• Σήμερα είναι: Κυριακή, 29 Νοεμβρίου, 2020

Ευέλικτα επιχειρηματικά μοντέλα και οι απαιτήσεις των καταναλωτών, PWC

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της PwC, οι εταιρείες που επιθυμούν να επεκταθούν σε αναπτυσσόμενες αγορές με επιτυχία χρειάζεται να εφαρμόζουν ευέλικτα επιχειρηματικά μοντέλα, τα οποία θα αντιμετωπίζουν τα θεσμικά κενά των πολύπλοκων αυτών αγορών και ταυτόχρονα να προσαρμόζονται στην αναπτυσσόμενη καταναλωτική βάση.

Η μελέτη με τίτλο «Bridging Growth Markets’ voids», που εκπονήθηκε από το Growth Markets Centre της PwC, παρουσιάζει μια σειρά από εταιρείες που διαμόρφωσαν νέα επιχειρηματικά μοντέλα για την επέκτασή τους σε αναπτυσσόμενες αγορές –κάποια επιτυχημένα ή κάποια άλλα λιγότερο επιτυχημένα.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής του PwC Growth Markets Centre, David Wijeratne, «αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ότι οι νέες εταιρείες δεν θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν μακροχρόνια επιτυχία εάν δεν απομακρυνθούν από τις συνήθεις πρακτικές τους και δεν ξεπεράσουν την εμμονή τους σε εκείνα τα χαρακτηριστικά που τους χάρισαν την επιτυχία στις ανεπτυγμένες αγορές.

Οι εταιρείες οφείλουν να αναγνωρίσουν και να κατανοήσουν τα διάφορα θεσμικά κενά που υπάρχουν στις αναπτυσσόμενες αγορές και να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους με έναν ευέλικτο τρόπο, που θα τους παρέχει τη δυνατότητα να προσαρμόζουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, καθώς το επιχειρηματικό περιβάλλον των αναπτυσσόμενων αγορών εξελίσσεται και ωριμάζει».

Κάποιες εταιρείες έχουν διαγράψει επιτυχημένη πορεία σε αναπτυσσόμενες αγορές, προσαρμόζοντας ορισμένα μόνο σημεία των λειτουργικών μοντέλων που εφαρμόζουν σε ισχυρές ανεπτυγμένες οικονομίες. Όμως, η βιώσιμη κερδοφορία επιτυγχάνεται κυρίως από εταιρείες που έχουν αναπτύξει ένα διαφοροποιημένο λειτουργικό μοντέλο, το οποίο είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες της αναπτυσσόμενης αγοράς στην οποία στοχεύουν.

Οι εταιρείες που είναι επιτυχημένες σε αναπτυσσόμενες αγορές αναγνωρίζουν το γεγονός ότι δεν τα κατάφεραν μόνο και μόνο επειδή έχουν ένα χαρτοφυλάκιο προϊόντων και υπηρεσιών που είναι κερδοφόρο στην πατρίδα τους.

Αυτές οι εταιρείες εντόπισαν ποιες από τις δεξιότητές τους χρειάζεται να προσαρμόσουν στα τοπικά δεδομένα και, επιπλέον, ανέπτυξαν εξειδικευμένες και καινοτόμες διαδικασίες για να αντιμετωπίσουν την έλλειψη υποδομών, δεδομένων και συστημάτων που αποτελούν κύρια συστατικά της επιτυχίας τους στις χώρες απ’ όπου προέρχονται.

Έχουν, επίσης, αναγνωρίσει την ανάγκη να προσαρμόσουν και να ανανεώσουν τις προτάσεις τους, ώστε να καλύψουν την εξελισσόμενη σε τοπικό επίπεδο ζήτηση, και να προσλάβουν, να εκπαιδεύσουν και –πάνω από όλα– να διατηρήσουν τα υφιστάμενα χαρισματικά στελέχη που θα αναλάβουν να διαχειριστούν αυτές τις διαφοροποιημένες δραστηριότητες.

Σύμφωνα με τον David Wijeratne, «όλες αυτές οι δεξιότητες είναι συνυφασμένες μεταξύ τους και όσο πιο ολιστική είναι η προσέγγιση τόσο πιο επιτυχημένο είναι το επιχειρηματικό μοντέλο. Παρόλα αυτά, για να είναι πραγματικά επιτυχημένες όλες αυτές οι λειτουργικές προσαρμογές, χρειάζεται να υποστηρίζονται από τη χρηματοοικονομική λειτουργία και τη διακυβέρνηση, ώστε να διασφαλίζεται ότι αξιοποιούνται, αλλά και τηρούνται, οι τοπικοί κανονισμοί και οι τοπικές εργασιακές πρακτικές. Πολύ συχνά, τα οφέλη ή οι καινούργιες διαδικασίες δεν αξιοποιούνται λόγω της έλλειψης κατανόησης του πώς πρέπει να δομηθεί χρηματοοικονομικά μια επιχειρηματική δραστηριότητα σε μια νέα αναπτυσσόμενη αγορά».

Σημειώσεις

Το Κέντρο Αναπτυσσόμενων Αγορών της PwC (PwC Growth Markets Centre) συνδυάζει την τεχνογνωσία και τις εξειδικευμένες υπηρεσίες της PwC και της Strategy& στις αναπτυσσόμενες αγορές για να βοηθήσει τις εταιρείες να επιτύχουν κερδοφορία σε αυτές τις πολύπλοκες νέες αγορές. Η μεθοδολογία που εφαρμόζουμε για τις αναπτυσσόμενες αγορές βοηθά τις εταιρείες να ανταποκριθούν στις ανάγκες που σχετίζονται με την είσοδο και την επέκτασή τους σε νέες αγορές. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στο http://www.pwc.com/gr/en/publications/Bridging-growth-markets-voids.html. Την μελέτη «Bridging Growth Markets’ voids» μπορείτε να βρείτε στο http://www.pwc.com/gr/en/publications/assets/Bridging%20Growth%20Markets%20Voids.pdf.

Η ανάγκη για μεγαλύτερη φορολογική διαφάνεια –όπως αποτυπώνεται στις ατζέντες και τα σχέδια δράσης του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), των G20, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Εθνών– αυξάνει την πίεση που ασκείται στις φορολογικές υπηρεσίες των εταιρειών για καλύτερη διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τη φορολόγηση, μέσω της ενίσχυσης του πλαισίου ελέγχου και των διαδικασιών παροχής πληροφόρησης.

Συνολικά, οι φορολογικές υπηρεσίες των εταιρειών θα χρειαστεί να διευρύνουν τις βασικές τους λειτουργίες όσον αφορά τη διαχείριση των κινδύνων, τα δεδομένα, τις διαδικασίες και την τεχνολογία. Επιπλέον, λόγω πιθανών κινδύνων που απειλούν την επιχειρηματική δραστηριότητα και τη φήμη και σχετίζονται με πολλές πρωτοβουλίες διαφάνειας, οι φορολογικές υπηρεσίες των εταιρειών θα πρέπει να συνεργαστούν στενότερα με τα ανώτατα στελέχη των επιχειρήσεων.

Το δεύτερο μέρος της μελέτης «Tax Function of the Future» της PwC, για τις φορολογικές υπηρεσίες του μέλλοντος, εξετάζει προβλέψεις που σχετίζονται με τη φορολογική νομοθεσία και το φορολογικό ρυθμιστικό πλαίσιο σε όλο τον κόσμο, καθώς και το πώς η αλλαγή του νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου θα επιβάλει τη μεταμόρφωσή των σημερινών φορολογικών κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες.

Η δημοσιοποίηση πληροφοριών ανά χώρα αναμένεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο

Όπως επισημαίνει και ο Mark Schofield, επικεφαλής του τομέα Tax Reporting & Strategy στο παγκόσμιο δίκτυο της PwC: «Οι εταιρείες εκφράζουν την ανησυχία τους για το πώς θα ερμηνευτεί η υποβολή στις φορολογικές αρχές περισσότερων φορολογικών και χρηματοοικονομικών πληροφοριών ανά χώρα, αλλά και για το ενδεχόμενο μη σωστής χρήσης τους, συμπεριλαμβανομένων των ευρύτερων επιπτώσεων που θα υπάρξουν σε περίπτωση που οι πληροφορίες αυτές γίνουν διαθέσιμες στο ευρύ κοινό».

Σύμφωνα με την PwC, η πιο άμεση πρωτοβουλία που αντιμετωπίζουν οι φορολογικές υπηρεσίες είναι η εισήγηση και το υπόδειγμα του ΟΟΣΑ για την ανά χώρα δημοσιοποίηση πληροφοριών (CbCR). Το πρόγραμμα CbCR θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στις φορολογικές υπηρεσίες των εταιρειών, αλλά και στο πως θα πρέπει αυτό να υλοποιηθεί από το σύνολο του οργανισμού, ώστε να επιτευχθεί η συμμόρφωση στις επαναλαμβανόμενες ετήσιες υποχρεώσεις.

Οι αλλαγές στις φορολογικές υπηρεσίες θα επηρεασθούν και από άλλες πρωτοβουλίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στο πλαίσιο του Σχεδίου Δράσης του ΟΟΣΑ ενάντια στη διάβρωση της φορολογικής βάσης και τη μεταφορά κερδών, καθώς και από μονομερείς κυβερνητικές ενέργειες που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις υπάρχουσες διεθνείς φορολογικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης από ορισμένες χώρες για τη γνωστοποίηση της φορολογικής στρατηγικής των εταιρειών.

Τι χρειάζεται λοιπόν να κάνουν οι εταιρείες; Σύμφωνα με τον Mark Schofield, «πρέπει να σκέφτονται διαφορετικά και στρατηγικά, έτσι ώστε να καταφέρουν να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους αυτούς. Ταυτόχρονα, πρέπει να δράσουν έγκαιρα, εμπλέκοντας όλον τον οργανισμό τους και ενδεχομένως και το ευρύτερο κοινό. Τώρα είναι η ώρα για τις εταιρείες να εκπονήσουν ένα μακροχρόνιο σχέδιο με στόχο την ενίσχυση των δυνατοτήτων των φορολογικών υπηρεσιών τους να συμπεριλάβουν νέες απαιτήσεις πληροφόρησης και σχετικών λειτουργικών επενδύσεων.

Παρότι οι φορολογικοί κίνδυνοι και οι απαιτήσεις συμμόρφωσης αποτελούν τα βασικά κίνητρα για αλλαγή, υπάρχει και πληθώρα θετικών συνεπειών από τις οποίες οι επιχειρήσεις μπορούν να επωφεληθούν – όπως είναι, για παράδειγμα, η πιο αντιπροσωπευτική εικόνα της επιχείρησης σε πραγματικό χρόνο χάρη στη βελτιωμένη πρόσβαση στην πληροφορία που θα έχει η διοίκηση».