• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου, 2020
TRANSFER PRICING: ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΩΣΗ ΣΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΗΤΣΙΟΣ

PARTNER, HEAD OF TAX – ERNST & YOUNG

 

H πολυνομία και πολυπλοκότητα για τα θέματα των ενδοομιλικών συναλλαγών επιβάλλεται να επιλυθεί ώστε να δημιουργηθεί ένα σταθερό περιβάλλον. 

Οι κρατούσες συνθήκες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωζώνη, αλλάζουν και πλέον τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο. Στο πλαίσιο αυτό, η παρουσία των πολυεθνικών ομίλων στη χώρα μας, σε συνδυασμό με την παραμονή μας στην Ευρωζώνη, αναμένεται να ισχυροποιηθεί στο άμεσο μέλλον, οδηγώντας σε ευρύτερη σύνδεση της ελληνικής οικονομίας με τους ομίλους αυτούς.

Άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτό είναι το ζήτημα των ενδοομιλικών συναλλαγών (transfer pricing). Είναι ένα ζήτημα που οφείλουμε να αναλύσουμε και να το διαχειριστούμε όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς με συνέπεια και υπευθυνότητα.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ενδοομιλικές συναλλαγές αποτελούν συχνά αντικείμενο φορολογικού σχεδιασμού, σε επίπεδο επιχειρηματικών ομίλων, με κύριο σκοπό τη μεταφορά κερδών σε χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς, η ανάγκη αυτή γίνεται επιτακτικότερη. Στόχος θα πρέπει να είναι η συμβολή στη δημιουργία ενός σταθερού περιβάλλοντος, όπου διοίκηση και επιχειρήσεις θα συνεργαστούν αρμονικά, αφού πραγματική ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτήν.

Καλούμαστε λοιπόν να απαντήσουμε στο ερώτημα: Πώς μπορούμε να περάσουμε από την πόλωση στη συνεργασία, ούτως ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες που θα στηρίξουν τη μετάβαση από την ύφεση στην ανάπτυξη;

Πριν απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, ας δούμε το ισχύον ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο του transfer pricing.

Υπό την πίεση των οικονομικών εξελίξεων αλλά και της δράσης διεθνών οργανισμών, εισήχθη στη χώρα μας για πρώτη φορά, το 2008, με νομοθεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης, η διαδικασία της τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών με βάση τα πρότυπα του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέχρι τη νομοθετική αυτή ρύθμιση, υπήρχαν μόνο οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για την «υπερτιμολόγηση – υποτιμολόγηση». Ωστόσο, στη συνέχεια, το 2009, με νέες νομοθετικές διατάξεις, η σχετική διαδικασία τεκμηρίωσης για τις ενδοομιλικές συναλλαγές εισήχθη και στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Το καθένα από αυτά τα νομοθετήματα αντιμετωπίζει τις ενδοομιλικές συναλλαγές υπό διαφορετικό πρίσμα. Οι διατάξεις του Υπουργείου Ανάπτυξης εντάσσονται στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να ελέγξει την ορθή διαμόρφωση και την εξέλιξη των τιμών στην εγχώρια αγορά.

Οι διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών έχουν σκοπό τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των ενδοομιλικών τιμολογήσεων για τον ορθότερο προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης.

 

Η έρευνα της Ernst & Young

Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία έρευνας που εκπονεί η ΕΥ διεθνώς, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, σχετικά με τις εξελίξεις στο transfer pricing, κύριο εύρημά της αποτελεί ότι το πεδίο της τιμολόγησης των ενδοομιλικών συναλλαγών αποτελεί πλέον βασική προτεραιότητα, τόσο για τους φορολογούμενους όσο και για τις φορολογικές αρχές.

Κυρίως, όμως, τα συμπεράσματα της έρευνας αυτής είναι χρήσιμα για τον εντοπισμό των σημείων εκείνων στα οποία πρέπει να δοθεί προτεραιότητα κατά την αναμόρφωση του ελληνικού πλαισίου περί ενδοομιλικών συναλλαγών.

Έτσι, θα μπορέσουν να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για γόνιμη συνεργασία μεταξύ των ελεγκτικών αρχών και των ελεγχόμενων επιχειρήσεων και, κατ’ επέκταση, να εξαλειφθούν οι αιτίες πόλωσης μεταξύ τους.

Στην έρευνα διαπιστώνεται ότι κατά την εφαρμογή των κανόνων ενδοομιλικής τιμολόγησης παρουσιάζονται προσκόμματα που μπορούν να διακριθούν στις εξής 4 κατηγορίες:

1. Απουσία σαφών κανόνων ενδοομιλικής τιμολόγησης και σχετικών οδηγιών.

2. Καταστρατήγηση υφιστάμενων κανόνων transfer pricing.

3. Έλλειψη τεχνικής κατάρτισης και εξειδίκευσης στο επίπεδο των ελεγκτικών μηχανισμών, και

4. Ύπαρξη αντιφατικών πρακτικών της διοίκησης σε βάρος των ελεγχομένων.

Όσοι έχουν εμπειρία της σημερινής πραγματικότητας στη χώρα μας γνωρίζουν καλά ότι, δυστυχώς, στην Ελλάδα συναντώνται σωρευτικά όλα τα εν λόγω προσκόμματα.

 

Αναλύοντας τα προσκόμματα

1. Ως προς την απουσία σαφών κανόνων ενδοομιλικής τιμολόγησης και σχετικών οδηγιών.

Η έρευνα κατέδειξε ότι υπάρχουν αρκετές χώρες στις οποίες είτε δεν ισχύουν συγκεκριμένοι κανόνες περί της ενδοομιλικής τιμολόγησης είτε το νομοθετικό πλαίσιο παρέχει στις ελεγκτικές αρχές τη δυνατότητα να προβούν σε αναπροσαρμογή σε περίπτωση που κρίνουν ότι δεν τηρείται η αρχή των ίσων αποστάσεων. Αυτό ωστόσο συμβαίνει χωρίς να ορίζεται η έννοια αυτή και να δίνονται οι ανάλογες οδηγίες για την εφαρμογή της.

Οι ενδοομιλικές συναλλαγές αντιμετωπίζονται με δυσπιστία από τις ελεγκτικές αρχές, οι οποίες προβαίνουν σε αυστηρή ερμηνεία και εφαρμογή των όποιων σχετικών διατάξεων. Συνεπεία αυτού; Η επιβολή υψηλών και δυσανάλογων προστίμων που στερούν –κατ’ ουσίαν– από τους φορολογουμένους το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης και, εντέλει, τη δυνατότητα να αμυνθούν στην επιβολή αδικαιολόγητων προστίμων.

Ωστόσο, ακόμα και όταν δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη για την υποχρέωση της τήρησης της αρχής των ίσων αποστάσεων, οι ελεγκτικές αρχές υποβάλλουν τις ενδοομιλικές συναλλαγές σε ενδελεχή έλεγχο και επιβάλλουν παρακράτηση φόρου ακόμη και όταν δεν πρόκειται για καταβολή δικαιωμάτων ή τόκων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, οι σχετικές διαδικασίες επιστροφής τού αδικαιολογήτως παρακρατηθέντος φόρου είναι ιδιαίτερα γραφειοκρατικές και χρονοβόρες, με αποτέλεσμα το κόστος να αποτρέπει τις επιχειρήσεις από το να προσφεύγουν σε αυτές.

Επιπλέον μέσο για την επιβολή πρόσθετων φόρων σε αυτές τις περιπτώσεις αποτελούν πολύ συχνά οι κανόνες για την υποκεφαλαιοδότηση ή για την έκπτωση των δαπανών.

Κύριο γνώρισμα όλων των παραπάνω καταστάσεων είναι η επιβολή υπέρογκων πρόσθετων φόρων και προστίμων σε βάρος των επιχειρήσεων.

Στην πράξη, λοιπόν, οι επιχειρήσεις στερούνται της δυνατότητας άμυνας κατά των πράξεων αυτών, καθώς καλούνται να προκαταβάλουν μεγάλο μέρος των φόρων ως προαπαιτούμενο για την προσφυγή στα δικαστήρια. Για παράδειγμα, στη χώρα μας το ποσοστό αυτό ορίζεται σε 50% των πρόσθετων φόρων και προστίμων. Ως αποτέλεσμα αυτού του υπερβολικού κόστους από φόρους και πρόστιμα, καθώς και της επιβάρυνσης από ατελέσφορες γραφειοκρατικές διαδικασίες, η δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων στις χώρες αυτές καθίσταται δυσχερής.

Αυτά, δυστυχώς, αποτελούν μέρος της καθημερινότητας για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται και στη χώρα μας, δρώντας επίσης αποθαρρυντικά για κάθε υποψήφιο επενδυτή. Δεν προκύπτουν όμως από την ανυπαρξία σχετικών διατάξεων, αλλά από την πολυνομία που ταλανίζει τους φορολογούμενους, και πολλές φορές την ίδια τη διοίκηση.

Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η χώρα μας κατέχει μια ακόμα πρωτοτυπία σε παγκόσμιο επίπεδο; Αποτελεί τη μοναδική χώρα που τα θέματα transfer pricing ρυθμίζονται παράλληλα από δύο νομοθετήματα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα δύο διαφορετικών υπουργείων –του Οικονομικών και του Ανάπτυξης– και στοχεύουν στην επίτευξη τελείως διαφορετικών νομοπολιτικών επιδιώξεων.

Παρόλη όμως την πολυνομία, παρατηρείται το παράδοξο οι επιδιωκόμενοι σκοποί να μην επιτυγχάνονται από την εφαρμογή κανενός από τα δύο νομοθετήματα.

Η προτεινόμενη λύση: Η επικείμενη αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος αποτελεί ευκαιρία που δεν πρέπει να αφήσουμε να χαθεί. Σε κάθε περίπτωση, είναι αναγκαίο το προαναφερόμενο σύστημα της πολυνομίας και της πολυπλοκότητας να αντικατασταθεί από ένα σαφές και ολοκληρωμένο πλέγμα διατάξεων.

Διατάξεις που θα προσδιορίζουν παράλληλα συγκεκριμένα ελεγκτικά βήματα και διαδικασίες, που θα συμβάλλουν: α) στην εξάλειψη της πόλωσης και β) στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των ελεγχόμενων επιχειρήσεων και των φορολογικών αρχών.

 

2. Ως προς την καταστρατήγηση υφιστάμενων κανόνων transfer pricing.

Συναφής με τα προαναφερόμενα είναι η διαπίστωση της έρευνας για την καταστρατήγηση των υφιστάμενων κανόνων ενδοομιλικών συναλλαγών στις περιπτώσεις χωρών που έχουν ήδη σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, με αποκλειστικό σκοπό την επιβολή προστίμων. Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις το νομοθετικό πλαίσιο περί ενδοομιλικών συναλλαγών αποτελεί ένα αποτελεσματικό εργαλείο στα χέρια των φορολογικών αρχών για την επιβολή πρόσθετων φόρων και προστίμων, δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης βαρύνει τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις. Σε κάποιες χώρες, αντικείμενο ελέγχου δεν αποτελεί τόσο η ουσιαστική συμμόρφωση με την αρχή των ίσων αποστάσεων αλλά, κυρίως, η εκπλήρωση των τυπικών υποχρεώσεων κατά την κατάρτιση των προβλεπόμενων φακέλων τεκμηρίωσης.

Ως αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής δημιουργείται υπέρμετρο κόστος για τις επιχειρήσεις, λόγω της διπλής φορολόγησης των σχετικών ενδοομιλικών συναλλαγών, καθώς, ακόμα και αν υπάρχουν εφαρμοστέες διμερείς συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολογίας, αυτές δεν προβλέπουν απαλλαγή από τέτοιου είδους επιβαρύνσεις.

Η χώρα μας, δυστυχώς, ξεχωρίζει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης. Στην πράξη συναντάται το παράδοξο να «τιμωρούνται» οι επιχειρήσεις με την επιβολή προστίμου 10% επί της αξίας των σχετικών συναλλαγών ακόμα και στην περίπτωση που έχουν πιθανώς συμμορφωθεί πλήρως με τις τυπικές τους υποχρεώσεις. Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι ο έλεγχος να μην υπεισέρχεται σχεδόν καθόλου στο κομμάτι της ουσιαστικής συμμόρφωσης με την αρχή των ίσων αποστάσεων, παρόλο που αυτό αποτελεί τον επιδιωκόμενο σκοπό του νόμου.

Τα προαναφερόμενα αποτυπώνουν μοναχά κάποια από τα ανορθόδοξα που παρατηρούνται στο σημερινό νομοθετικό πλαίσιο. Γίνεται, λοιπόν, επιτακτική μια στροφή προς την ουσία, αφήνοντας πίσω μας την τυπολατρία. Επομένως, η πολυσυζητημένη αναμόρφωση του φορολογικού πλαισίου πρέπει να αποτελέσει το όχημα για τη επιτυχή μετάβαση.

 

3. Ως προς την έλλειψη καταρτισμένου και εξειδικευμένου προσωπικού και ως προς τις αντιφατικές πρακτικές της διοίκησης.

Η επιτυχία του προαναφερθέντος εγχειρήματος είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη στελέχωση του φορολογικού μηχανισμού με άρτια καταρτισμένο και εκπαιδευμένο προσωπικό.

Φυσικά αυτό δεν αποτελεί στόχο μόνο για τη χώρα μας, αλλά, όπως προκύπτει από την έρευνα, και άλλες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της Ουγγαρίας. Αν και υπάρχουν οι σχετικοί νόμοι transfer pricing από το 2003, τα συνεχή ερωτήματα των φορολογουμένων δεν απαντώνται, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζονται με επιτυχία τα ανακύπτοντα στην καθημερινή πρακτική ζητήματα και να δημιουργείται μια κατάσταση επιζήμια τόσο για τα φορολογικά έσοδα της χώρας όσο και για τη λειτουργία των επιχειρήσεων.

Η έλλειψη τεχνικής κατάρτισης και εμπειρίας συνιστά και στη χώρα μας ένα από τα βασικά προσκόμματα στην εξέλιξη της συνεργασίας των επιχειρήσεων με τις αρχές, οι οποίες, κάποιες φορές, επιδιώκοντας την επιβολή υψηλών χρηματικών προστίμων, αρκούνται απλώς στον έλεγχο της τυπικής συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις.

Τέλος, όπως κατέδειξε η έρευνα, περιορισμοί τίθενται και από τις εσωτερικές οδηγίες που διέπουν τη λειτουργία των φορολογικών αρχών και σχετίζονται κυρίως με οικονομικούς στόχους που οφείλουν να πετύχουν οι ομάδες των ελεγκτών. Η ανάγκη επίτευξης αυτών των στόχων ωθεί συχνά τις φορολογικές αρχές στην επιβολή υψηλών και αδικαιολόγητων προστίμων.

Ως αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής, διοίκηση και επιχειρήσεις αποξενώνονται και η μεταξύ τους πόλωση εντείνεται.

 

Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας, είναι πλέον αδήριτη η ανάγκη για αναμόρφωση τόσο του νομοθετικού πλαισίου όσο και της πρακτικής που ακολουθείται από τις εποπτεύουσες αρχές και τις επιχειρήσεις στα ζητήματα της ενδοομιλικής τιμολόγησης, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια γόνιμη συνεργασία μεταξύ των ελεγκτικών αρχών και των ελεγχόμενων επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, αυτή η ανάγκη θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην επικείμενη αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος.

Είναι η ευκαιρία να τεθούν οι βάσεις για ένα σαφές και ολοκληρωμένο πλέγμα διατάξεων, που θα εξαλείφουν την πολυνομία και θα περιορίζουν τα ζητήματα για τα οποία μπορεί να υπάρξουν διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις και να δημιουργηθούν αμφιβολίες. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι «σοφόν το σαφές». Αυτή η προσπάθεια πρέπει, βεβαίως, να συνοδευτεί από την ενίσχυση του φορολογικού μηχανισμού, ώστε η διοίκηση, με άρτια καταρτισμένο και εξειδικευμένο προσωπικό, να μπορεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις στον τομέα των ενδοομιλικών συναλλαγών και, κατ’ επέκταση, να ελέγχει πιο ουσιαστικά, από τη σκοπιά της αρχής των ίσων αποστάσεων, τις επιχειρηματικές πρακτικές των οικονομικών μονάδων.

Χρειάζεται όμως και μεγαλύτερη προσπάθεια και διάθεση συνεργασίας από τη μεριά των επιχειρήσεων. Ελεγκτικές αρχές και επιχειρήσεις θα μάθουν μαζί να ελέγχουν και να ελέγχονται μέσα από αυτή τη διαδικασία, δημιουργώντας ένα πλαίσιο συνεργασίας και καθιερώνοντας ένα νέο status quo.

Ο επιχειρηματικός κόσμος όχι μόνο δεν είναι άμοιρος ευθυνών αλλά, αντιθέτως, η συμβολή του στην αλλαγή που επιχειρείται καθίσταται επιτακτική, καθοριστική.

Όλα αυτά θα συμβάλουν στην εξισορρόπηση των σχέσεων μεταξύ των δύο μερών, αφού πλέον θα ενισχυθεί η σταθερότητα και η εμπιστοσύνη μεταξύ τους και θα καταφέρουμε να μεταβούμε από την πόλωση στη συνεργασία, που είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία στις μέρες μας για την επίτευξη της οικονομικής ανάπτυξης και προόδου.