• Σήμερα είναι: Τετάρτη, 27 Μαΐου, 2020

Η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑ (1894-1923), Κωνσταντίνος Ιωαν. Νιφορόπουλος

«Η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας το 1881 δεν αποτελεί μόνο στοιχείο εδαφικής επεκτάσεως της Ελλάδος παρά και αφετηρία βασική για την κοινωνική και πολιτική διάρθρωσή της και σημαντικό σταθμό στην πνευματική της πορεία. Η χώρα βγήκε από τη μεγάλη εθνική μας Επανάσταση του 1821 μικρή σε έκταση, αραιή σε πληθυσμό, καταστραμμένη και φτωχή. Κάτω από τέτοιες συνθήκες έγινε εύκολη λεία των καθυστερημένων στοιχείων. Το μεγάλο κοινωνικοπολιτικό κίνημα των Φιλικών είχε προδοθεί. Τα συνθήματα του Ρήγα είχαν λησμονηθεί. Τα δημοκρατικά Συντάγματα της επαναστατικής περιόδου είχαν καταργηθεί.

Η πρώτη μακρά πρωθυπουργία (1882-1885) του Χαρίλαου Τρικούπη, του φωτισμένου έλληνα πολιτικού, αποτελεί την απαρχή μιας καινούργιας περιόδου για την Ελλάδα […] Η αφετηρία για την επικράτηση της αστικής τάξεως στον τόπο μας πρέπει να τοποθετηθεί στην εποχή μετά την επέκταση των ορίων του κράτους.

Το 1895, για πρώτη φορά γίνεται υποχρεωτική η δημοτική εκπαίδευση. Ο Κολοκοτρώνης είχε δίκιο να ειπεί στον Όθωνα, δείχνοντας το Πανεπιστήμιο: “Αυτό θα σε φάει, Μεγαλειότατε”. Εννοούσε πως το πνευματικό αυτό ίδρυμα ήταν προορισμένο να καταλύσει την ολιγαρχία, που στήριζε τη δύναμή της στο σκοτάδι και στην αμάθεια, ενώ δήθεν σεληνιαζόταν για την “πάτριον γλώσσαν” και ενώ διακήρυσσε πως η “Ελλάς είνε η χώρα των Γραμμάτων”.

Αποτέλεσμα των νέων τούτων διαμορφώσεων είναι η ανάπτυξη της μικρής βιομηχανίας: Το 1875 η εγκατεστημένη δύναμη ήταν 1.887 ίπποι, το 1889 ανέβηκε σε 5.568 ίππους και το 1892 έφτασε τους 10.000 ίππους, δηλαδή μέσα σε δεκαεπτά χρόνια υπερπενταπλασιάστηκε. Η ελληνική ναυτιλία είχε αποκτήσει το δικαίωμα της ακτοπλοΐας στα τουρκικά λιμάνια και το 1890 η εισαγωγή και εξαγωγή έφταναν τη μεγαλύτερή τους αξία, με αναλογία εξαγωγής τα 73% των εισαγωγών, ενώ η μέση τιμή του συναλλάγματος επί Παρισίων έφτανε μόνο το 1,23» 2.

«Το 1894 ιδρύεται από τον χημικό Όθωνα Ρουσσόπουλο (1855-1922) και τον φυσικό Ιωάννη Γεράκη (σ.σ.: αργότερα αποχώρησε από τη Σχολή) η “Βιομηχανική και Εμπορική Ακαδημία” ως μέση τεχνική σχολή, με σκοπό την παροχή πρακτικής μόρφωσης με στοιχεία θεωρητικών γνώσεων…»1.

«Ο πρώτος, δυναμικός τύπος, που συνδύαζε τη θέληση και την πνευματική πρωτοβουλία με άρτια επιστημονική κατάρτιση, ήταν χαρακτηριστικό δείγμα έλληνα φωτισμένου, δημιουργικού και πρωτοπόρου αστού. Οι λόγοι του, τα άρθρα του, οι μελέτες του, αποδείχνουν τον δυναμισμό του, τη θέλησή του να συντελέσει αυτός, ο επιστήμονας, με το εκπαιδευτικό του έργο, στον γοργό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, από πρωτόγονη και καθυστερημένη σε συγχρονισμένη και πλούσια.

Τύπος ορθολογιστή του 19ου αιώνα, βοηθός του μεγάλου Χόφμαν, του εφευρέτη των χρωμάτων ανιλίνης, πίστευε στην παντοδυναμία της επιστήμης και την αγιότητα της ατομικής πρωτοβουλίας. Πίστευε πως πρέπει να καταπολεμηθεί η μετανάστευση, που αποστερεί την Ελλάδα από τα δυναμικότερα στοιχεία –τους νέους– και πως μόνο μέσο να λυθεί το δημογραφικό πρόβλημα ήταν να ιδρυθούν καινούργιες βιομηχανίες και να αυξηθούν οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, να αναπτυχθεί κι ο τουρισμός. Φυσικά έγινε δημοτικιστής και γίνεται πιστός αγωνιστής της δημοτικής γλώσσας, γιατί, όπως διακηρύσσει, η δημοτική είναι γλωσσικό όργανο της ζωντανής αστικής τάξεως, ενώ η καθαρεύουσα είναι αναχρονιστικό γλωσσικό μέσο της ολιγαρχίας που σβήνει.

Αργότερα, μετά την επανάσταση του 1909, είναι ο εισηγητής για την ίδρυση του όγδοου υπουργείου: του Υπουργείου Γεωργίας, Βιομηχανίας και Εμπορίου. Πρώτος αυτός υποστηρίζει την ανάγκη της αποστολής εμπορικών ακολούθων στο εξωτερικό για τη διάδοση των ελληνικών προϊόντων. Πρωτοστατεί σε συνέδρια, οργανώνει εκθέσεις, παίρνει μέρος σε σωματεία. Είναι ο φωτεινός φορέας των αιτημάτων των παραγωγικών τάξεων. Είναι μια επιστημονική εκδήλωση της αστικής τάξεως.

[Επίσης διετέλεσε χημικός του Αρχαιολογικού Μουσείου, προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στον τρόπο καθαρισμού των αρχαιολογικών ευρημάτων και ιδιαίτερα στον καθαρισμό των χάλκινων ευρημάτων που προέρχονταν από τη θαλάσσια περιοχή των Αντικυθήρων (Μηχανισμός Αντικυθήρων κ.λπ.)].

Ο άλλος, ο Γεράκης, είναι ο λαμπρός και βαθύς φυσικός, ο ανώτερος άνθρωπος, ο άνθρωπος του σπουδαστηρίου και του εργαστηρίου. Θαύμα αγγελικής καλοσύνης, πραγματικά υπεράνω του κόσμου τούτου. Τον είχα καθηγητή στο Γυμνάσιο και ποτέ δεν θα λησμονήσω τον επαγωγό και αποτελεσματικό τρόπο της διδασκαλίας του, την ευγένεια και την καλοσύνη του, το υπέροχό του ήθος, την αρετή του…»1.

«Σκοπός της [Σχολής] ήταν η θεωρητική εκπαίδευση και η πρακτική άσκηση στελεχών παραγωγής και εργαζομένων και η κατάρτιση εμπόρων και εμπορικών ή τραπεζιτικών υπαλλήλων…

Στο καταστατικό της Ακαδημίας όμως, το οποίο συμπληρώνεται μετά τη λήξη του πρώτου έτους λειτουργίας της, στο άρθρο 1 αναφέρεται ότι: «Ιδρύεται εν Αθήναις και εν Πειραιεί Ακαδημία επωνομαζομένη Βιομηχανική και Εμπορική Ακαδημία, σκοπούσα την εν Ελλάδι θεωρητικήν εκπαίδευσιν και πρακτική εξάσκησιν των βιομηχάνων και χημικών βιομηχάνων, εν γένει, ειδικώς δε: α) των ζυμοτεχνών (οινοποιών, οινοπνευματοποιών, ποτοποιών, οξοποιών, ζυθοποιών κ.λπ.), β) των ελαιουργών (σαπωνοποιών, αρωματοποιών κ.λπ.), γ) ζωοτεχνικών (τυροκόμων, κτηνοτρόφων, μεταξοπαραγωγών, μελισσοκόμων κ.λπ.), δ) των εμπόρων (εμποροϋπαλλήλων, τραπεζικών υπαλλήλων κ.λπ.) (Δελτίον Βιομηχανικής και Εμπορικής Ακαδημίας, 1895-1896) [Σημαντικό έντυπο για την εποχή του αλλά και σημαντική πηγή πληροφοριών σήμερα.]

Η Ακαδημία θα εξελιχθεί σε σημαντική εκπαιδευτική μονάδα, στην οποία διδάσκουν καθηγητές υψηλού επιστημονικού κύρους και η οποία διαθέτει πολύ καλή οργάνωση σπουδών και εντυπωσιακό για την εποχή εργαστηριακό εξοπλισμό. Το 1905 μάλιστα, με έκδοση Β. Διατάγματος αναγνωρίζεται ως «ίδρυμα ανωτέρας τεχνικής εκπαιδεύσεως», τίθεται υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας και καθίσταται ουσιαστικά ισότιμη σχολή με Πολυτεχνείο.

Γεγονός πάντως είναι ότι η Βιομηχανική Εμπορική Ακαδημία ιδρύεται σε μία εποχή κατά την οποία η οικονομία της Ελλάδας μόλις είχε αρχίσει να κάνει τα πρώτα της βήματα για να ξεφύγει από τη στενή μορφή της κλειστής αγροτικής και βιοτεχνικής παραγωγής και πολύ γρήγορα η ακτινοβολία της ξεπέρασε τα στενά όρια της χώρας για να φτάσει παντού όπου υπήρχαν Έλληνες»2.

«Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, αν και εμφανίζεται πολύ νωρίς η ιδέα και η ανάγκη της ενίσχυσης και διάδοσης μιας πρακτικής εκπαίδευσης, εν τούτοις η αποσαφήνιση του χαρακτήρα της, οι εσωτερικές ιεραρχήσεις και οι συγκεκριμένες υλοποιήσεις σε θεσμούς, αρχίζουν να διαφαίνονται μετά το 1880, στο πλαίσιο των προσπαθειών για συνολική ανόρθωση, πρόοδο και οικονομική ανάπτυξη της χώρας από τον Τρικούπη. Από τα πρώτα χρόνια του Όθωνα ήδη, όταν οι ανάγκες για πρακτική εκπαίδευση και βελτίωση, τελειοποίηση και εκσυγχρονισμό των παραδοσιακών τεχνικών τέθηκαν επιτακτικότερα με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, επιλέγεται η αποστολή υποτρόφων στα τεχνικά σχολεία που είχαν αρχίσει να λειτουργούν στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γερμανία. Γερμανικής έμπνευσης ήταν άλλωστε και η ίδρυση του Σχολείου των Τεχνών, του σημερινού Πολυτεχνείου. Ωστόσο, για ένα σημαντικό διάστημα το Σχολείο αναστέλλει τον καθορισμό της εκπαιδευτικής του φυσιογνωμίας και μόλις προς το τέλος του 19ου αι. (κυρίως μετά τη μεταρρύθμιση του 1887), μέσα από υπαναχωρήσεις και λοξοδρομήσεις, αρχίζει να εξελίσσεται σιγά-σιγά σε πολυσχιδή σχολή πρακτικού χαρακτήρα.

Την ίδια περίπου εποχή, τη δεκαετία του 1880, αρχίζουν να λειτουργούν και οι πρώτες ιδιωτικές τεχνικές σχολές, κυρίως στον Πειραιά (Σαπουνάκη – Δρακάκη, 1886), καταγράφοντας έναν διαφορετικό προσανατολισμό της εκπαίδευσης: υποχώρηση της θεωρητικής κατεύθυνσης και ανάδειξη της πρακτικής γνώσης, με στόχο την προσέγγιση της νέας κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας του τόπου. Ωστόσο, αν και την περίοδο αυτή πολλαπλασιάζονται οι εκδηλώσεις μιας αντίληψης που πριμοδοτεί την πρακτική εκπαίδευση ως φορέα του τεχνικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, εντούτοις το αυξανόμενο ενδιαφέρον δεν φαίνεται να ξεπερνά τα όρια μιας δευτερεύουσας στροφής στα εκπαιδευτικά δρώμενα, αφού ο κύριος προσανατολισμός του εκπαιδευτικού συστήματος προς τα κλασικά γράμματα και τις ερμηνευτικές επιστήμες παρέμενε σταθερός.

Από την άλλη μεριά, το χαμηλό επίπεδο εκβιομηχάνισης, το είδος και το μέγεθος των επιχειρήσεων και η αδυναμία του κράτους να αναπτύξει μία ευνοϊκή σχέση με τη βιομηχανία, διατήρησαν ασθενές το ενδιαφέρον για τόνωση της πρακτικής εκπαίδευσης.

Στο πλαίσιο αυτό, μελετάται η απάντηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας απέναντι στην ανασταλτική αδράνεια του ελληνικού κράτους ως προς τον σχεδιασμό και την ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης. Η περίπτωση της Εμπορικής και Βιομηχανικής Ακαδημίας είναι χαρακτηριστική για το πώς η αστική τάξη, στη βάση της εκπεφρασμένης πίστης ότι είναι αναγκαία η προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος σε ένα νέο αξιολογικό περιεχόμενο, με έμφαση στην πρακτική γνώση, συμβάλλει στη διαμόρφωση νέων κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων. Συγχρόνως διερευνάται και η αντίδραση του κράτους απέναντι σε τέτοιου είδους δραστηριότητες και πρωτοβουλίες.

Εξάλλου, το σταδιακό πέρασμα από την εμπειρική μάθηση στην οργανωμένη εκπαίδευση αποτελεί μία ενδιαφέρουσα, αλλά και συγχρόνως σύνθετη περιοχή έρευνας, η οποία παραπέμπει άμεσα σε ζητήματα κοινωνικά και ιδεολογικά, όπως αυτά αποκρυσταλλώνονται με τρόπο σαφή και εύγλωττο στο πλαίσιο άσκησης της εκπαιδευτικής πολιτικής»2.

«Συμφώνως με την απογραφή της 20ής Οκτωβρίου 1917 υπήρχον εν Ελλάδι 2.213 εργοστάσια μικρά και μεγάλα, απασχολούντα εν συνόλω 36.124 εργάτας και εργάτιδας. Εξ αυτών ήσαν 1.188 μικραί επιχειρήσεις, απασχολούσαι έκαστη από 1-5 εργάτας, με σύνολον εργατών 3.579, 743 μέσαι επιχειρήσεις, απασχολούσαι εκάστη από 6-25 εργάτας, με σύνολον εργατών 8.845 και 282 μεγάλαι επιχειρήσεις, απασχολούσαι εκάστη άνω των 26 εργατών, με σύνολον εργατών 23.700.

Μεταξύ των 282 μεγάλων επιχειρήσεων, αι οποίαι αντιπροσωπεύουν κυρίως την μεγάλην βιομηχανίαν, την πρώτην θέσιν κατέχουν τα κλωστήρια και υφαντήρια, 88 τον αριθμόν, με 10.004 εργάτας. Κατόπιν έρχονται: 72 εργοστάσια ειδών διατροφής με 3.655 εργάτας, 28 μηχανουργεία με 2.003 εργάτας, 22 χημικά εργοστάσια με 1.890 εργάτας, 16 βυρσοδεψεία και εργοστάσια επεξεργασίας δέρματος με 776 εργάτας και άλλα μικρότερα εργοστάσια. Ο μέσος όρος των εις τα 282 μεγάλα εργοστάσια απασχολουμένων εργατών ανέρχεται εις 84 εργάτας. Εις τας μικράς και μέσας επιχειρήσεις την πρώτην θέσιν κατέχουν τα εργοστάσια ειδών διατροφής.

Εκ των 282 μεγάλων εργοστασίων τα μεν 222 με 17.841 εργάτας ανήκουν εις την Παλαιάν Ελλάδα, τα δε 60 με 5.859 εργάτας εις τας Νέας Χώρας. Και εις τας Νέας Χώρας την πρώτην θέσιν κατέχουν τα κλωστήρια και υφαντήρια: 17 εργοστάσια με 2.182 εργάτας, κατόπιν δε έρχονται τα εργοστάσια ειδών διατροφής: 13 εργοστάσια με 823 εργάτας»3.

«Η Ακαδημία ήταν αρχικά διαιρεμένη σε προπαιδευτικό σχολείο με διετή φοίτηση, κοινό για όλους τους σπουδαστές. Μετά απ’ αυτό οι μαθητές διάλεγαν την Εμπορική ή τη Βιομηχανική Σχολή, όπου η φοίτηση ήταν επίσης διετής»1.

«Από τα τέσσερα τμήματα, τα μεν τρία πρώτα λειτουργούσαν ως μία σχολή, υπό την επωνυμία Βιομηχανική Σχολή, το δε εμπορικό τμήμα λειτουργούσε ξεχωριστά ως Εμπορική Σχολή. Μετά την κατάργηση της προκαταρκτικής φοίτησης και την εισαγωγή στο πρόγραμμα σπουδών ορισμένων κοινών μαθημάτων, η φοίτηση ορίστηκε σε διετή, ενώ καταρτίστηκε πρόγραμμα σπουδών το οποίο χαρακτήριζε η πληθώρα των εξειδικευμένων πρακτικών μαθημάτων, σε συνδυασμό με τα μαθήματα των απαραίτητων θεωρητικών γνώσεων (Δελτίον Βιομηχανικής και Εμπορικής Ακαδημίας, 1897-1898: 72).

Από τον Σεπτέμβριο του 1899 προστέθηκε και τρίτη σχολή στην Ακαδημία, η Γεωργική Σχολή, που περιελάμβανε και ειδική κτηνιατρική έδρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σχολή αυτή ιδρύθηκε μία εποχή κατά την οποία η όλη φροντίδα των γεωργικών πραγμάτων της χώρας είχε ανατεθεί σε ένα Γραφείο στο Υπουργείο Εσωτερικών. Στη Σχολή δίδασκαν κυρίως επιστήμονες γεωπόνοι και τα μαθήματα τόσο τα γενικά όσο και τα ειδικά σκόπευαν στην κατάρτιση όσων ασχολούνταν με τη γεωργία (Δελτίον Ακαδημίας, 1900-1901: 17).

Κατά το έτος 1900-1 ιδρύθηκε και νέο τμήμα, το Σιδηροδρομικόν. Τα μαθήματα του τμήματος πρώτη φορά διδάσκονταν στην Ελλάδα και είχαν σκοπό να καταρτίσουν σιδηροδρομικούς υπαλλήλους. Η καινοτομία για τα ελληνικά δεδομένα είναι προφανής, αν αναλογιστεί κανείς ότι η αντίστοιχη Σχολή στη Γαλλία ιδρύεται και λειτουργεί το 1950 ως τμήμα της Ecole d’Organisation Scientifique.

Ένα χρόνο αργότερα (1901-2) ιδρύεται η Μεταλλευτική Σχολή, με έναν πολύ ενδιαφέροντα κύκλο μαθημάτων. Η χρησιμότητα της Σχολής αυτής αναγνωρίστηκε αμέσως και συνέπεσε με το ενδιαφέρον και τη γενικότερη τάση που επικρατούσε στην ελληνική κοινωνία για την έρευνα και εκμετάλλευση του ελληνικού υπεδάφους ως κερδοφόρας πηγής. Η Μεταλλευτική Σχολή σύντομα πλουτίστηκε με μηχανουργείο και συλλογή ορυκτών μεταλλοφόρων.

Το 1903 ξεκινάει η λειτουργία της Μηχανουργικής Σχολής και το 1904 της Ναυτικής Εμπορικής Σχολής. Είναι η εποχή κατά την οποία η Ακαδημία βρίσκεται σε μεγάλη ακμή, με έξι σχολές, ιδιόκτητα εργαστήρια και αγροκτήματα για την πρακτική εξάσκηση των φοιτητών»2.

«Τα μαθήματα του 1910/1911, της Εμπορικής Σχολής ήταν τα παρακάτω:

Εμποριολογία

Εμπορική Αλληλογραφία

Λογιστική

Πρακτικόν Εμπορικόν Γραφείον

Οικονομική Γεωγραφία

Οικονομικά Μαθηματικά

Ιστορία του Εμπορίου

Στατιστική

Τελωνειακά και Δασμολογικά

Πολιτική Οικονομία

Εμπορικόν Δίκαιον

Βιομηχανική Χημεία

Εμπορευματολογία

Ηλεκτροτεχνία

Τηλεγραφική

Γαλλικά

Αγγλικά

Στενογραφία

Καλλιγραφία

Γραφομηχαναί»1.

«Στο Εμπορικό Τμήμα εφαρμόσθηκαν νέοι τρόποι διδασκαλίας των εμπορικών μαθημάτων, νέοι για την εποχή εκείνη, φυσικά. Περιπατητικές συνομιλίες, γραφεία πρακτικών εφαρμογών και η περιπτωσιακή μέθοδος, που οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί διατύπωσαν μόλις πριν από δεκαπέντε χρόνια, εφαρμόζονταν από τον καθηγητή πατέρα μου [σ.σ.: Κωστή Παπαϊωάννου], σε συμπλήρωμα της από έδρας διδασκαλίας του»1.

«Η Ακαδημία λειτούργησε στον Πειραιά για δύο μόνο χρόνια. Το 1896 μετέφερε την έδρα της στην Αθήνα [σ.σ: επί της οδού Βερανζέρου 1 στην πλατεία Κάνιγγος. Σημειώνουμε ότι στο ίδιο κτίριο στεγάστηκε για πρώτη φορά και η ΑΣΟΕΕ, το σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο, όπου και λειτούργησε μέχρι το 1923, ένα χρόνο δηλαδή μετά τον θάνατο του Όθ. Ρουσόπουλου, στις 28 Μαΐου 1922.]

Στις νέες εγκαταστάσεις της Ακαδημίας λειτούργησαν από το πρώτο έτος πρότυπα χημικά εργαστήρια, εξοπλισμένα με όλα τα σύγχρονα για την εποχή επιστημονικά όργανα. Πολλά από αυτά κατασκευάζονταν καθ’ υπόδειξη του Ρουσόπουλου και πάνω σε δικά του σχέδια από ειδικά γερμανικά εργοστάσια.

Ο ίδιος ο Ρουσόπουλος έδινε ιδιαίτερη προσοχή στις πρακτικές εφαρμογές όσων διδάσκονταν οι σπουδαστές και ενδιαφερόταν για την τέλεια λειτουργία των ειδικών εργαστηρίων. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1899 γίνονται επίσημα τα εγκαίνια του νέου ατμοκίνητου σαπωνοποιείου και ελαιουργείου και ένα χρόνο μετά, το 1900, άρχισε να λειτουργεί στην Ακαδημία το νέο γαλακτοκομείο. Την ίδια χρονιά εγκαινιάζεται το οινοποιείο της Ακαδημίας και το 1905 η Ακαδημία αποκτά ιδιόκτητο γεωργικό και ανθοκομικό σταθμό, καθώς και ζωοτεχνικό και πτηνοτροφικό κέντρο εκπαίδευσης.

Η ίδρυση και η λειτουργία των εργαστηρίων μαρτυρεί αφενός την προσπάθεια κατάρτισης των σπουδαστών με πρακτική εφαρμογή στις δυνατότητες της βιομηχανικής δραστηριότητας και αφετέρου προσδίδει επιστημονική διάσταση στην τεχνική παιδεία.

Η προσωπική συμβολή του Ρουσόπουλου στην κατεύθυνση αυτή είναι καθοριστική. Ο ίδιος συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του δημιουργικού και πρωτοπόρου αστού, ο οποίος έχοντας σπουδάσει στο Βερολίνο –και μάλιστα πλάι στον Hofmann– υπήρξε αποδέκτης των νέων θεωριών περί πρακτικής αξιοποίησης της επιστημονικής γνώσης. Αυτό σημαίνει ότι επηρεάστηκε και επικέντρωσε το επιστημονικό του ενδιαφέρον σαφώς προς μία τέτοια κατεύθυνση, η οποία συν τοις άλλοις εξυπηρετούσε σε μεγάλο βαθμό τα θεσμικά, επαγγελματικά και κοινωνικά συμφέροντα των τεχνιτών αλλά και των τεχνικών – επιστημόνων.

Στην προσέγγιση των φορέων που συνέβαλαν στην ενδυνάμωση και προώθηση μιας ποιοτικής επαγγελματικής εκπαίδευσης στο πλαίσιο λειτουργίας της Ακαδημίας, θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας και στην παρουσία των πανεπιστημιακών καθηγητών οι οποίοι διδάσκουν ή συνεργάζονται με την Ακαδημία. Έτσι λοιπόν συναντάμε τον Τιμολέοντα Αργυρόπουλο, τον Νικ. Γουναράκη, τον Γεώργιο Κρίνο, τον Κωνσταντίνο Μαλτέζο, των Κωνσταντίνο Μητσόπουλο, τον Θεόδωρο Χελδράιχ κ.ά. Πολλοί από αυτούς αρθρογραφούν και στο Δελτίον της Εμπορικής και Βιομηχανικής Ακαδημίας που εκδίδεται από το 1895 πάνω σε θέματα επιστημονικά και οικονομικά»2.

«Η πολύ καλή, ομολογουμένως, οργάνωση σπουδών, ο εντυπωσιακός εργαστηριακός εξοπλισμός και το υψηλής στάθμης διδακτικό προσωπικό, έχουν ως αποτέλεσμα η Ακαδημία σύντομα να εξελιχθεί σε μία σημαντική εκπαιδευτική μονάδα. Είναι χαρακτηριστική η αξιολογική κρίση του βουλευτή Αττικής και βιομήχανου Θεόδωρου Ρετσίνα, το 1900, σε αγόρευσή του στη Βουλή σχετικά με τη λειτουργία της Ακαδημίας: «…φρονώ ότι δυνάμεθα, ως φυτώρια διά τα τεχνικά μαθήματα, να μεταχειρισθώμεν την Εμπορικήν και Βιομηχανικήν Ακαδημίαν του κυρίου Ρουσόπουλου, η οποία σας ομολογώ ότι έδωκεν αρίστους καρπούς» (Νεολόγος, 13/12/1900). Η πληθώρα των επιστημονικών και τεχνικών μαθημάτων φέρει, εκτός από τους πανεπιστημιακούς, και διάφορους μεγαλοβιομήχανους να διδάξουν εκεί ως ειδικοί στον τομέα τους. Παρόλα αυτά δεν παύει να είναι μία μέση τεχνική σχολή διετούς φοίτησης, που παρέχει πολύ καλή πρακτική μόρφωση και χαίρει και της εκτίμησης του Υπουργείου Παιδείας. Ωστόσο, το γεγονός ότι έδινε τη δυνατότητα να εγγραφούν σε αυτήν και όσοι δεν είχαν απολυτήριο Γυμνασίου, καθώς επίσης και το ότι κανέναν έλεγχο δεν ασκούσε η πολιτεία στον τρόπο λειτουργίας της –αφού ούτως ή άλλως απουσίαζε ένα πάγιο θεσμοθετημένο πρόγραμμα τεχνικής εκπαίδευσης– αυτομάτως έγινε ο στόχος επικρίσεων εκ μέρους των φορέων του Πολυτεχνείου, του επίσημα θεσμοθετημένου ιδρύματος πρακτικής εκπαίδευσης, σε μία προσπάθεια ενίσχυσης, αφενός, του κύρους του ιδρύματος αυτού ως μοναδικού ανώτερης επαγγελματικής εκπαίδευσης και, αφετέρου, των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων του.

Η κατάσταση στις σχέσεις Πολυτεχνείου και Ακαδημίας οξύνθηκε το 1905, όταν ο διευθυντής της Ακαδημίας πετυχαίνει την έκδοση διατάγματος, σύμφωνα με το οποίο η Ακαδημία αναγνωρίζεται ως “ίδρυμα ανωτέρας τεχνικής εκπαιδεύσεως” (Διάταγμα 12 Νοεμβρίου 1905, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, τχ. Α’, αρ. 224, 15 Νοεμβρίου 1905), περνώντας υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο μάλιστα και επικύρωνε τα διπλώματα. Αυτό είχε ως συνέπεια οι απόφοιτοι να διαθέτουν τα τυπικά προσόντα για να απορροφώνται από τις κρατικές τεχνικές υπηρεσίες και να σταδιοδρομούν με τις ίδιες προϋποθέσεις που σταδιοδρομούσαν και οι απόφοιτοι του Πολυτεχνείου»2.

«Σημαντική προπαντός ήταν η αναγνώριση του έργου της Ακαδημίας από τον εθνικό ευεργέτη Μαρασλή, δήμαρχο της Οδησσού. Ο Μαρασλής διέθεσε 250.000 δραχμές, δηλαδή 10.000 χρυσές λίρες διπλάσιας κτητικής δύναμης από τις σημερινές, για την οικοδόμηση Μεγάρου της Ακαδημίας. Η επιθυμία του δωρητή δεν πραγματοποιήθηκε, από αντιδράσεις. Ήταν η μοίρα πολλών δωρεών του Μαρασλή. Αργότερα ωφελήθηκε από τις δωρεές Μαρασλή η Ανωτάτη Εμπορική Σχολή [σ.σ.: σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο].

Η Ακαδημία είδε το φως με τα πρώτα μικρά αλλά στερεά βήματα της ελληνικής αστικής τάξεως κι αναπτύχθηκε μαζί με τη σταθερή άνοδο της δεύτερης, κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Πραγματικά, κατά το διάστημα αυτό η αξία του εξωτερικού εμπορίου της χώρας συνεχώς αυξάνει, για να φτάσουν το 1920 η εισαγωγή τα 160 εκατομμύρια χρ. δρχ. και η εξαγωγή τα 144 εκατ. Πρώτη φορά το έλλειμμα του ισοζυγίου του εξωτερικού εμπορίου, που ήταν 46% κατά το 1901, κατέβηκε στα 16%. Η χρυσή δραχμή, που έπαιζε γύρω στις 1,65 χάρτινες το 1901, έφτασε τα 99 χάρτινα λεπτά το 1910. Το νόμισμα καθρεφτίζει την οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση μιας χώρας, τη βεβαιότητα ή όχι για το παρόν, την εμπιστοσύνη ή τη δυσπιστία για το μέλλον. Η επανάσταση του 1909 είχε νικήσει τα ιδιότυπα φεουδαλικά στοιχεία, τα καθυστερημένα και αντιδραστικά τζάκια. Η αστική τάξη στην Ελλάδα, βοηθούμενη από τις άλλες τάξεις, είχε γίνει ο νέος φορέας της εξουσίας. Ο Όθων Ρουσσόπουλος, ο πιο αντιπροσωπευτικός τύπος της αστικής τάξεως που γυρεύει δημιουργική δράση, περνάει στο στρατόπεδο των καθυστερημένων στοιχείων. Και αυτό πότε; Όταν ο μεγάλος Βενιζέλος οδηγεί το έθνος από υποστατούς δρόμους στην επέκταση των συνόρων –χρήσιμη για τη δράση της αστικής τάξης και αναγκαία για την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων–και σπάζοντας την ονειροφαντασία της κόκκινης μηλιάς. Όπως ο Ίων Δραγούμης, μία άλλη μεγάλη και φωτεινή προσωπικότητα, έτσι κι ο Όθων Ρουσσόπουλος αχρηστεύουν τον εαυτό τους μέσα στο στρατόπεδο ανθρώπων τους οποίους με πείσμα και με πίστη, με ενθουσιασμό και με αυτοθυσία είχαν πολεμήσει στο παρελθόν, παλεύοντας για εθνικά ιδανικά, εκείνα ακριβώς που τώρα πραγματοποιούσαν οι λαϊκές τάξεις και οι απελεύθεροι αδελφοί κάτω από την ηγεσία του Ελευθερίου Βενιζέλου»1.

«Η Ακαδημία του Όθωνα Ρουσόπουλου λειτουργεί έως το 1923. Ανιχνεύοντας την ιστορική της πορεία θα διαπιστώσουμε ότι η λειτουργία της αντικατοπτρίζει τις πρωτοβουλίες της αστικής κοινωνίας απέναντι στην έλλειψη οικονομικής πολιτικής και προγραμματισμού, καθώς και στην έλλειψη ειδικευμένων σπουδών και αντίστοιχων τεχνικών και επαγγελματικών σχολών»2.

«Η Εμπορική και Βιομηχανική Ακαδημία ήταν στενότατα συνυφασμένη με τον ιδρυτή και ηγέτη της, τον Ρουσσόπουλο, τον πρωτοπόρο και νεωτεριστή, τον πνευματικό εκπρόσωπο της αστικής τάξεως, τον εμπνευσμένο δημοτικιστή. Η μετανάστευση Ρουσσοπούλου (σ.σ.: 28 Μαΐου 1922) σήμαινε, στην ουσία, εγκατάλειψη του μεγάλου του έργου.

Η Εμπορική και Βιομηχανική Ακαδημία υπήρξε –αν τηρηθούν οι αναλογίες χρόνου, συνθηκών και γενικής εκπαιδευτικής στάθμης– ο πρόδρομος και εμπνευστής αυτής εδώ της Σχολής [σ.σ.: Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς]. Για τούτο τον λόγο οι απόφοιτοι της Ακαδημίας διάλεξαν αυτόν το χώρο για τη σημερινή ομιλία.

Το είπαμε κι άλλοτε. Η ιστορία γράφει συνήθως γεγονότα πολέμων και μίσους, αίματος και καταστροφής. Η πρόοδος όμως συντελείται σταθερά με έργα ειρήνης και αγάπης, εργασίας και οικοδομήσεως. Στην ειρηνική ιστορία του τόπου αυτού αναντίρρητα ξεχωριστή θέση κατέχει η Εμπορική και Βιομηχανική Ακαδημία, το έργο της οποίας με αγάπη και κατανόηση θέλησα να σκιαγραφήσω, τοποθετώντας ταυτόχρονα το πρωτοποριακό και δημιουργικό αυτό ίδρυμα μέσα στην εποχή του»1.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1 Στράτος Παπαϊωάννου, «Ένα πρωτοποριακό ίδρυμα και η εποχή του: Η Εμπορική και Βιομηχανική Ακαδημία», Σπουδαί, Περιοδική έκδοσις Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, Ακαδημαϊκό έτος 1950-51, τχ. Β’ και Γ’. [«Οι απόφοιτοι της, ευγνώμονες προς την πνευματικήν των τροφόν, διοργάνωσαν την 30ή Μαρτίου 1951 σεμνήν αναμνηστικήν συγκέντρωσιν εις την αίθουσαν της ΑΣΒΣ. Ο διευθυντής της ΑΣΒΣ κ. Στρ. Παπαϊωάννου, του οποίου ο πατήρ διηύθυνε το Εμπορικόν Τμήμα της Ακαδημίας επί σειράν ετών ως Καθηγητής των Εμπορικών Μαθημάτων, παρεκλήθη να ομιλήση διά τους σκοπούς και το έργον του Ιδρύματος και τους ιδρυτάς του, εν συνδυασμώ προς τας εν Ελλάδι οικονομικάς, πολιτικάς και πνευματικάς συνθήκας εκείνης της εποχής».]

2. Έλενα Α. Μανιάτη, «Η “Ακαδημία” του Οθ. Ρουσόπουλου: Αναδεικνύοντας την εκπαιδευτική της φυσιογνωμία και τον ρόλο της», www.eriande.elemedu.upatras.gr/eriande/synedria/synedrio3/praltika%2011/maniati.htm

3. Άρθρο του Όθωνα Ρουσόπουλου στο Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος 1821-1921: Η χρυσή βίβλος του ελληνισμού (τόμος β’, μέρος πρώτον).

4. Διαδικτυακός τόπος: www.koutouzis.gr

Το 1894 ιδρύεται από τον χημικό Όθωνα Ρουσσόπουλο (1855-1922) και τον φυσικό Ιωάννη Γεράκη η «Βιομηχανική και Εμπορική Ακαδημία» ως μέση τεχνική σχολή, με σκοπό την παροχή πρακτικής μόρφωσης με στοιχεία θεωρητικών γνώσεων…

Η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ: ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑ (1894-1923)

To σταδιακό πέρασμα από την εμπειρική μάθηση στην οργανωμένη εκπαίδευση αποτελεί μία ενδιαφέρουσα, αλλά και συγχρόνως σύνθετη περιοχή έρευνας, η οποία παραπέμπει άμεσα σε ζητήματα κοινωνικά και ιδεολογικά, όπως αυτά αποκρυσταλλώνονται με τρόπο σαφή και εύγλωττο στο πλαίσιο άσκησης της εκπαιδευτικής πολιτικής

Η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ: ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑ (1894-1923)

Η Ακαδημία είδε το φως με τα πρώτα μικρά αλλά στερεά βήματα της ελληνικής αστικής τάξεως κι αναπτύχθηκε μαζί με τη σταθερή άνοδο της δεύτερης, κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Πραγματικά, κατά το διάστημα αυτό η αξία του εξωτερικού εμπορίου της χώρας συνεχώς αυξάνει, για να φτάσουν το 1920 η εισαγωγή τα 160 εκατομμύρια χρ. δρχ. και η εξαγωγή τα 144 εκατ.