• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου, 2020

Η «Βασιλεία 4» προ των πυλών

Κώστας Λευκαδίτης

Διευθυντής, Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών KPMG

Η Επιτροπή της Βασιλείας αναμένεται να ολοκληρώσει στις αρχές του 2017 τις αναθεωρήσεις για την Τυποποιημένη Προσέγγιση και τη Μέθοδο των Εσωτερικών Διαβαθμίσεων για τον υπολογισμό των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού (RWAs) για τον πιστωτικό κίνδυνο.

Η Βασιλεία 3, η οποία ουσιαστικά δημοσιεύτηκε στο τέλος του 2010, επικεντρώθηκε κυρίως στον αριθμητή του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. Κάλυψε τόσο τα ποιοτικά όσο και τα ποσοτικά στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και εισήγαγε μια σειρά από κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας, όπως το αντικυκλικό απόθεμα ασφαλείας, το απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου και το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου.

Η Επιτροπή της Βασιλείας έχει ήδη ολοκληρώσει το αναθεωρημένο πλαίσιο για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου (Μάρτιος 2014), τον κίνδυνο αγοράς (Ιανουάριος 2016) και τον επιτοκιακό κίνδυνο στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο (Απρίλιος 2016).

Τώρα, η Βασιλεία 4 επικεντρώνεται κυρίως: α) στον παρονομαστή του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων, δηλαδή στον υπολογισμό του σταθμισμένου ενεργητικού για τον πιστωτικό, λειτουργικό και κίνδυνο αγοράς, χρησιμοποιώντας είτε τυποποιημένες προσεγγίσεις είτε προσεγγίσεις βασιζόμενες σε εσωτερικά μοντέλα του πιστωτικού ιδρύματος, και β) στη δημιουργία ενός «ορίου» κεφαλαίου, έτσι ώστε να περιορίσουν τον βαθμό στον οποίο τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν εσωτερικά μοντέλα για να οδηγούν τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις για τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο αγοράς, κάτω από τις απαιτήσεις που καθορίζονται από την τυποποιημένη προσέγγιση γι’ αυτές τις κατηγορίες κινδύνων.

Επίσης, περιλαμβάνει κάποιες νέες ρυθμιστικές πρωτοβουλίες σχετικές με τα κεφάλαια που δεν ήταν μέρος του πλαισίου της Βασιλείας 3, όπως η εξέλιξη των ασκήσεων προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων και η εξέλιξη μιας σειράς εργαλείων μακρο-προληπτικής εποπτείας, πολλές από τις οποίες οδηγούν σε υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή σε υψηλότερους συντελεστές στάθμισης κινδύνου. Το νέο πλαίσιο αναμένεται να ψηφιστεί από τους επικεφαλής των κεντρικών τραπεζών και ρυθμιστικών αρχών (Group of Governors and Heads of Supervision, GHOS) που εποπτεύουν την επιτροπή της Βασιλείας στις αρχές του 2017.

Περιπτώσεις χωρών όπου ο τραπεζικός δανεισμός και η κερδοφορία παρέμεινε αδύναμη από την οικονομική κρίση, ειδικά στην Ευρώπη, προβλημάτισαν ορισμένους πολιτικούς για το κατά πόσον είναι σκόπιμο να επιβάλλονται ολοένα και υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα πιστωτικά ιδρύματα, προτείνοντας οι λεπτομέρειες και το χρονοδιάγραμμα της εφαρμογής των τελικών προτύπων να προσαρμόζονται ώστε να αντανακλούν τις τοπικές συνθήκες.

Η KPMG δεν αναμένει καμία αλλαγή από την πρόταση διαβούλευσης, σύμφωνα με την οποία όλες οι τράπεζες θα πρέπει να προχωρήσουν σε μια ενιαία τυποποιημένη προσέγγιση για τον λειτουργικό κίνδυνο. Ωστόσο, υπάρχει η εκτίμηση ότι τα τελικά πρότυπα θα ενσωματώσουν παρατηρήσεις και από άλλες προτάσεις διαβούλευσης, με σκοπό την εξομάλυνση του αποτελέσματος του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, καθώς η εφαρμογή τής υφιστάμενης πρότασης θα οδηγούσε, σε κάποιες περιπτώσεις, σε αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Ορισμένες από αυτές τις παρατηρήσεις είναι:

– Η εφαρμογή χαμηλότερων βαρών κινδύνου απ’ ό,τι στο πλαίσιο των προτάσεων διαβούλευσης για ορισμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων εντός της τυποποιημένης προσέγγισης του πιστωτικού κινδύνου.

– Η απόσυρση της χρήσης των εσωτερικών μοντέλων από λιγότερους τύπους ανοιγμάτων, επιτρέποντας τη χρήση τουλάχιστον για τη Θεμελιώδη μέθοδο των εσωτερικών διαβαθμίσεων ή την περιορισμένη χρήση της Εξελιγμένης προσέγγισης εσωτερικών διαβαθμίσεων σε ορισμένα χαρτοφυλάκια (όπως τα low default portfolios).

– Η επιβολή λιγότερο αυστηρών περιορισμών και ορίων κεφαλαίων σχετικά με τη χρήση των εσωτερικών μοντέλων, με τη δυνατότητα να υπάρχει η ευχέρεια μιας τοπικής εποπτικής επίβλεψης.

– Η πρόβλεψη περιόδου μακράς και σταδιακής εφαρμογής, για να ελαχιστοποιηθεί το κόστος προσαρμογής –όπως ακριβώς έχει προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Σε μια έρευνα που διεξήγαγε τον Φεβρουάριο 2016 η KPMG στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε 12 παγκόσμια συστημικά σημαντικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, διαπίστωσε ότι τα μισά περίπου (πέντε) ανέμεναν μια αύξηση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο αγοράς περίπου στο 50-75% και άλλα δύο ανέμεναν μια αύξηση άνω του 100%. Επίσης, αναφέρουμε ότι τα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET 1) και το σταθμισμένο ενεργητικό των 100 μεγαλύτερων τραπεζών που αποτέλεσε το δείγμα που εξέτασε η Επιτροπή της Βασιλείας στο πλαίσιο άσκησης για την Βασιλεία 3, ήταν συνολικά 3,5 τρισ. ευρώ και 30 τρισ. ευρώ, αντίστοιχα, στο τέλος Δεκεμβρίου 2015. Αν το αναθεωρημένο πλαίσιο επιφέρει, για παράδειγμα, αύξηση 10% στο σταθμισμένο ενεργητικό, οι ανωτέρω τράπεζες, προκειμένου να διατηρήσουν τον δείκτη στα απαιτούμενα επίπεδα, θα πρέπει να αυξήσουν το CET 1 κατά 350 δισ. ευρώ ή να μειώσουν το σταθμισμένο ενεργητικό τους κατά 3 τρισ. ευρώ (ισοδύναμο με μείωση 7 τρισ. ευρώ στο ενεργητικό, υποθέτοντας ένα μέσο συντελεστή στάθμισης 40%).

Επιπρόσθετα της επίπτωσης στο σταθμισμένο ενεργητικό, τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετωπίσουν και αύξηση στο κόστος υλοποίησης του νέου πλαισίου. Τέτοια κόστη αφορούν τη δημιουργία νέων μαθηματικών μοντέλων, βάσεων δεδομένων και αναφορών, καθώς και την τροποποίηση συστημάτων διοικητικής πληροφόρησης.

Συνεπώς, τα αναθεωρημένα πρότυπα από την Επιτροπή της Βασιλείας θα ασκήσουν περαιτέρω καθοδική πίεση στην κερδοφορία των τραπεζών και θα ενισχύσουν την ανάγκη σε ορισμένες τράπεζες να αλλάξουν τις στρατηγικές και τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν ένα βιώσιμο και αειφόρο μέλλον.