• Σήμερα είναι: Σάββατο, 28 Νοεμβρίου, 2020

Ετήσια Ανάλυση KPMG: Η Χρηματοοικονομική κατάσταση των ελληνικών Ασφαλιστικών Εταιρειών

Φίλιππος Κάσσος

Συμπεράσματα

Τα βασικά σημεία της φετινής ανάλυσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης των ελληνικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων που πραγματοποίησε η KPMG για το έτος που έκλεισε το 2013 αναφέρονται στη βελτίωση των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων μετά και την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησής τους για την κάλυψη των ζημιών που προήλθαν από τα ελληνικά ομόλογα, τη διατήρηση της υψηλής κερδοφορίας, που προήλθε κυρίως από τον κλάδο Αυτοκινήτων, όπου παρατηρήθηκε σταθεροποίηση του Δείκτη Ζημιών σε χαμηλά ακόμη επίπεδα, καθώς και απο την ανακοπή του υψηλού ρυθμού μείωσης της παραγωγής, ο οποίος πλέον, λόγω της αύξησης του κλάδου Ζωής στο πρώτο 10μηνο του 2014, δείχνει σημάδια σταθεροποίησης στο σύνολό της, σύμφωνα και με τα πρόσφατα στοιχεία της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών του Οκτωβρίου 2014. Επίσης, για πρώτη φορά αναπτύχθηκε ο Συνολικός Δείκτης Ζημιών στο Αυτοκίνητο σε καθαρή βάση, όπου προκύπτει σημαντικό περιθώριο κερδοφορίας στο επίπεδο του 85%, αποτέλεσμα που επιβεβαιώνει τον λόγο για τον οποίο οι ασφαλιστές επικεντρώνονται στον κλάδο αυτό, συμπεριλαμβανομένων και των διεθνών αντασφαλιστικών εταιρειών.

Όπως προκύπτει από την ανάλυση, παρατηρήθηκε αύξηση στον τομέα των απαιτήσεων από ασφάλιστρα, αν και υπήρχαν προσδοκίες για αντίθετα αποτελέσματα. Οι πρόσφατες εποπτικές αλλαγές στις αρχές του 2014, αλλά κυρίως η νεότερη νομοθετική ρύθμιση σχετικά με την προείσπραξη των ασφαλίστρων, αναμένεται να επιφέρουν ριζικές αλλαγές στη διαχείριση των απαιτήσεων, ιδιαίτερα στους κλάδους του Αυτοκινήτου. Η υλοποίηση του νέου πλαισίου φαίνεται ακόμη ότι δεν είναι καθολική, καθώς απαιτεί προσαρμογές κυρίως στις σχέσεις με τους πράκτορες και δευτερευόντως στα πληροφοριακά συστήματα. Η εμπειρία μέχρι σήμερα από το στάδιο υλοποίησης έχει δείξει ότι υπάρχει σημαντική μείωση στο ύψος των απαιτήσεων που συνεπάγεται αύξηση ρευστότητας και μείωση εποπτικών κεφαλαίων, επιβάρυνση των εταιρειών από την υπογραφή ιδιωτικών συμφωνητικών (χαρτόσημα, φόροι τόκων, προεξόφληση κ.λπ.), αυξημένος κίνδυνος επισφάλειας λόγω εξάλειψης της ανοιχτής πίστωσης και μικρές μετατοπίσεις παραγωγής. Ωστόσο θεωρούμε ότι η μακροχρόνια επίπτωση από τις αλλαγές αυτές είναι στο επίπεδο της εμπιστοσύνης πελατών (customer loyalty), όπου σταδιακά η ευθύνη αυτή οδηγείται αποκλειστικά στις ασφαλιστικές εταιρείες από τους διαμεσολαβητές, οπότε θεωρούμε ότι η προσοχή των ασφαλιστικών εταιρειών θα πρέπει να εστιαστεί στο πεδίο αυτό.

Έντονη κινητικότητα τη χρονιά που μας πέρασε, όπως άλλωστε αναμενόταν, έγινε στο θέμα της προετοιμασίας των εταιρειών για το SOLVENCY II και γενικότερα της προσπάθειας εφαρμογής του γενικότερου εποπτικού πλαισίου στο οποίο καλούνται πλέον οι εταιρείες να αντεπεξέλθουν. Έχουμε διατυπώσει και παλαιότερα την άποψη σε σχέση με την διαφάνεια και την εποπτεία ότι δεν ισχύει πάντα το «όσο περισσότερο τόσο το καλύτερο». Το κύριο θέμα σχετικά με την εποπτεία είναι αν αυτή κατορθώνει να επιτυγχάνει τον κοινωνικό της σκοπό, δηλαδή την προστασία του καταναλωτή, με την προϋπόθεση όμως ότι η σχέση κόστους και οφέλους να είναι υπέρ του δεύτερου παράγοντα. Υπάρχει όμως κάποιο διαθέσιμο εργαλείο μέτρησης της απόδοσης της εποπτείας; Ξέρουμε δηλαδή μέχρι ποιο σημείο υπάρχει ωφέλεια για τον καταναλωτή; Μην ξεχνάμε ότι το κόστος για τη συντήρηση ενός μηχανισμού ελέγχου, τελικά, το επωμίζεται ο ίδιος ο καταναλωτής, είτε μέσω του κρατικού προϋπολογισμού είτε μέσω της επιβάρυνσης των προϊόντων. Η αναλογικότητα στην εφαρμογή επομένως πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη, χωρίς ωστόσο εκπτώσεις στην προσαρμογή.

Οι σχετικοί προβληματισμοί που αντιμετωπίζουν σήμερα οι διοικήσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων έχουν να κάνουν με το αν θα πρέπει να προχωρήσουν σε πρόωρη (εθελοντική) εφαρμογή μέτρων σχετικά με την επιμέτρηση των χρηματοοικονομικών μέσων, πότε πρέπει να γίνει η αναβάθμιση των πληροφοριακών συστημάτων και σε ποιο βαθμό και, τέλος, αν πρέπει να αλλάξει η οργανωτική δομή της επιχείρησης με τμήματα κατάλληλα για το σκοπό αυτό ή θα καλυφθούν οι ανάγκες με εξωτερικούς συνεργάτες.

Για την αντιμετώπιση όλων αυτών των προβληματισμών προτείνεται στις εταιρείες, πριν την άμεση εφαρμογή και υλοποίηση μεμονωμένων λύσεων, η σύνταξη ενός οδικού χάρτη για την αναγνώριση επιπτώσεων και στους δύο βασικούς τομείς:

– Τακτικές επιπτώσεις: Για παράδειγμα, παραγωγή δεδομένων, συστήματα πληροφόρησης, διαδικασίες και δικλίδες ασφαλείας και αλλαγές στη δομή επιμέρους τμημάτων της εταιρείας.

– Ευρύτερες επιπτώσεις: Για παράδειγμα, ικανότητα καταβολής μερισμάτων, τιμολόγηση προϊόντων, σχέσεις επενδυτών και αγορές κεφαλαίων.

Σε προηγμένες χώρες της Ευρώπης σε θέματα ιδιωτικής ασφάλισης, έχουν ήδη αντιληφθεί το πρόβλημα αυτό και μία από τις προτεινόμενες λύσεις έχει να κάνει με αυτό που λέγεται «Finance Transformation», επειδή θεωρείται ότι μέρος του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος μιας ασφαλιστικής επιχείρησης περνάει μέσα από τις ευρύτερες οικονομικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων και των αναλογιστικών τμημάτων υπεύθυνων για τη σύνταξη των διευρυμένων εποπτικών οικονομικών αναφορών.

Ο μετασχηματισμός του οικονομικού τμήματος θα είναι μια εξελισσόμενη διαδικασία, η οποία θα πρέπει να ξεκινήσει με την υιοθέτηση μιας πιο ολοκληρωτικής οργάνωσης, ενόψει των διαφόρων ρυθμιστικών αλλαγών, με στόχο τις συνέργειες στην έκδοση και ανάλυση των αναφορών και τελικά τη μείωση του κόστους παραγωγής τους. H KPMG θεωρούμε ότι πρωτοπορεί στον τομέα αυτό και έχει ήδη υλοποιήσει στο εξωτερικό παρόμοια έργα, τα οποία θα μπορέσουν να αποτελέσουν οδηγό και για υλοποιήσεις μικρότερης κλίμακας στην Ελλάδα.

Σημαντική πληροφορία:

Η ανάλυση των αριθμοδεικτών που προκύπτουν από τις Οικονομικές Καταστάσεις δεν αποτελεί από μόνη της εργαλείο για την αξιολόγηση των επιχειρήσεων ή για τη λήψη αποφάσεων. Η KPMG δεν φέρει καμία ευθύνη για την ακρίβεια και ορθότητα των στοιχείων των πηγών πληροφόρησης και τη χρησιμοποίηση των δεικτών ή σχολιασμών πέραν της γενικής ανάλυσης της ασφαλιστικής αγοράς στο σύνολό της και όχι σε επιμέρους στοιχεία ή εταιρείες. Επισημαίνεται ότι ο σχολιασμός των αποτελεσμάτων της ανάλυσης σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί υπαινιγμό για την αποδοτικότητα ή φερεγγυότητα των επιχειρήσεων στην ελληνική αγορά. Η ανωτέρω ανάλυση δεν αποτελεί βάση για επενδυτική επιλογή. Οι επενδυτές ή οι ασφαλιζόμενοι θα πρέπει να συμβουλεύονται από επαγγελματίες του χώρου πριν από κάθε επιλογή τους.

Πηγές πληροφόρησης: Ανάλυση KPMG, Συνοπτικές Οικονομικές Καταστάσεις με βάση την Απόφαση K3-4814/2004, τακτικές ετήσιες Οικονομικές Καταστάσεις, στοιχεία από εταιρικά sites.