπ). Στη βιομηχανία, για παράδειγμα, μόνο το 27% των μονάδων απασχολεί πάνω από 250 άτομα σε σύγκριση με 34% στην Ολλανδία και 54% στη Γερμανία. Η απότο- μη αύξηση της ιδιωτικής και της δημόσιας κατανάλωσης –κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ ετησίως η κάθε μία– την περίοδο 2000-2008, έχει στερήσει πόρους από τις επενδύσεις. Αυτή η άνοδος ευθύνε- ται για το 97% της συνολικής αύξησης του ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο, όταν σε χώρες όπως η Αυστρία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 71%. Αντίστοιχα υψηλότερο στις χώρες αυτές από την Ελλάδα ήταν και το ποσοστό του ΑΕΠ που οφείλεται στις ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις. Η πρόσφατη κρίση χρέους οδήγησε στην υιοθέτηση πολλών μέτρων λιτότητας, αξί- ας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ελλειμ- μάτων. Η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη νο- μοθετήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση της εργασιακής ευελιξίας, του εξορθολογισμού των δαπανών του δη- μοσίου τομέα και της απελευθέρωσης των αγορών. Παράλληλα, όμως, με τη δημοσιο- νομική προσαρμογή, απαιτείται η Ελλάδα να επιτύχει οικονομική ανάπτυξη. Η εφαρμογή του δημοσιονομικού προγράμματος πρέπει να συνοδευτεί από σχεδιασμό και εφαρμο- γή ενός μακροπρόθεσμου/βιώσιμου νέου μοντέλου ανάπτυξης της Ελλάδας.

Η μελέτη «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά» επιδιώκει να καλύψει αυτό το κενό. Προ- τείνει την υιοθέτηση ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης της Ελλάδας, που μπορεί να δημιουργήσει €49 δισ. σε ετήσια Ακαθάρι- στη Προστιθέμενη Αξία1 (€55 δισ. σε όρους ΑΕΠ) και 520 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας εντός 10 ετών σε μόλις πέντε μεγάλους κλά- δους και οκτώ αναδυόμενους υποκλάδους της οικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν η υπόλοιπη οικονομία αναπτύσσεται με ένα μέτριο μέσο ετήσιο ρυθμό 1,5% που σή- μερα προβλέπουν οι διεθνείς οργανισμοί, ο συνολικός ρυθμός ανάπτυξης θα μπορούσε σχεδόν να διπλασιαστεί στο 3% στην επόμε- νη δεκαετία.

Το νέο μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας προτείνει την υιοθέτηση μιας σειράς προ- τεραιοτήτων που αφορούν το σύνολο της οικονομίας και περιγράφει συγκεκριμένες δράσεις που μπορούν να αναληφθούν στο επίπεδο των πέντε κύριων κλάδων και των οκτώ αναδυόμενων υποκλάδων της οικονο- μίας. Η ενεργός και αποτελεσματική συμμε- τοχή του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα είναι απαραίτητη για την υλοποίηση των δράσεων αυτών. Βασική πρόταση της μελέτης είναι η άμεση εφαρμογήμίαςσυστηματικήςκαικαθολικής προσπάθειας, που καλύπτει το σύνολο της οικονομίας και αποβλέπει στην υλοποίηση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων, στη μείωση του μεγέθους και του παρεμβατισμού του κράτους, στην απελευθέρωση της οικονομίας και την ενίσχυση των επεν- δύσεων και της ανάπτυξης –ιδιαίτερα δε της εξωστρέφειας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μεταρρυθμίσεις όπως η υιοθέτηση της διαδικασίας «fast track», όπως εφαρμόσθη- κε επιτυχημένα για τα έργα υποδομής των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ώστε να επιταχυνθεί η έγκριση της επένδυσης και να περιορισθεί η γραφειοκρατία, η απελευ- θέρωση αγορών και επαγγελμάτων, καθώς και η επιτάχυνση της εκδίκασης υποθέσεων σχετικών με επενδυτικά σχέδια που εκκρε- μούν στα δικαστήρια. Προτεραιότητα απο- τελεί επίσης η εισαγωγή στο δημόσιο τομέα τεχνογνωσίας και εξειδικευμένων ανθρώπι- νων πόρων από τον ιδιωτικό τομέα, η δημι- ουργία ευκαιριών απασχόλησης για τους νέ- ους και τις γυναίκες και η καταπολέμηση της αδιαφάνειας και της φοροδιαφυγής μέσω προηγμένων μεθόδων διάγνωσης, βεβαίω- σης και είσπραξης οφειλών. Τέλος, η ίδρυ- ση ενός θεσμικού οργάνου Οικονομικής Ανάπτυξης και Μεταρρύθμισης (Economic Development and Reform Unit), που θα αναφερόταν απευθείας στον πρωθυπουργό και θα αναλάμβανε το συντονισμό και την παρακολούθηση των αναπτυξιακών δράσε- ων και μεταρρυθμίσεων σε όλα τα μέτωπα, αξιοποιώντας και την τεχνογνωσία της επι- χειρηματικής και ακαδημαϊκής κοινότητας. Ο επιχειρηματικός κόσμος πρέπει να επιδι- ώξει τη δημιουργία μεγαλύτερων μονάδων μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων και την υιοθέτηση πιο αποδοτικών μεθόδων παρα- γωγής. Πρέπει, επίσης, να γίνει πιο ενεργός στην έγκαιρη προώθηση επώνυμων ελληνι- κών αγαθών και υπηρεσιών στις αγορές του εξωτερικού. Μερικά σχετικά παραδείγματα που αναφέρονται στη μελέτη είναι η στρα- τηγική στροφή του τουρισμού προς μεγα- λύτερες και ανεκμετάλλευτες μέχρι σήμερα αγορές, η προσέλκυση τουρισμού υψηλής εισοδηματικής κατηγορίας και η ενθάρρυν- ση των επενδύσεων σε μεγάλες Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (ΠΟΤΑ), σε υψηλού επιπέδου παραθερι- στικές κατοικίες, σε μαρίνες και σε σημεία ελλιμενισμού κρουαζιερόπλοιων. Η αγρο- τική παραγωγή και ειδικά η μεταποίηση τροφίμων μπορεί να προσανατολιστεί προς τις αγορές του εξωτερικού, όπου συγκεκρι- μένα προϊόντα υψηλής ποιότητας, όπως τοελαιόλαδο, επιλεγμένα φρούτα και λαχανικά και διάφορα γαλακτοκομικά προϊόντα έχουν τη δυνατότητα να επιτύχουν οικονομίες κλί- μακας με διεθνή ανταγωνιστικότητα. Στον τομέα της ενέργειας υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για πιο αποδοτική ενεργειακή χρήση των υπαρχόντων και νέων εμπορικών ακινήτων και κατοικιών. Αυτό θα είχε ευνο- ϊκά παράπλευρα αποτελέσματα στις κατα- σκευές, στην ανάπτυξη της αγοράς ακίνητης περιουσίας και στις χρηματοπιστωτικές υπη- ρεσίες, ενώ θα δημιουργούσε περιθώρια για εξαγωγές και θα προσέλκυε άμεσες ξένες επενδύσεις. Σε πολλά υποσχόμενους αναδυ- όμενους κλάδους, όπως η ιχθυοκαλλιέργεια και τα γενόσημα φάρμακα, θα μπορούσε να προχωρήσει η σταδιακή απελευθέρωση των αγορών με στόχο την ανάπτυξη, ιδιαίτερα σε τομείς όπου υπάρχει είτε η τεχνογνωσία είτε η δυνατότητα να δημιουργηθούν μεγαλύτε- ρες παραγωγικές μονάδες. Ευρύτερα, αυτός ο στρατηγικός αναπροσανατολισμός της οικονομίας μπορεί να οδηγήσει σε μία πιο υγιή δομή της συνολικής ζήτησης, με σαφή οφέλη για τον πρωτογενή τομέα, την ενθάρ- ρυνση των επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στη μεταποίηση και στη βαριά βιομηχανία. Ο τομέας της βιο- μηχανίας περιλαμβάνει έναν μεγάλο αριθ- μό σύγχρονων, οργανωμένων και διεθνώς ανταγωνιστικών ελληνικών επιχειρήσεων με σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα. Η βιομηχανία είναι ο τομέας που συνεισφέρει τα μέγιστα σε φόρους και εισφορές. Η απε- λευθέρωσή της από περιττά εμπόδια, σε συνδυασμό με την ευρύτερη δημιουργία ενός φιλικού και σταθερού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, αποτελεί τη βασική προϋ- πόθεση για να βελτιωθεί η δυνατότητά της να αναπτυχθεί και να συνεισφέρει ακόμη πε- ρισσότερο στην ανάπτυξη και την απασχό- ληση άλλων κλάδων.

Η σύνοψη αυτή (Executive Summary) ανα- λύει τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν προκειμένου να υιοθετηθεί το νέο μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας. Στη συνέχεια πε- ριγράφεται το μοντέλο αυτό από μακρο- οικονομική σκοπιά και παρουσιάζονται οι δράσεις που πρέπει να αναληφθούν σε κάθε κλάδο με στόχο την αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης. Αυτές οι δράσεις απο- τελούν κρίσιμα βήματα σε μία πορεία που θα οδηγήσει τη χώρα, σταδιακά, από την ύφεση και τη λιτότητα, σε μία βιώσιμη οικο- νομική ανάπτυξη.

2. Το αδιέξοδο του ελληνικού οικονομικού μοντέλου Μέχρι το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης η Ελλάδα ήταν «πρωταθλητής» στην ανά- πτυξη. Ειδικά μετά την είσοδό της στη ζώνη του ευρώ, το 2002, πέτυχε ρυθμούς ανάπτυ- ξης που ξεπερνούσαν αυτούς των άλλων ευρωπαϊκών κρατών καθώς και των ΗΠΑ. Η ανάπτυξη αυτή, όμως, προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από την ιδιωτική και δημόσια καταναλωτική δαπάνη, που με τη σειρά της στηρίχτηκε σε ευρέως διαθέσιμες πιστώ- σεις χαμηλού κόστους. Το 2009 η ελληνική οικονομία «προσγειώθηκε ανώμαλα», με το δημοσιονομικό έλλειμμα να ξεπερνά το 15% του ΑΕΠ. Την περίοδο 2008-2010 η ελληνι- κή παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών συρρι- κνώθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό μεγαλύτερο του 1,5%. Η ύφεση αυτή, σε συνδυασμό με τα διαρκή δημοσιονομικά ελλείμματα και τα επίσημα δάνεια βοήθειας από το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και την Ε.Ε., αύξησαν το δημόσιο χρέος στα επίπεδα του 160% του ΑΕΠ το 2011. Η κρίση κατέστησε σαφές ότι το προϋπάρ- χον ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης έπασχε από δομικά μειονεκτήματα. Ο υπερδανει- σμός και η υπερκατανάλωση του δημοσίου τροφοδότησε την υπερκατανάλωση του ιδι- ωτικού τομέα, συντηρώντας σημαντικά ελ- λείμματα στην ανταγωνιστικότητα και στην παραγωγικότητα. Κατά την περίοδο 2000- 2008, η αυξανόμενη ιδιωτική και δημόσια καταναλωτική δαπάνη οδήγησε σε ένα δι- αρκώς διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα, καθώς η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκούσε να καλύψει τη ζήτηση, ενώ το χαμηλό ύψος των εγχώριων και ξένων επενδύσεων δεν επαρκούσε για να αυξήσει την παραγωγή στα απαιτούμενα επίπεδα. Στον αντίποδα, οι περισσότεροι από τους εταίρους της Ελ- λάδας στην Ευρώπη, είχαν πολύ μικρότερα εμπορικά ελλείμματα και κατάφεραν να επενδύουν περίπου το 20% του ΑΕΠ τους στις εγχώριες οικονομίες τους. (Σχήμα 1).

 

Μολονότι η Ελλάδα είχε γίνει πλήρες μέλος της ΕΟΚ από το 1981, η οικονομία της δεν απέκτησε εξωτερικό προσανατολισμό, κα- θώς παρουσίαζε διαρκές και μόνιμο εμπορι- κό έλλειμμα. Οι περισσότερες από τις σχετι- κά μικρές ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις  χρηματοδοτήθηκαν κυρίως με εγχώρια κε- φάλαια. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις κάλυ- ψαν μόνο το 5%-6% της συνολικής συσσώ- ρευσης κεφαλαίου, ένα θεμελιώδες ζήτημα με το οποίο ασχολείται εκτενώς η μελέτη. Το ποσοστό αυτό ισοδυναμεί με το 1/4 του ευ- ρωπαϊκού μέσου όρου.

Η ιδιωτική κατανάλωση στην Ελλάδα εί- ναι κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ υψηλότερη από το αντίστοιχο μέγεθος των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών και η ζή- τηση είναι σε συντριπτικό ποσοστό εγχώρια. Ακόμη και εξωστρεφείς τομείς της οικονο- μίας –όπως π.χ. ο τουρισμός– εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από την εσωτερική ζή- τηση (Σχήμα 2).

 

Με απλά λόγια, η ελληνική ανάπτυξη στηρίχτηκε σε χαμηλές εγχώριες επενδύσεις και σε υψηλή εγχώρια ζήτηση, που χρηματοδοτήθηκε από φτηνό δανεισμό και έναν υπερχρεωμένο δημόσιο τομέα.

Η δημόσια δαπάνη αυξανόταν κατά 3 πο- σοστιαίες μονάδες το χρόνο προκειμένου να καλύψει τις αυξήσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και τις συντάξεις. Ταυτόχρονα, όμως, τα δημόσια έσοδα μειώ– θηκαν κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς μεγάλο μέρος των εσόδων προερχόταν από έμμεσους φόρους (π.χ. ΦΠΑ), όπου η φορο- διαφυγή είναι πιο διαδεδομένη και ο έλεγ- χος πιο δύσκολος. Ως εκ τούτου, η κυβέρ- νηση δεν είχε άλλη εναλλακτική λύση από το δανεισμό στις διεθνείς αγορές και – από το 2010 και μετά– από τους εταίρους της και τους επίσημους φορείς, δημιουργώντας έτσι έναν από τους πιο υπερχρεωμένους δη- μόσιους τομείς στον κόσμο.

Τα μειονεκτήματα αυτού του μοντέλου και οι χαμένες ευκαιρίες αναδιάρθρωσης της ελ- ληνικής οικονομίας αντικατοπτρίζονται και στη σημερινή δομή της. Η συνεισφορά του τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ είναι κατά 3-4 ποσο- στιαίες μονάδες χαμηλότερη στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες (6-7 ποσοστιαίες μονάδες, αν εξαιρεθεί η άμεση συνεισφορά της ναυτιλίας). Σε συ- γκεκριμένους τομείς, όπως η βιομηχανία και η παροχή υπηρεσιών προς επιχειρήσεις, το έλλειμμα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Αντίστοι- χα, η συνεισφορά του τομέα των μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών είναι υψηλότερη. Για παράδειγμα, τολιανεμπόριο αντιπροσωπεύει το 18% του ελληνικού ΑΕΠ ενώ στη Νότια Ευρώπη το ποσοστό αυτό εί- ναι της τάξης του 11% (Σχήμα 3).

 

2.1. Παρατεταμένα ελλείμματα παραγωγικότητας και συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό Πέρα από την κρίση χρέους, η Ελλάδα αντιμετώπιζεκαιπρόβλημαστηναύξησητουκα- τά κεφαλήν εισοδήματος. Ήδη πριν από την κρίση, το 2007, το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ υπολειπόταν του ευρωπαϊκού (Ε.Ε.-15) και των ΗΠΑ κατά 15% και 35% αντιστοίχως (11% και 33% το 2009).

Αυτή η υστέρηση στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ οφειλοταν, κατά κύ- ριο λόγο, στη χαμηλότερη παραγωγικότητα, όπως επίσης και στη χαμηλότερη συμμετο- χή του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Σχήμα 4).

Παρά τη σημαντική αύξησή της στην προη- γούμενη δεκαετία, η παραγωγικότητα στην Ελλάδα παρέμεινε ένα σημαντικό δομικό πρόβλημα. Το 2009, υπολειπόταν κατά 40% αυτής των ΗΠΑ και κατά 29% του μέσου όρου της Ευρώπης των 15 (Σχήμα 5). Σταθ- μισμένη με βάση την αγοραστική δύναμη, η ελληνική παραγωγικότητα ανέρχεται σε $35 ανά δεδουλευμένη ώρα, σε σύγκριση με $49 στην Ε.Ε.-15, $42 στη Νότια Ευρώπη και $55 στην Κεντρική Ευρώπη.

 

Όταν συγκρίνουμε την Ελλάδα και διάφορες χώρες της Ευρώπης με τις ΗΠΑ, παρατηρού- με ότι το έλλειμμα παραγωγικότητας στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο της διαφοράς στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η υπόλοιπη διαφορά εξηγείται από τα χαμηλότερα ποσοστά απα- σχόλησης, η οποία αντισταθμίζεται από τις περισσότερες ώρες εργασίας ανά εργαζόμε- νο στην Ελλάδα (Σχήμα 6).

 

 

Είναι κρίσιμο να επισημανθεί ότι το έλλειμμα παραγωγικότητας δεν οφείλεται στη δομή της οικονομίας, αλλά αποτελεί ενδημικό πρόβλημα των κλάδων καθαυτών, επηρεά- ζοντας συνολικά την οικονομία. Η επίδραση της διαφορετικής σύνθεσης του παραγω- γικού αποτελέσματος από τους επιμέρους κλάδους ερμηνεύει μόνο το 15% της διαφο- ράς παραγωγικότητας με τις ΗΠΑ (Σχ. 7). Επιπλέον, η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο πο- σοστό συμμετοχής του πληθυσμού στο ερ- γατικό δυναμικό στην Ευρώπη. Οι απασχο- λούμενοι και οι άνεργοι ανέρχονται αθροι- στικά στο 66% του δυνητικού εργατικού δυ-ναμικού, σε σύγκριση με 73% στην Ε.Ε.-15 συνολικά και 70% στην Νότια Ευρώπη. Σε σύγκριση με την Ευρώπη, το ελληνικό έλλειμμα συμμετοχής στην απασχόληση είναι πιο έντονο στους νέους και στις γυναί- κες. Ενώ η ανεργία των δύο αυτών ομάδων κυμαινόταν προ κρίσης στα ευρωπαϊκά επί- πεδα, το έλλειμμα συμμετοχής τους έφτανε το 69% για τους νέους και το 38% για τις γυ- ναίκες (στοιχεία 2009).

 

Ο συνδυασμός της χαμηλής συμμετοχής (δηλαδή της περιορισμένης βάσης απασχό- λησης) και των πολλών ωρών εργασίας ανά απασχολούμενο οδηγεί σ’ ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα: Έναμικρόποσοστότουεργα- τικού δυναμικού δουλεύει πιο σκληρά και για περισσότερες ώρες απ’ ό,τι οι ευρωπαίοι συνάδελφοί του για να συντηρηθεί ένα μη αποδοτικό παραγωγικό σύστημα.

Υπάρχει, όμως, μία σημαντική διαφορά ανά- μεσα στο έλλειμμα παραγωγικότητας και το έλλειμμα συμμετοχής στην απασχόληση. Ενώ η χαμηλή παραγωγικότητα είναι ένα πρωτογενές, δομικό εμπόδιο στη αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, που πρέπει και μπο- ρείναδιορθωθείμετηλήψηάμεσωνμέτρων, το έλλειμμα συμμετοχής είναι σύμπτωμα της ανελαστικότητας στην αγορά εργασίας και των μακροχρόνιων στρεβλώσεων που τεχνητά εμποδίζουν τη νέα απασχόληση σε πολλά επαγγέλματα και το βαθμό κινητικό- τητας στην απασχόληση, ειδικά στο δημό- σιο τομέα. Με δεδομένη την υπερεπάρκεια στην προσφορά εργατικού δυναμικού, το πρόβλημα της συμμετοχής δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αν δεν δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας στην οικονομία. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την πρωταρχική ανάγκη να αυξηθεί άμεσα και σημαντικά η αντα- γωνιστικότητα. Αυτή η αύξηση δεν μπορεί πλέον να προέλθει από την καταναλωτική (και δανειακά επιχορηγούμενη) ανάπτυξη του τομέα των μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, αλλά από τις επεν- δύσεις και τη σημαντική μετατόπιση της παραγωγής και της απασχόλησης προς τον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, η οικονομία πρέπει να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασί- ας στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών τουλάχιστον με τον ίδιο ρυθμό με τον οποίο η μείωση της ιδι- ωτικής και δημόσιας κατανάλωσης συρρι-κνώνει την παραγωγή και την απασχόληση σε μη διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους που στηρίζονται στην κατανάλωση.

2.2 Τα θεμελιώδη αναπτυξιακά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας Πέντε είναι οι βασικές παθογένειες της ελλη- νικής οικονομίας: α) η δομή της οικονομίας αποθαρρύνει τις επενδύσεις και τη δημιουρ- γία οικονομιών κλίμακας, β) ο ευρύτερος δημόσιος τομέας είναι μεγάλος και μη απο- δοτικός, γ) η δομή και οι όροι της αγοράς εργασίας περιορίζουν την ευελιξία και την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, δ) το νομικό και δικαστικό σύστημα είναι δυ- σκίνητο και αποθαρρύνει τις επενδύσεις και ε) η παραοικονομία είναι πολύ εκτεταμένη (Σχήμα 8).

 

α. η αποθάρρυνση επενδύσεων και μεγά- λων επιχειρηματικών μονάδων. Όπως σε πολλές μεσογειακές χώρες με έντονη την παρουσία οικογενειακών επιχειρήσεων, έτσι και στην Ελλάδα οι μικρές και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας. Ενδεικτικά, στη μεταποίηση πά- νω από το 30% των εργαζομένων απασχο- λείται σε επιχειρήσεις με εννέα ή λιγότερους υπαλλήλους. Ακόμα και στην Ιταλία, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 15%, ενώ στη Γερ- μανία είναι μόλις 5%. Κατά κανόνα, αυτές οι μικρές επιχειρήσεις λειτουργούν σε επίπεδα παραγωγικότητας που είναι χαμηλότερα κα- τά 40% σε σύγκριση με την παραγωγικότητα σε μονάδες άνω των 250 υπαλλήλων (βάσει μέσων όρων Ε.Ε. 27) (Σχήμα 9).

 

Παράλληλα με τον μεγάλο αριθμό πολύ μικρών επιχειρήσεων και τα μεγάλα ποσο- στά αυτοαπασχολούμενων, παρατηρείται σχετική υστέρηση στην ανάπτυξη μεγάλων μονάδων και στην επίτευξη οικονομιών κλί- μακας. Αυτή η υστέρηση οφείλεται στην ύπαρξη πολλών αντικινήτρων που περιλαμ- βάνουν υπερρυθμιζόμενους τομείς οικονο- μικής δραστηριότητας (παράμετροι όπως το επίπεδο ανταγωνισμού, ο αριθμός των συμ- μετεχόντων και οι περιορισμοί στην είσοδο νεοεισερχομένων ελέγχονται νομοθετικά), πολυνομία και γραφειοκρατία που καθυστε- ρούν τις επενδύσεις, καθώς και ένα φορο- λογικό και εργατικό νομικό πλαίσιο που δεν ευνοεί την κλίμακα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες με τη μεγαλύτερη υπερρύθμιση στις αγο-ρές αγαθών και υπηρεσιών (Σχήμα 10). Έχει αποδειχθεί διεθνώς ότι ο μεγάλος βαθμός ρύθμισης προκαλεί αναπόφευκτα χαμηλό- τερη παραγωγικότητα.

 

 

β. μεγάλος και μη αποδοτικός δημόσιος τομέας. Σε σχέση με το μέγεθος της χώρας και της οικονομίας της, ο δημόσιος τομέας είναι ένας από τους μεγαλύτερους και πιο δαπανηρούς στην Ευρώπη. Υπολείπεται σε μέγεθος κρατών στο Βορρά της Ευρώπης, που αναγνωρίζεται ότι προσφέρουν όμως πολύ καλύτερη ποιότητα κοινωνικών υπη- ρεσιών και άλλων αγαθών κοινής ωφέλειας. Το World Economic Forum κατατάσσει την Ελλάδα σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα ανα- φορικά με την ποιότητα των προσφερόμε- νων δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών. Αυτή η χαμηλή ποιότητα, σε συνδυασμό με την υψηλή δημόσια δαπάνη, καταδεικνύει την τεράστια αναποτελεσματικότητα του ελλη- νικού δημόσιου τομέα (Σχήμα 11). Ταυτόχρονα, ο δημόσιος τομέας πάσχει από τον κατακερματισμό και την επικάλυψη αρ- μοδιοτήτων μεταξύ οργανισμών και υπουρ- γείων, δημιουργώντας επιπλέον βάρη και καθυστερήσεις στις επιχειρηματικές δρα- στηριότητες, με συνεπακόλουθη ενίσχυση της παραοικονομίας.

 

Το μεγάλο μέγεθος και η χαμηλή αποτελε- σματικότητα προστίθενται στον μακρύ κα- τάλογο των στρεβλώσεων που ο δημόσιος τομέας επιβάλλει στην οικονομία. Πέρα από το στενό δημόσιο τομέα, υπάρχει ένα πλήθος μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσε- ων και οργανισμών που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από το κράτος (ακόμη κι αν επί- σημα κατατάσσονται στον ιδιωτικό τομέα) και παρουσιάζουν τις ίδιες δομικές στρε- βλώσεις στη χρήση των πόρων τους. Η έλ- λειψη μηχανισμού ελέγχου όσον αφορά τη δημόσια δαπάνη, συμπεριλαμβανόμενων και των δημόσιων προμηθειών, δημιουργεί στρεβλώσεις στους όρους ανταγωνισμού στον ιδιωτικό τομέα. Η εμπορική λειτουργία πολλών επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κράτος. Το γεγονός αυτό και μόνο καταδεικνύει τη ζωτική ανάγκη να μειωθεί η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από το δημόσιο το- μέα και να βελτιωθεί σημαντικά η αποδοτι- κότητά του.

γ. έλλειμμα ευελιξίας και ευρείας συμ- μετοχής στην αγορά εργασίας. Η Ελλάδα δεν εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες που της προσφέρει το εργατικό της δυναμικό. Πρόσφατα υπήρξαν ορισμένες σημαντικές προσαρμογές προς την κατεύθυνση των ευρωπαϊκών προτύπων, αλλά οι εργοδότες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αντικίνη- τρα στις προσλήψεις, κυρίως λόγω του δύ- σκαμπτου νομικού πλαισίου, της επίδρασης των συλλογικών συμβάσεων στην αύξηση του κόστους εργασίας και στη συχνά στρε- βλή λειτουργία του θεσμού της διαιτησίας. Επιπλέον, οι απόφοιτοι των ελληνικών πα- νεπιστημίων δεν βρίσκουν εύκολα εργασία, πρόβλημα που οφείλεται και στο μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τον επιχειρηματικό κόσμο. Εξαιτίας αυτών των στρεβλώσεων, η Ελλά- δα έχει τη χαμηλότερη κινητικότητα στην αγορά εργασίας στην Ευρώπη και τη μεγα- λύτερη μέση παραμονή σε μία δουλειά απ’ όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ (Σχήμα 12). Η κι- νητικότητα στην αγορά εργασίας είναι ένας κρίσιμος δείκτης που αντικατοπτρίζει την «υγεία» μίας οικονομίας. Το χαμηλό επίπε- δο του δείκτη κινητικότητας αντανακλά και τη χαμηλή συμμετοχή του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό.

δ. δύσβατο νομικό και δικαστικό σύστημα.

ΗεπιχειρηματικήδραστηριότηταστηνΕλλά- δα εμποδίζεται από ένα δυσκίνητο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, με μεγάλο αριθμό νόμων, που είναι συχνά διφορούμενοι, πα- ρωχημένοι ή και αλληλοαναιρούμενοι (π.χ. στην περιβαλλοντική νομοθεσία), με πολλα- πλές επικαλύψεις και συχνές αναθεωρήσεις (π.χ. στον τομέα της φορολογίας). Η επακό- λουθη πολυπλοκότητα δημιουργεί μια ανε- λαστική, μη παραγωγική δημόσια διοίκηση, που προκαλεί καθυστερήσεις, σύγχυση και τριβές μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού το- μέα. Γι’ αυτούς τους λόγους, εν πολλοίς, το δικαστικό σύστημα είναι υπερφορτωμένο με υποθέσεις προς εκδίκαση και πάσχει από έλλειψη διαδικασιών και εξειδικευμένων πό- ρων που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τη συμφόρηση. Ενδεικτικά, στο Συμβούλιο της Επικρατείας υποβάλλονται κάθε χρόνο 8-9 χιλιάδες νέες υποθέσεις, από τις οποίες εκδικάζονται μόνο 3 χιλιάδες περίπου. Εκ- κρεμοδικεί έτσι ένας όγκος υποθέσεων που εκτιμάται πως θα απαιτηθούν 2-6 χρόνια για να εκδικαστούν. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχουν κριτήρια με βάση τα οποία θα μπορούσαν να ιεραρχηθούν οι υποθέσεις, αλλά ούτε και οργανωτικοί πόροι για να καλύψουν τις πολ- λές διαδικαστικές απαιτήσεις. Η συσσώρευ- ση υποθέσεων παρατηρείται επίσης και στα κατώτερα διοικητικά δικαστήρια, όπου η έλλειψη δικαστικών λειτουργών και διοικη- τικού προσωπικού είναι συχνό φαινόμενο. ε. εκτεταμένη παραοικονομία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά και άλλων οργανισμών, η παραοικο- νομία στην Ελλάδα ανέρχεται περίπου στο 30% της συνολικής οικονομικής δραστηρι- ότητας. Αυτό συνεπάγεται μία πολύ σημα- ντική σε έκταση φοροδιαφυγή. Εκτιμάται ότι το 2009 το κράτος απέτυχε να εισπράξει περίπου €15-20 δισ. σε φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και σε ΦΠΑ. Το ποσό αυτό ισοδυναμεί με 7%-9% του ΑΕΠ και 60%-80% του ελλείμματος του 2010. Αυτή η δομική αδυναμία να εισπρα- χθούν οι φόροι οφείλεται κυρίως στην έλλει- ψη προηγμένων διαδικασιών και μεθοδολο- γίας για τον προσδιορισμό και την ανίχνευση της φοροδιαφυγής, την κατηγοριοποίηση των διαφορετικών υποθέσεων, τις τακτικές παρέμβασης και τις μεθόδους είσπραξης. Παρά τις πρόσφατες προσπάθειες προς τη σωστή κατεύθυνση, ώστε να αντιμετωπι- στούν αυτά τα θέματα σε συστηματική βά- ση, εξακολουθεί να επικρατεί μεγάλο χάσμα σε σύγκριση με τις διεθνείς πρακτικές σε όλες τις πτυχές του φορολογικού συστή- ματος. Ιδιαίτερα εμφανείς είναι οι ελλείψεις στην αυτοματοποιημένη επισήμανση περι- πτώσεων δυνητικής φοροδιαφυγής (βασι- σμένη σε προηγμένα στατιστικά εργαλεία και ηλεκτρονικές υποδομές), η ικανότητα να ελέγχεται γρήγορα και αποτελεσματικά ένας μεγάλος αριθμός υποθέσεων και η στρατη- γική και τακτική ενορχήστρωση παρεμβα- τικών μεθόδων προκειμένου να μεγιστο- ποιηθεί η είσπραξη οφειλών και προστίμων (Σχήμα 13).

Πέρα από την τακτική φοροδιαφυγή, υπάρ- χει και η «μαύρη» αγορά εργασίας, όπου δεν εισπράττεται φόρος εισοδήματος και δεν αποδίδονται εργατικές εισφορές. Ταυτόχρο- να, υπάρχουν τομείς, όπως οι παράνομες εισαγωγές και τα τυχερά παιχνίδια, όπου ένα σημαντικό μέρος των συναλλαγών επίσης πραγματοποιείται εκτός της επίσημης οικο- νομίας.

3. Το νέο μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας Είναι πλέον σαφές ότι το λανθασμένο μο- ντέλο ανάπτυξης του παρελθόντος πρέπει να αντικατασταθεί από μία δραστικά διαφο- ρετική δομή ανάπτυξης και νέους στόχους. Ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι να υιοθετήσει η χώρα ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας. Η ανάπτυξη δεν μπορεί πλέον να στηριχθεί αποκλειστικά στην κατανάλωση. Δεν υπάρ- χουν πια φτηνά δανειακά κεφάλαια για να τη χρηματοδοτήσουν. Για να πετύχει τους νέους της στόχους η χώρα οφείλει να υλο- ποιήσει ριζικές αλλαγές στην αναπτυξιακή της «μηχανή»: î Το εθνικό οικονομικό μοντέλο πρέπει να γίνει πολύ πιο εξωστρεφές, με έμφαση στις αγορές του εξωτερικού, για να εξάγει αγα- θά και υπηρεσίες και να εισάγει επενδυτικά κεφάλαια. Διεθνώς εμπορεύσιμοι τομείς, όπως ο τουρισμός και η βιομηχανία, πρέπει να απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων πόρων, ώστε να αποκτή- σουν οικονομίες κλίμακας, τεχνογνωσία και ανταγωνιστικότητα σε διεθνές επίπεδο. î Η χρηματοδότηση της οικονομίας πρέπει να περάσει από το δημόσιο χρέος στα ιδιω- τικά και μετοχικά κεφάλαια. Αυτό απαιτεί ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο εγχώριων και ξένων επενδύσεων. Η Ελλάδα πρέπει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον που να είναι φιλικό προς την επιχειρηματικότητα και να προσελκύει εγχώριες και ξένες επενδύσεις, ώστε να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και ρυθμούς ανάπτυξης που θα επιτρέψουν στη χώρα να μειώσει τα επίπεδα χρέους. î Η παραγωγικότητα και η αποδοτικότητα τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα πρέπει να βελτιωθούν. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την κατάργηση περιττών δημόσιων οργανισμών που δεν προσφέ- ρουν στο κοινωνικό σύνολο και την ουσι- αστική βελτίωση της αποδοτικότητας του δημόσιου τομέα. Ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να ενεργοποιηθεί για την αξιοποίηση επιχει- ρηματικών και επενδυτικών ευκαιριών που θα ενισχύσουν την εξωστρέφεια και αντα- γωνιστικότητα της χώρας, να στραφεί στη δημιουργία μεγαλύτερων μονάδων και σε δραστηριότητες παραγωγής και εμπορίου που αξιοποιούν καλύτερα τα επενδυτικά κεφάλαια, την τεχνολογία και το εργατικο δυναμικό. Η περαιτέρω μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας θα συνεισφέρει επίσης στη βελτίωση της παραγωγικότητας. î Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται ένα νέο φορολογικό ήθος, μία νέα κουλτούρα συμ- μόρφωσης στους φορολογικούς νόμους. Ένα καλό σημείο εκκίνησης είναι η αποτε- λεσματική δίωξη της φοροδιαφυγής και η κατάργηση των διαφόρων απαλλαγών που την ενθαρρύνουν. Η διαφθορά στο δημόσιο τομέα πρέπει να καταπολεμηθεί, περιορίζο- ντας την πολυνομία και ελαχιστοποιώντας τις συναλλαγές μεταξύ του ιδιωτικού τομέα και των δημόσιων οργανισμών σε ό,τι αφο- ρά την είσπραξη φόρων και άλλους τομείς που σχετίζονται με την επιχειρηματική και επενδυτική δραστηριότητα.

î Η χώρα χρειάζεται επίσης μία νέα αντί- ληψη εργασίας. Οι Έλληνες θα πρέπει να ενθαρρύνονται να εργαστούν στον ιδιωτι- κό τομέα, ιδιαίτερα οι νέοι και οι γυναίκες. Πρέπει να υπάρχει αξιοκρατία στην εργα- σία, ιδιαίτερα στο δημόσιο τομέα, και να επιβραβεύεται η ατομική προσπάθεια και η ικανότητα. Η μερική απασχόληση πρέπει να ενθαρρυνθεί, ώστε να διευρυνθεί η βάση απασχόλησης και να γίνει πιο ευέλικτη η ερ- γασία. Η κινητικότητα στην αγορά εργασίας είναι σημάδι υγιούς και ισχυρής οικονομίας που δημιουργεί ευκαιρίες απασχόλησης και δεν πρέπει να αποθαρρύνεται.

Το μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας πρέπει να πετύχει ορισμένους ποσοτικούς στόχους που θα αντανακλούν τη βελτίωση της οι- κονομίας, επιφέροντας σημαντική μείωση της συνολικής κατανάλωσης ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, αύξηση των εξαγωγών και ση- μαντικά υψηλότερες επενδύσεις. Επιπλέον, το μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας πρέπει να θέσει ορισμένους στόχους, η επίτευξη των οποίων είναι κρίσιμη για την υγεία της οικονομίας –όπως η μείωση της φοροδια- φυγής και η αύξηση της κινητικότητας στην αγορά εργασίας. Για την Ελλάδα, η επίτευξη αυτών των στόχων ισοδυναμεί με τη σύ- γκλιση προς τα αντίστοιχα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα. Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι για τα επόμενα χρόνια, σε ορισμένους τομείς –όπως οι άμεσες ξένες επενδύσεις ή η αύξη- ση της παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών– η Ελλάδα θα πρέπει να ξεπεράσει κατά πολύ τα ευρωπαϊκά επίπεδα ώστε να καταφέρει να επαναφέρει την οικονομία σεμακροχρόνια βιώσιμη ανάπτυξη (Σχ. 14).

 

 

Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό; Η ύφεση και οι κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις που βρί- σκονται σε εξέλιξη έχουν ήδη πυροδοτήσει μερικές από τις αναγκαίες μακροοικονομι- κές εξελίξεις. Λόγω της ύφεσης και της προ- σπάθειας των νοικοκυριών να περιορίσουν τα χρέη τους, η ιδιωτική κατανάλωση ήδη μειώνεται. Η συνολική (ιδιωτική και δημό- σια) κατανάλωση πρέπει να μειωθεί από τα σημερινά της επίπεδα κατά περίπου 15-20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ προκειμένου να κινείται σε βιώσιμα, ευρωπαϊκά επίπεδα. Ο ιδιωτικός τομέας οφείλει να αλλάξει ριζι- κά τον προσανατολισμό του, με ιδιαίτερη έμφαση στις εξαγωγές. Αυτό έχει ήδη ξεκι- νήσει να συμβαίνει, κυρίως λόγω της μεγά- λης αρνητικής επίπτωσης που έχει η ύφεση στην εγχώρια ζήτηση, αλλά η στροφή αυτή πρέπει να ενισχυθεί και να διατηρηθεί σε μα- κροπρόθεσμη βάση. Η Ελλάδα πρέπει επίσης να αυξήσει δραστι- κά την εισροή ξένων κεφαλαίων και μάλιστα σε επίπεδα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων μπο- ρεί να συνεισφέρει προς αυτήν την κατεύ- θυνση, καθώς οι ξένοι επενδυτές που θα ενδιαφερθούν θα εισέλθουν σε στρατηγικές συμμαχίες με ελληνικές επιχειρήσεις και θα δημιουργήσουν μία βάση για συνεχιζόμενη επενδυτική δράση. Μολονότι οι αποτιμήσεις έχουν μειωθεί σημαντικά λόγω της κρίσης, οι ιδιωτικοποιήσεις παραμένουν μακροπρό- θεσμα συμφέρουσες, καθώς απορροφούν πιθανές ζημιές, σταματούν τις κρατικές επιδοτήσεις, αποφέρουν οφέλη για τον καταναλωτή και για τα φορολογικά έσοδα, ενώ ανοίγουν πολλές κλειστές αγορές στο διεθνή ανταγωνισμό, δημιουργώντας έτσι νέες ευκαιρίες για επενδύσεις και για την απασχόληση νέων και ικανών ανθρώπων. Συνολικά, αυτές οι δράσεις μπορούν να πυ- ροδοτήσουν την ανάπτυξη σε όλους τους κλάδους. Λεπτομερής ανάλυση σημαντι- κών και αναδυόμενων κλάδων της οικονο- μίας καταδεικνύει ότι μπορεί να αυξηθεί το επίπεδο της Ακαθάριστης Ετήσιας Προστι- θέμενης Αξίας (ΑΠΑ) κατά €49 δισ. (~€55 δισ. σε όρους ΑΕΠ) σταδιακά μέχρι το 2021, μέσω δράσεων και μεταρρυθμίσεων που μπορούν να υλοποιηθούν σε αυτούς τους τομείς και μόνο. Ταυτόχρονα, υπάρχει η δυ- νατότητα να δημιουργηθούν 520 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.

Η μεγαλύτερη αύξηση μπορεί να προέλθει από τον τουρισμό, που έχει τη δυνατότητα να αυξήσει την ΑΠΑ κατά €18 δισ. σε ορίζο- ντα δεκαετίας. Ακολουθεί η ενέργεια με €9 δισ. και η μεταποίηση τροφίμων με €6 δισ. Το λιανικό εμπόριο μπορεί να προσθέσει €4 δισ., η αγροτική παραγωγή €5 δισ. και οι αναδυόμενοι τομείς, όπως η ιχθυοκαλλιέρ- γεια, ο ιατρικός τουρισμός και τα γενόσημα φάρμακα, €7 δισ. ακόμη σε ετήσια βάση (Σχ. 15).

 

 

Υποθέτοντας ότι ο μακροπρόθεσμος μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης θα φτάσει το 1,5%, η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων αυ- τών στους επιλεγμένους κλάδους και υπο- κλάδους μπορεί να διπλασιάσει το ρυθμό ανάπτυξης στο 3% το χρόνο κατά μέσο όρο στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας. Ακό- μη κι αν η πρόβλεψη για ρυθμό ανάπτυξης 1,5% αποδειχθεί πολύ αισιόδοξη (π.χ. λόγω πτώσης της παγκόσμιας ζήτησης), η θετική επίπτωση στην ΑΠΑ και στην απασχόληση που προκύπτει από τη μελέτη απλώς θα χρει- αζόταν μεγαλύτερο διάστημα για να πραγ- ματοποιηθεί. Το νέο μοντέλο προϋποθέτει μια ριζική στροφή της παραγωγής και της απασχόλησης προς τους τομείς των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, με οικονομίες κλίμακας (π.χ. μέσω αυξημένης παραγωγής και μεγαλύτερου δικτύου δια- νομών) και φάσματος (π.χ. μέσω στρατηγι- κής εστίασης και στοχευμένων επενδύσεων και καινοτομιών) που θα οδηγήσουν σε με- γαλύτερες και αποδοτικότερες επιχειρήσεις. Όλα αυτά συνεπάγονται επίσης αύξηση της παραγωγικότητας, ένα σημαντικό πυλώνα του μοντέλου ανάπτυξης της Ελλάδας, κατά περίπου 20% (Σχ. 16).

 

Επιπλέον, το νέο εθνικό μοντέλο ανάπτυξης μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση στο δη- μοσιονομικό και εμπορικό ισοζύγιο. Πράγ- ματι, θα μπορούσε να έχει θετική επίδραση περισσότεροαπό€7δισ.στοδημοσιονομικό ισοζύγιο και περίπου € 16,5 δισ. στο εμπορι- κό ισοζύγιο μέχρι το 2021, συμβάλλοντας έτσι ουσιαστικά στη δραστική μείωση των σημερινών μεγάλων ελλειμμάτων (Σχ. 17).

 

 

Η μελέτη παρουσιάζει με λεπτομέρεια πάνω από 100 «οριζόντιες» και κλαδικές αναπτυξι- ακές δράσεις. Ως παραδείγματα των «οριζό- ντιων» δράσεων αναφέρονται οι παρακάτω ενέργειες:

î Απλοποίηση και επιτάχυνση των δια- δικασιών για την έγκριση επενδύσεων, ακολουθώντας την ταχύρυθμη διαδικασία έγκρισης (fast track) που χρησιμοποιή- θηκε για τα έργα υποδομής των Ολυμπι- ακών Αγώνων του 2004. Πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις κλαδικές επενδύσεις με πολλαπλασιαστικά οφέλη στο ρυθμό ανάπτυξης και με δυνατότητα να αυξήσουν σημαντικά την τοπική απασχόληση. Οι δη- μόσιες επενδύσεις θα πρέπει να στραφούν σε έργα υποδομών με υψηλή συνεισφορά στην ανάπτυξη και την εγχώρια ΑΠΑ.

î Επαναπροσδιορισμός του περιβαλλο- ντικού και χωροταξικού πλαισίου, με τον καθορισμό συγκεκριμένων προδιαγραφών χρήσης γης και την εναρμόνισή τους με τις πραγματικές αναπτυξιακές ανάγκες της αγοράς, διατηρώντας παράλληλα την εθνική περιβαλλοντική κληρονομιά. î Δημιουργία ενός ανεξάρτητου μηχανι- σμού πρόσληψης στελεχών από την εγχώ- ρια και διεθνή αγορά και την τοποθέτησή τους σε καίριες θέσεις ευθύνης (τεχνικές και διοικητικές) του δημοσίου τομέα. – Βελτιστοποίηση των μέτρων πάταξης της φοροδιαφυγής μέσω της χρήσης διεθνών πρακτικών αποδεδειγμένης αποτελεσματι- κότητας για την επισήμανση, τη βεβαίωση και την είσπραξη φόρων. Χρειάζεται επίσης συστηματική καταπολέμηση της παραοι- κονομίας, με επικέντρωση σε τομείς που κρύβουν υψηλές αξίες (στοιχηματισμός, παρα-εισαγωγές κ.λπ.) και συγκέντρωση όλων των μονάδων επιθεώρησης και ελέγ- χου των δαπανών και της διαφθοράς του δημοσίου σε ένα κεντρικό ελεγκτικό σώμα. î Αύξηση της ταχύτητας του δικαστικού συστήματος στην εκδίκαση υποθέσεων, αρχίζοντας με το Συμβούλιο της Επικρα- τείας, όπου θα μπορούσε να ιδρυθεί ένα 7ο τμήμα που να ασχολείται αποκλειστικά με τις στρατηγικές επενδύσεις και μεταρρυθ- μίσεις (σε συνδυασμό με την ιεράρχηση των υποθέσεων), ώστε να γίνει πιο ταχεία η διεκπεραίωσή τους από το σύστημα. Απαιτείται κατά περίπτωση τοποθέτηση πρόσθετων δικαστικών λειτουργών, με οικονομική εξειδίκευση, στα διοικητικά πρωτοδικεία και εφετεία, με στόχο τη μεί- ωση των υποθέσεων που εκκρεμούν και τη μείωση του χρόνου που απαιτείται για την έκδοση μίας απόφασης, μέσω της προτεραιοποίησης και εκδίκασης υποθέσεων σε χαμηλότερα δικαστικά επίπεδα. îΔραστική ενίσχυση της σύνδεσης με- ταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων. Η χώρα χρειάζεται προγράμματα σπουδών στα πανεπιστήμια με περισσότερη έμφαση στις πρακτικές δεξιότητες. Ως παράδειγμα αναφέρεται η υποχρεωτική και βαθμο- λογούμενη πρακτική εξάσκηση των φοι- τητών σε επιχειρήσεις στο προτελευταίο έτος σπουδών, ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση από το ακαδημαϊκό περιβάλλον στην αγορά εργασίας. Τα πανεπιστήμια και οι επιχειρήσεις πρέπει να συνεργαστούν για να προωθήσουν την καινοτομία και να διασφαλίσουν ότι οι νέοι απόφοιτοι θα βρί- σκουν δουλειά αντίστοιχη των σπουδών και ικανοτήτων τους. î Ίδρυση ενός ανεξάρτητου θεσμικού οργάνου Οικονομικής Ανάπτυξης και Με- ταρρύθμισης –με συνεισφορά και του ιδι- ωτικού τομέα– που θα υπάγεται απευθείας στον πρωθυπουργό και θα έχει ως αποστο- λή την παρακολούθηση και το συντονισμό της εφαρμογής της εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής. Στα σχήματα 18 και 19 παρουσιάζονται συνοπτικά 20 προτεινόμενες «οριζόντιες» δράσεις που αφορούν το κράτος και στο- χεύουν στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας ως μοχλών ανάπτυξης. Οι συγκεκριμένες προτεραιό- τητες καλύπτουν νέες αλλά και υφιστάμε- νες περιοχές ενεργειών, οι οποίες όμως θα έχρηζαν επιτάχυνσης αναφορικά με την υλοποίησή τους.

 

4. θέτοντας τις αναπτυξιακές βάσεις σε σημαντικούς οικονομικούς κλάδους

Οι «οριζόντιες» μεταρρυθμίσεις είναι κρί- σιμες για την άρση των εμποδίων που προαναφέρθηκαν και τη δημιουργία των απαιτούμενων συνθηκών για την ανάπτυξη των κλάδων της οικονομίας. Μία ενδελεχής ανάλυση του παραγωγικού ιστού της ελλη- νικής οικονομίας δείχνει ότι οι μεγαλύτερες ευκαιρίες για ανάπτυξη παρουσιάζονται σε τομείς που μπορούν να ωφεληθούν τα μέ- γιστα από την αύξηση της παραγωγικότη- τας και ανταγωνιστικότητας.

Η μελέτη αναφέρεται στους τομείς αυτούς ως «τομείς παραγωγής» (Σχήμα 20). Συνο- λικά οι κλάδοι αυτοί δημιουργούν Ακαθά- ριστη Προστιθέμενη Αξία της τάξης των €125 δισ. (περίπου το 60% του συνόλου της οικονομίας) και απασχολούν περισσότερα από 3 εκατ. εργαζόμενους (περίπου το 70% της απασχόλησης). Οι πέντε μεγαλύτεροι εξ αυτών (τουρισμός, λιανεμπόριο, ενέρ- γεια, βιομηχανία και αγροτική παραγωγή) επελέγησαν καθώς καλύπτουν το 42% της συνολικής ΑΠΑ και έχουν τη μεγαλύτερη δυνατότητα να βελτιώσουν σημαντικά τη μελλοντική προοπτική ανάπτυξης της χώ- ρας. Οι κλάδοι αυτοί συνεισφέρουν τα μέ- γιστα στα φορολογικά έσοδα, απασχολούν τους περισσότερους εργαζόμενους (πάνω από 50% της συνολικής απασχόλησης) και θα ωφεληθούν συγκριτικά περισσότερο από τις ευρύτερες θετικές επιπτώσεις των «οριζόντιων» δράσεων. Η μεταποιητική βιομηχανία, για παράδειγμα, καλύπτει το 8% της παραγωγής και το 11% της απασχό- λησης και μπορεί να αναπτυχθεί με ταχείς ρυθμούς, βασιζόμενη στη ζήτηση άλλων κλάδων παραγωγής. Ενδεικτικά αναφέρε- ται ότι από τα €18 δισ. που είναι η πρόσθετη ΑΠΑ που μπορεί να προκύψει από τον του- ριστικό τομέα, σχεδόν τα €3 δισ. αφορούν ΑΠΑ που μπορεί να αποτυπωθεί στη βιομη- χανία (ελαφρά και βαριά).

Η μελέτη αναδεικνύει επίσης οκτώ υπο- κλάδους ως «αναδυόμενους αστέρες» (έξι κύριους και δύο δευτερεύοντες), οι οποίοι –παρά το σημερινό περιορισμένο τους μέ- γεθος– έχουν τη δυνατότητα να καταγρά- ψουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στο μέλλον. Οι κλάδοι αυτοί περιλαμβάνουν τη φαρμακοβιομηχανία (για τα γενόσημα), την ιχθυοκαλλιέργεια, τον ιατρικό τουρι- σμό, τη φροντίδα των ηλικιωμένων και των χρόνια ασθενών, τη δημιουργία περιφερει- ακού διαμετακομιστικού κέντρου εμπο- ρευμάτων, τη διαχείριση αποβλήτων, τις εξειδικευμένες κατηγορίες τροφίμων και την ανάπτυξη προγραμμάτων κλασικών σπουδών. Η επιλογή έγινε ανάμεσα σε 20 υποψήφιους κλάδους που εξετάσθηκαν και βασίστηκε στα ενδογενή ανταγωνιστι- κά πλεονεκτήματα της χώρας (π.χ. πρώτες ύλες, τεχνογνωσία, υποδομές, απόσταση από σημαντικές αγορές κ.λπ.), καθώς και στη δυναμική της διεθνούς προσφοράς και ζήτησης στο συγκεκριμένο κλάδο (σε ό,τι αφορά το μέγεθος, το ρυθμό ανάπτυξης, το βαθμό εντάσεως γνώσης, τη σχέση της τοπικής αγοράς με την περιφερειακή και την παγκόσμια κ.ο.κ.) (Σχήμα 21).

 

 

 

Η εκτίμηση για τη δημιουργία 520 χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας και €49 δισ. σε πρό- σθετη ΑΠΑ σε αυτό το μοντέλο ανάπτυξης προκύπτει από διεθνώς στοιχειοθετημένες και δοκιμασμένες επιχειρηματικές ιδέες και συνεπάγεται την εφαρμογή στην Ελλάδα διεθνών προδιαγραφών και πρακτικών που λαμβάνουν υπόψη τους τις ειδικές τοπικές συνθήκες.

Στις επόμενες σελίδες συνοψίζονται τα βα- σικά συμπεράσματα και οι αναπτυξιακές προτεραιότητες για τους πέντε μεγάλους κλάδους και τους οκτώ «αναδυόμενους αστέρες» στο πλαίσιο του νέου μοντέλου ανάπτυξης της χώρας.

4.1. Κύριοι κλάδοι

4.1.1. Τουρισμός

Ο τουρισμός αποτελεί –σε όρους άμεσης και έμμεσης συνεισφοράς– περίπου το 15% της ελληνικής οικονομίας. Η ανάπτυξή του ήταν διαρκής στη δεκαετία που πέρασε, αλλά προήλθε κυρίως (κατά 70%) από την αύξηση της εγχώριας ζήτησης. Ως ένας πα- ραδοσιακός προορισμός διακοπών «ήλιου και θάλασσας», η Ελλάδα ανταγωνίζεται κυρίως την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία (εσχάτως και την Τουρκία). Οι περισσότεροι επισκέπτες προέρχονται από τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η Ελλάδα κατέχει 3%-4% μερίδιο αγοράς. Στις παραδοσιακές της αγορές, η Ελλάδα αντιμετωπίζει φθίνοντα μερίδια αγοράς, ενώ παρουσιάζει περιορισμένη διείσδυση σε νέες ανερχόμενες αγορές, όπως η Κίνα και η Ρωσία. (Σχήμα 22).

 

Η τουριστική πε- ρίοδος είναι υπερβολικά συγκεντρωμένη στους καλοκαιρινούς μήνες (52% των αφί- ξεων πραγματοποιούνται κατά το 3ο τρί- μηνο), ενώ οι τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα δαπανούν κατά κανόνα λιγότε- ρα χρήματα σε σύγκριση με την αντίστοιχη δαπάνη στους άλλους ανταγωνιστικούς προορισμούς. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι πολ- λοί. Για παράδειγμα, η Ελλάδα προσφέρει ένα προϊόν «ήλιου και θάλασσας» που έχει μαζική απήχηση, αλλά μέτρια ποιότητα, χωρίς διαφοροποίηση από άλλους προορισμούς διακοπών. Η οικονομική βιωσιμό- τητα του προϊόντος είναι αμφίβολη, καθώς δεν υπάρχουν ούτε οικονομίες κλίμακας, ούτε επαρκείς υποδομές υψηλής ποιότη- τας. Σε ό,τι αφορά την αξιοποίηση της γης, τη δημιουργία υποδομών και το επενδυτι- κό πλαίσιο, υπάρχουν πολλά εμπόδια που αποτρέπουν εκείνη τη μορφή ανάπτυξης που θα ικανοποιεί τις σύγχρονες δομές ζήτησης και τα νέα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας (Περιοχές Ολοκλη- ρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης – ΠΟΤΑ, παραθεριστικές κατοικίες, μαρίνες, λιμά- νια για κρουαζιερόπλοια). Παράλληλα, οι περίπλοκες διαδικασίες αδειοδότησης και το διαρκώς μεταβαλλόμενο φορολογικό πλαίσιο αποθαρρύνουν τις επενδύσεις. Η σύνδεση της Ελλάδας με τις νέες αναδυό- μενες και υπεράκτιες αγορές είναι περιορι- σμένη, ενώ τα σημεία εισόδου των τουρι- στών (π.χ. η Αθήνα) είναι ακριβά για τους αερομεταφορείς. Από πλευράς επαγγελ- ματικών δυνατοτήτων και τεχνογνωσίας, η Ελλάδα υστερεί στην ποιότητα και ποσό- τητα καταρτισμένων ανθρώπινων πόρων, καθώς και στο ακαδημαϊκό επίπεδο των επαγγελματιών του τουρισμού που απο- φοιτούν από τις ελληνικές σχολές. Τέλος, απουσιάζει ένας αποτελεσματικός εθνικός οργανισμός, που να λειτουργεί με βάση τις αρχές της αγοράς, προωθώντας αποτελε- σματικά το ελληνικό τουριστικό προϊόν στο εξωτερικό.

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, η μελέτη υποδεικνύει 13 στρατη- γικές προτεραιότητες, ομαδοποιημένες σε τέσσερις θεματικές ενότητες (Σχήμα 23): î Επαναπροσδιορισμός της εμπορικής πο- λιτικής. Ο ελληνικός τουρισμός πρέπει να επιδιώξει να διατηρήσει τα μερίδιά του στις παραδοσιακές ευρωπαϊκές αγορές (βα- σική προτεραιότητα: Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Σκανδιναβία, αυξημένη προτε- ραιότητα: Ιταλία, Γαλλία, Ολλανδία) και ταυτόχρονα να υιοθετήσει μια στρατηγική διείσδυσης σε αναδυόμενες αγορές (Ρωσία και Κίνα) καθώς και στην αγορά των ΗΠΑ. Η εμπορική πολιτική θα πρέπει επίσης να επιδιώξει να αλλάξει το μείγμα των τουρι- στών σε όφελος των ανώτερων εισοδημα- τικών τάξεων (από 62/38 σε 55/45 μείγμα μέσης/εύπορης τάξης) μέσω της ποιοτικής αναβάθμισης του προϊόντος «ήλιου και θά-λασσας» και της επέκτασής του με κρουα- ζιέρες, θαλάσσιο τουρισμό, ΠΟΤΑ και την καθιέρωση της Αθήνας και της Θεσσαλο- νίκης ως προορισμών για «αστικές αποδρά- σεις» (Σχήμα 24)

 

î Δημιουργία ποιοτικών υποδομών με ταυ- τόχρονη επιτάχυνση των επενδύσεων. Κε- φάλαια θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στη δημιουργία 2-3 επιπλέον συνεδριακών κέντρων στις ευρύτερες περιοχές της Αθή- νας και της Θεσσαλονίκης, καθώς και στις υποδομές για το ναυτικό τουρισμό (30-35 πρόσθετες μαρίνες και 3-4 σημεία επιβί- βασης/αποβίβασης τουριστών από κρου- αζιερόπλοια) (Σχήμα 25). Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην άρση των εμποδίων και της γραφειοκρατίας για την ίδρυση πα- ραθεριστικών κατοικιών και ΠΟΤΑ.

 

 

î Διευκόλυνση πρόσβασης και μεταφο- ρών. Η Ελλάδα πρέπει να δημιουργήσει σημεία επιπλέον σύνδεσης με τις αναδυό- μενες και τις πιο απομακρυσμένες αγορές, μέσω απευθείας πτήσεων και της άρσης ή αναθεώρησης διαδικασιών για την παροχή άδειας εισόδου (διευκολύνσεις στο πλαίσιο των διαδικασιών Σένγκεν).

î Ριζική αναβάθμιση των επαγγελματικών δυνατοτήτων και της τεχνογνωσίας. Η χώ- ρα χρειάζεται τριτοβάθμια πανεπιστημιακή σχολή τουρισμού με ισχυρές διεθνείς δια- συνδέσεις. Επιπλέον, είναι κρίσιμη η ανα- διοργάνωση των κεντρικών οργανωτικών δομών, με τη δημιουργία οκτώ ξεχωριστών λειτουργικών τμημάτων που να περιλαμβά- νουν, μεταξύ άλλων, το στρατηγικό σχεδια- σμό, τη διαχείριση αγορών και προϊόντων, το μάρκετινγκ, την υποστήριξη πωλήσεων, την αξιολόγηση και κατηγοριοποίηση των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Μέχρι το 2021, ο τουρισμός μπορεί να δη- μιουργήσει επιπλέον €18 δισ. άμεση και έμμεση ΑΠΑ σε ετήσια βάση και να αυ- ξήσει την απασχόληση κατά περίπου 220 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Η θετική δη- μοσιονομική επίπτωση θα μπορούσε να εί- ναι της τάξης των €3 δισ., ενώ το εμπορικό ισοζύγιο θα μπορούσε να ωφεληθεί κατά περίπου €9 δισ. ετησίως.

4.1.2. Ενέργεια

Ο τομέας της ενέργειας καλύπτει το 4% της ελληνικής ΑΠΑ και επηρεάζει σημαντικα την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων μεταποι- ητικών μονάδων. Η συνεισφορά του στην ΑΠΑ είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. συγκρινόμενη με τη Νότια Ευρώπη και τη Γερμανία). Κατά την περίοδο 2000-2008 και σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (όπου επικρατούσε η αντίστροφη τάση), η ΑΠΑ του τομέα στην Ελλάδα αυξανόταν διαρκώς. Η μεγέθυνση αυτή οφείλεται κυρίως στα προβλήματα απο- δοτικότητας του τομέα.

Ο ελληνικός τομέας ενέργειας χαρακτη- ρίζεται από χαμηλή αποδοτικότητα στη χρήση καυσίμων (Σχήμα 26), χαμηλή πα- ραγωγικότητα εργασίας και κεφαλαίων και υψηλό κόστος του μείγματος παραγωγής. Σε σύγκριση με τις αγορές της Νοτίου Ευ- ρώπης και της Γερμανίας, η κατανάλωση ενέργειας στην Ελλάδα από τα νοικοκυριά και το εμπόριο είναι κατά 10%-40% υψη- λότερη και η κατανάλωση πετρελαίου στις μεταφορές 5%-10% υψηλότερη. Το μείγμα παραγωγής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο (αντί για το φθηνότερο φυσικό αέριο), ενώ οι μελλοντικοί ενεργεια- κοί στόχοι περιλαμβάνουν μεγάλο ποσοστό παραγωγής από ΑΠΕ, γεγονός που πιθανόν να αυξήσει το μέσο κόστος του ενεργεια- κού μείγματος. Όλες αυτές οι ανεπάρκειες εξισορροπούνται εν μέρει από την ελεγχό- μενη τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος και την αποδοτική χρήση ενέργειας στο βιομηχανι- κό τομέα, που συγκρατεί το μέσο κόστος της ενέργειας σε επίπεδα χαμηλότερα από τα ευρωπαϊκά κράτη. Η αντιμετώπιση όλων αυτών των προβλημάτων μπορεί να μει- ώσει σημαντικά το ενεργειακό κόστος για την Ελλάδα.

 

 

Επιπλέον, ο τομέας χαρακτηρίζεται από περιορισμένη εξωστρέφεια, καθώς είναι σχετικά μικρή η ελληνική παρουσία στις αγορές του εξωτερικού και περιορισμένη η δραστηριοποίηση ελληνικών επιχειρήσεων σε όλο το μήκος της παραγωγικής αλυσί- δας. Παρά την ύπαρξη εγχώριων κοιτασμά- των, δεν χρησιμοποιείται ούτε πετρέλαιο ούτε φυσικό αέριο στην κορυφή της παρα- γωγικής αλυσίδας (upstream), ενώ υπάρχει μικρή μόνο συμμετοχή στη δημιουργία υποδομών. Τόσο η έλλειψη εξωστρέφειας όσο και η μικρή συμμετοχή στην κορυφή της αλυσίδας περιορίζουν την προοπτική ανάπτυξης του τομέα.

Προκειμένου να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες για ανάπτυξη και βελτίωση της παραγωγικό- τητας, η μελέτη επισημαίνει 14 προτεραιότη- τες ομαδοποιημένες σε 4 κατηγορίες (Σχήμα 27)

 

 

î Βελτίωση της αποδοτικότητας του τομέα. Προϋποθέτει τον εξορθολογισμό της κατα- νάλωσης ενέργειας στα κτίρια (Σχήμα 28) και τις μεταφορές. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση των διαθέσιμων τεχνικών μέσων, τα περισσότερα από τα οποία απαιτούν επεν- δύσεις και κίνητρα για να επιταχυνθεί η εφαρ- μογή τους. Ακολουθώντας μία συγκεκριμένη στρατηγική βελτίωσης της ενεργειακής κα- τανάλωσης των υπαρχόντων και νέων ακι- νήτων, θα μπορούσε να επιτευχθεί αύξηση στην ΑΠΑ του βιομηχανικού και κατασκευα- στικού κλάδου κατά €1 δισ. σε ετήσια βάση με ορίζοντα το 2021.

 

 

î Αύξηση παραγωγικότητας. Μπορεί να επι- τευχθεί με την αύξηση των διαθέσιμων πό- ρων, τη βελτίωση της λειτουργικότητας (σε επίπεδο καυσίμων και εργασίας), την αύξηση της παραγωγικότητας κεφαλαίων και τον πε- ριορισμό των απωλειών στη διανομή, π.χ. με την εγκατάσταση «έξυπνων» μετρητών και την καταπολέμηση της παραοικονομίας στη λιανική πώληση του πετρελαίου.

– Βελτιστοποίηση του μείγματος ενέργειας με τη χρήση τεχνολογιών για την υποκατάστα- ση καύσιμων αναφορικά με την ενεργειακή επάρκεια και το οικονομικό και περιβαλλο- ντικό αντίκτυπο. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται μία ολοκληρωμένη μελέτη για την ενεργεια- κή στρατηγική της χώρας, με αναφορά στους κοινοτικούς στόχους του ΕC 202020 και θα πρέπει να εκπονηθεί ένα πλάνο για την ενερ- γειακή διασύνδεση μεταξύ των νησιών.

î Αύξηση της εξωστρέφειας και συμμετοχή στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας κατά μήκος της ενεργειακής αλυσίδας. Βασικές προτεραιότητες είναι η εκμετάλλευση της γεωγραφικής θέσης της χώρας με στόχο τη δημιουργία κόμβου φυσικού αερίου, την αύ- ξηση της συμμετοχής των ελληνικών επιχει- ρήσεων στα έργα ενεργειακής υποδομής και παραγωγής ενέργειας της ευρύτερης περιο- χής, την προώθηση των εξαγωγών ενεργει- ακών προϊόντων την επόμενη πενταετία και την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων στην αλυσίδα παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Οι αλλαγές αυτές μπορούν να προσθέσουν €9 δισ. άμεση και έμμεση ΑΠΑ και να μειώ- σουν το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο κα-τά περίπου €1 δισ. σε ετήσια βάση.

4.1.3. Βιομηχανία – μεταποίηση τροφίμων

Η αποβιομηχανοποίηση συντελείται εδώ και 20 χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ε.Ε., με αντίστοιχη μείωση της συμμε- τοχής του κλάδου στην οικονομία από 21% σε 15% για την Ε.Ε. και από 13% σε 8% για την Ελλάδα. Παρά τη μείωση των σχετικών μεγεθών του βιομηχανικού κλάδου, παρα- μένει ο δεύτερος μεγαλύτερος κλάδος σε συνεισφορά ΑΠΑ και ο τρίτος μεγαλύτερος σε απασχόληση, από όλους τους κλάδους παραγωγής. Επιπλέον, συνεισφέρει τα πε- ρισσότερα φορολογικά έσοδα και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Η μεταποίηση, ως κλάδος, περιλαμβάνει το μεγαλύτερο ποσοστό «μεγάλων» μο- νάδων (>100 εργαζόμενοι), καθώς και μια σειρά μεγάλων σύγχρονων επιχειρήσεων, διεθνώς ανταγωνιστικών και με σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα (Σχήμα 29).

 

Για τον κλάδο συνολικά και ιδίως για τις μεγά- λες εξωστρεφείς εταιρείες, η άρση των ορι- ζόντιων μακροοικονομικών εμποδίων και η δημιουργία ενός φιλικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος είναι κρίσιμες προϋποθέ- σεις στην προσπάθειά του να βελτιώσει την εγχώρια και διεθνή ανταγωνιστικότητά του. Ο κλάδος αποτελείται από τέσσερις, υπο- κατηγορίες: α) Μεταποίηση τροφίμων, με συνεισφορά του 30% της βιομηχανικής ΑΠΑ και 20% στην απασχόληση, β) Βαριά βιομηχανία, με 25% συνεισφορά ΑΠΑ και 35% στην απασχόληση, γ) Ποτά, με 10% συνεισφορά ΑΠΑ και 3% στη απασχόληση καιδ) Ένασύνολομικρότερωνκατηγοριών, με ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, που συνεισφέρει την υπολειπόμενη ΑΠΑ και απασχόληση. (Σχήμα 30).

 

 

 

Η μεταποίηση τροφίμων αποτελεί το μεγα- λύτερο κλάδο του τομέα και συνεχίζει να αναπτύσσεται, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ε.Ε., καθώς υπάρχει στροφή της ζή- τησης προς τα συσκευασμένα τρόφιμα. Ο συγκεκριμένος κλάδος αναλύθηκε σε βά- θος κατά τη διάρκεια της μελέτης, όχι μό- νο λόγω του μεγέθους του αλλά και λόγω του ότι αποτελεί δόκιμο πεδίο εφαρμογής των «οριζόντιων» προτάσεων της μελέτης, πέραν των κλαδικών παρεμβάσεων που μπορούν να συμβάλουν περαιτέρω στην ανάπτυξή του. Η βαριά βιομηχανία –στον αντίποδα– περιλαμβάνει ένα μικρό αριθ- μό, ώριμων, επιχειρήσεων στο χώρο των μεταποιημένων μεταλλικών προϊόντων, του τσιμέντου και των ορυκτών, με διεθνή εμβέλεια. Οι βασικές δράσεις που αφορούν την ανταγωνιστικότητα αυτών των επιχει- ρήσεων καλύπτονται, εν πολλοίς, από τις «οριζόντιες» μεταρρυθμίσεις και τις κλαδι- κές παρεμβάσεις στον τομέα της ενέργει- ας. Αντίστοιχα, ο υποκλάδος των ποτών κυρίως περιλαμβάνει μεγάλες διεθνείς και κάποιες εγχώριες επιχειρήσεις, που επίσης θα ωφεληθούν συνολικά από την άρση των οριζόντιων εμποδίων. Οι υπόλοιπες επιχει- ρήσεις του βιομηχανικού κλάδου αντιπρο- σωπεύουν μεγάλο αριθμό επιτηδευμάτων και ως εκ τούτου ο κατακερματισμός τους δεν επιτρέπει να καλυφθούν από ενιαίες προτάσεις.

Η μεταποίηση τροφίμων, χάρη στη δια- θεσιμότητα πρώτων υλών και προϊόντων υψηλής ποιότητας, εξειδικευμένης τεχνο- γνωσίας και λογικού κόστους στην Ελλάδα, παρουσιάζει πολλές δυνατότητες να αυξή- σει την αξία και τις εξαγωγές της και να πε- ριορίσει τις εισαγωγές, ειδικά σε τέσσερις κατηγορίες τροφίμων που αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς, λίπη και έλαια, φρούτα και λαχανικά, γαλακτοκομικά προϊόντα και προϊόντα αρτοποιίας.

Η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που προσφέρουν αυτοί οι τομείς απαιτεί την αντιμετώπιση προβλημάτων που αφορούν την έλλειψη οικονομιών κλίμακας, σύγχρο- νου παραγωγικού δυναμικού, καινοτομιών και πρόσβασης στις διεθνείς αγορές. Ένα παράδειγμα που αφορά την κλίμακα παρα- γωγής και την πρόσβαση στις ξένες αγορές είναι το ελαιόλαδο. Η Ελλάδα είναι ο 3ος μεγαλύτερος παραγωγός ελαιολάδου στον κόσμο και εξάγει το 60% της παραγωγής της χύδην στην Ιταλία. Με τον τρόπο αυ- τόν, όμως, χάνει υπεραξία που ανέρχεται σε €1 το κιλό (Σχήμα 31) και που εκμεταλλεύ- εται η Ιταλία, εξάγοντας ξανά το ελαιόλαδο συσκευασμένο.

 

 

Στη φέτα, η Ελλάδα κατέ- χει μερίδιο της τάξης του 28% μόνο στην παγκόσμια αγορά του επώνυμου προϊό- ντος και στο προϊόν «ελληνικό γιαούρτι» κα- τέχει το 30% μόνο της αγοράς των ΗΠΑ. Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι υπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες προς αξιοποίηση. Η μελέτη έχει επισημάνει 12 προτεραιότη- τες που αφορούν τον ιδιωτικό και το δημό- σιο τομέα και τις έχει ομαδοποιήσει σε τέσ- σερις στρατηγικές κατευθύνσεις (Σχήματα 32-33).

 

 

– Καθορισμός προτεραιοτήτων για τις εξα- γωγικές αγορές. Αυτό συνεπάγεται την ομαδοποίηση των ξένων αγορών με βάση την παρουσία κοινών δικτύων λιανικής πώλησης και εμπορικών συνεργειών, και στη συνέχεια την ιεράρχησή τους με βάση το μέγεθος, την προοπτική ανάπτυξης και την αποδοχή των ελληνικών προϊόντων. Σε πρώτη προτεραιότητα είναι οι αγορές της Β. Αμερικής, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γερμανίας, της Αυστρίας και των Βαλκανί- ων. Άλλες κύριες αγορές περιλαμβάνουν την Ιταλία, τη Γαλλία και το Βέλγιο, τη Σκαν- διναβία, τη Ρωσία και την Αυστραλία (Σχή- μα 34).

 

– Καινοτομία και σταδιακή βελτίωση της αξί- ας του προϊόντος. Δημιουργία ενός παγκό- σμια αναγνωρίσιμου μηχανισμού πιστοποί- ησης πρωτότυπων ελληνικών προϊόντων και ανάληψη δράσεων που σχετίζονται ειδικά με το κάθε προϊόν, όπως η συσκευα- σία και το «ονοματεπώνυμο» (branding), η υποκατάσταση των εισαγωγών λαδιού (π.χ. ηλιελαίου), κυρίως για επαγγελματική χρή- ση, η εισαγωγή καινοτομιών, η διαφήμιση του τόπου προέλευσης για τα ελληνικά γαλακτοκομικά (στραγγιστό γιαούρτι και φέτα) και η επιλεκτική προώθηση άλλων προϊόντων που παρουσιάζουν προοπτική ταχείας ανάπτυξης.

– Αύξηση του ελληνικού παραγωγικού δυ- ναμικού και της αποδοτικότητας. Προτει- νόμενες δράσεις σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η ανάπτυξη 4-6 σύγχρονων μονάδων μεταποίησης και συσκευασίας μεγάλης κλίμακας (για τα προϊόντα προτεραιότητας όπως ελαιόλαδο, ελιές, τομάτες και πατά- τες), στρατηγικά τοποθετημένων κοντά στην πηγή της πρώτης ύλης.

– Εξασφάλιση ισχυρής τοποθέτησης στις αγορές προτεραιότητας. Μία σημαντική δράση θα ήταν η ίδρυση μίας «Εταιρείας Ελληνικών Τροφίμων» (ιδιωτική εταιρεία ή ΣΔΙΤ) που θα φρόντιζε να εξασφαλίσει πρό- σβαση στις σημαντικές εξαγωγικές αγορές για ανταγωνιστικά ελληνικά προϊόντα και παραγωγούς, αναπτύσσοντας δίκτυα χον- δρικής και λιανικής διανομής, συντονίζο- ντας καμπάνιες μάρκετινγκ και ιδρύοντας σε σημεία αυξημένης κίνησης έναν περι- ορισμένο αριθμό καταστημάτων λιανικής πώλησης που θα διαθέτουν αποκλειστικά ελληνικά προϊόντα στις κύριες αγορές. Μέχρι το 2021 η ΑΠΑ (έμμεση και άμεση) θα μπορεί να αυξηθεί κατά περίπου €6 δισ., με 120.000 νέες θέσεις εργασίας, και το εμπορικό ισοζύγιο θα μπορεί να βελτιωθεί κατά περίπου €1,2 δισ.

4.1.4. Αγροτική παραγωγή – Γεωργικές καλλιέργειες Ιστορικά ο αγροτικός τομέας ήταν πάντα σημαντικός για την Ελλάδα. Σήμερα απα- σχολεί περί το 13% του εργατικού δυνα- μικού (περίπου 500.000 εργαζόμενους) και συνεισφέρει περίπου 4% στην ΑΠΑ (ποσοστό σχεδόν τριπλάσιο από τον μέ- σο όρο της Ε.Ε. των 15). Η σημασία του ενισχύεται από τις έμμεσες επιπτώσεις που έχει στη βιώσιμη αγροτική και πε- ριβαλλοντική ανάπτυξη, καθώς και σε άλλους κλάδους, όπως τη μεταποίηση τροφίμων και τον τουρισμό.

Ο τομέας συνολικά χαρακτηρίζεται από χαμηλή παραγωγικότητα. Πριν την κρί- ση, η ΑΠΑ κατά κεφαλήν ήταν κατά 44% χαμηλότερη απ’ αυτήν του μέσου όρου της Ε.Ε. των 15 (€17.200 έναντι €30.900). Στην περίοδο 2000-2008 το κόστος ερ- γασίας σχεδόν διπλασιάστηκε, γεγονός που υποδηλώνει περαιτέρω απώλεια της ανταγωνιστικότητας. Κατά την ίδια περίοδο στη Γερμανία, την Ιταλία και τη Γαλλία η αύξηση του εργατικού κόστους ήταν 3%, 23% και 38% αντιστοίχως.

Οι γεωργικές καλλιέργειες αποτελούν τον πιο σημαντικό υποκλάδο της αγρο- τικής παραγωγής, που συνεισφέρει στο 62% της ΑΠΑ και το 80% της απασχό- λησης του τομέα (οι ιχθυοκαλλιέργειες εξετάζονται χωριστά, ως «αναδυόμενος αστέρας»). Πριν την κρίση, η παραγωγή είχε μειωθεί κατά 15%, το κόστος παρα- γωγής είχε αυξηθεί κατά περίπου 40% και οι τιμές κατά περίπου 25%. Ταυτόχρονα το εμπορικό ισοζύγιο επιδεινώθηκε, κα-θώς οι εισαγωγές αυξάνονταν πολύ πιο γρήγορα από τις εξαγωγές (44% και 28% συνολική αύξηση αντίστοιχα). Η διείσδυση της Ελλάδος στις κεντρικές ευρωπαϊκές αγορές είναι πολύ χαμηλή, με μερίδιο κάτω από το 2%, όταν η Ιταλία και η Ισπανία έχουν περίπου 10% και 13% αντίστοιχα. Η χώρα δεν έχει μία ολοκλη- ρωμένη και σαφή εξαγωγική στρατηγι- κή, είτε συνολικά είτε για το κάθε προϊόν ξεχωριστά. Οι εισροές εργασίας και η παραγωγικότητα της γης υπολείπονται σημαντικά των περισσότερων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου (Σχήμα 35), ενώ η κα- τακερματισμένη παραγωγή υπολείπεται σε διεθνή ανταγωνιστικότητα.

 

Παρά τα μειονεκτήματα αυτά, η Ελλάδα κατέχει πλεονεκτήματα ποιότητας και κόστους που δείχνουν ότι υπάρχει η δυνατότητα για υψηλότερη ανταγωνιστικότητα, εξω- στρέφεια και υποκατάσταση εισαγωγών. Η μελέτη επισημαίνει εννέα προτεραιό- τητες, ομαδοποιημένες σε τέσσερις κα- τηγορίες. (Σχήμα 36)

 

 

– Διαφοροποίηση και επικέντρωση της στρατηγικής προϊόντων και μάρκετινγκ. Αυτό συνεπάγεται την ομαδοποίηση των προϊόντων σε τέσσερις διακριτές κατη- γορίες –δηλαδή «εισαγόμενα/ευρείας κατανάλωσης», «προσανατολισμένα στην επεξεργασία», «αναδυόμενα» και «εξαγωγικές μηχανές»– και την αντίστοι- χη προσαρμογή στην παραγωγική καθώς και στην εμπορική στρατηγική βάσει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάθε ομάδας. Πέραν αυτών, η Ελλάδα οφείλει να επικεντρωθεί και στη δημιουργία συ- γκεκριμένης στρατηγικής για προϊόντα προστατευόμενης ονομασίας προέλευ- σης (π.χ. μαστίχα, κρόκο, σπαράγγια) (Σχήμα 37).

 

 

– Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέ- σω οικονομιών κλίμακας. Αυτό συνεπά- γεται τη στροφή προς μεγαλύτερες μο- νάδες και υψηλότερη παραγωγικότητα μέσω της αναδιανομής της καλλιεργή- σιμης γης προς όφελος συγκεκριμένων προϊόντων, τη δυνητική χρήση δημόσι- ων εκτάσεων για να μεγαλώσει η κλίμα- κα παραγωγής, την εισαγωγή νέων με- θόδων και κινήτρων για την αύξηση της παραγωγικότητας της γης και την ίδρυση ενός νέου οργανισμού τυποποίησης και πιστοποίησης για αγροτικά προϊόντα και μεθόδους (περιλαμβανομένης της βιο- λογικής καλλιέργειας).

– Διασφάλιση διείσδυσης και παρουσία σε ξένες αγορές. Προς αυτή την κατεύθυνση θα συντελούσε η ίδρυση μίας «Εταιρείας Ελληνικών Τροφίμων» (ιδιωτική εταιρεία ή ΣΔΙΤ), ώστε να συγκεντρωθεί η παρα- γωγή, να υπάρξει συντονισμός, να δημι- ουργηθούν και να λειτουργήσουν δίκτυα διανομής στο εξωτερικό (ίδια πλατφόρμα με τη βιομηχανία τροφίμων).

– Ανάπτυξη επαγγελματικών δυνατοτή- των. Αυτό συνεπάγεται την ίδρυση πε- ραιτέρω πανεπιστημιακών τμημάτων γεωργίας, με έμφαση στην επιχειρημα- τικότητα και σε πρακτικά προβλήματα, όπως και τη δημιουργία ε