• Σήμερα είναι: Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2020

Η Ευρώπη στα δύο

«Αυτός που βαδίζει αργά και σταθερά στο δρόμο της δημοσιονομικής πειθαρχίας στο τέλος κερδίζει». Το μότο της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ περιγράφει την οπτική της για την επίλυση της κρίσης του ευρώ. Έχει όμως πάψει να συγκινεί: Τις τελευταίες εβδομάδες η διεθνής οικονομική κοινότητα την προτρέπει να βιαστεί και να τολμήσει, ενώ όλο και περισσότεροι αμφισβητούν –συχνά με σκληρές εκφράσεις– τους χειρισμούς που έκανε τα δύο τελευταία χρόνια.

 

Το χάσμα των αντιλήψεων, των πολιτικών και των επιδιώξεων ανάμεσα στον ευρωπαϊκό Βορρά και τον Νότο βαθαίνει συνεχώς. Όλα δείχνουν ότι πλησιάζει η ώρα για το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι» που θα δώσει μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα ομο- σπονδία ή διάλυση για το μέλλον της ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ευρώπη είναι σήμερα διαιρεμένη όσο ποτέ τα τελευταία 20 χρόνια, την ώρα που η μια μετά την άλλη οι χώρες του Νότου προσφεύγουν στον μηχανισμό στήριξης –η Κύπρος έγινε η 5η από τις 17 χώρες της ευρωζώνης τον Ιούνιο. Είχαν προηγηθεί Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία.

Τα στρατόπεδα: Η Γερμανία, η Ολλανδία, η Φινλανδία και το Λουξεμβούργο (χώρες με αξιολόγηση «ΑΑΑ» από τους διεθνείς οίκους) και από κοντά η Αυστρία συντάσσονται με την καγκελάριο Μέρκελ και τη γραμμή της λιτότητας. Από την άλλη πλευρά, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία και Ελλάδα έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στη γραμμή της ανάπτυξης και της κοινής αντιμετώπισης του ευρωπαϊκού χρέους, που εκφράζεται από τον γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ. Η Ιρλανδία, βόρεια χώρα αλλά ενταγμένη στο μπλοκ των «Νοτίων» (βρίσκεται πια ένα βήμα πριν από την ύφεση), αποτελεί την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Ο ευρωπαϊκός Νότος και, ευρύτερα, το στρατόπεδο που υποστηρίζει τη χαλάρωση της λιτότητας και την τόνωση της ρευστότητας, με σκοπό τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, έχει έναν ακόμη υπέρμαχο στη διεθνή σκακιέρα: τον αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα. Ενόψει τον εκλογών της 6ης Νοεμβρίου, αυτό που θέλει πάση θυσία να αποφύγει το οικονομικό επιτελείο του Ομπάμα είναι η ραγδαία επιδείνωση της κρίσης στην ευρωζώνη, η οποία θα έθετε αυτομάτως σε κίνδυνο την εύθραυστη ανάκαμψη στις ΗΠΑ και τις πιθανότητες επανεκλογής του νυν προέδρου. Και είναι λογικό: οι ΗΠΑ θεωρούν ότι το δικό τους ομοσπονδιακό μοντέλο, των διασυνδεδεμένων πολιτειών που υποστηρίζονται από τη Fed και τη δυνατότητά της να τυπώνει χρήμα, είναι το ενδεδειγμένο.

Εκτός των άλλων, οι ΗΠΑ έχουν πάντοτε τον τρόπο να ασκούν επιρροή στη γραμμή που χαράζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ως γνωστόν, εδρεύει στην Ουάσιγκτον). Η επικεφαλής του Ταμείου κ. Κριστίν Λαγκάρντ πήρε τις τελευταίες εβδομάδες σαφείς αποστάσεις από τους χειρισμούς της καγκελαρίου Μέρκελ, αμφισβητώντας πολλά «ταμπού» της γερμανικής πλευράς.

Το ΔΝΤ υποστηρίζει πλέον ευθέως μια σειρά από βραχυπρόθεσμες πολιτικές για την καταπολέμηση της ύφεσης και της δυσπιστίας των αγορών απέναντι στην Ισπανία και την Ιταλία. Πρόκειται για πολιτικές στις οποίες αντιτίθεται η Γερμανία. Η κ. Λαγκάρντ έχει ταχθεί ήδη από τα τέλη Ιουνίου υπέρ της αγοράς κρατικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και της διοχέτευσης δανείων απευθείας προς τις τράπεζες από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό διάσωσης.

Από την άλλη πλευρά, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν κρύβει τη δυσαρέσκειά του για τις παρεμβά- σεις της Ουάσιγκτον όσον αφορά τους χειρισμούς αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. «Ο κ. Ομπάμα θα πρέπει να ασχοληθεί περισσότερο με τη μείωση του αμερικανικού ελλείμματος, το οποίο είναι υψηλότερο από αυτό που έχουμε στην ευρωζώνη» δήλωσε πριν από λίγες ημέρες.

 

To «nein» της Mέρκελ

Τι θα συμβεί αν η κυρία Μέρκελ επιμείνει στη γραμμή του «nein»; Οι περιγραφές και οι εκτιμήσεις ποικίλουν. Το ΔΝΤ κρούει τον κώδωνα του κίνδυνου μέσω της γενικής του διευθύντριας και επισημαίνει τον κίνδυνο για «αυξημένη ένταση και πιέσεις» τόσο στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα όσο και στην περιφέρεια του ευρώ. «Πιστεύουμε ότι μία αποφασιστική και δυναμική ώθηση προς την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης θα μπορούσε αποτελέσει ένα βήμα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα» δηλώνει. Αλλά και στο εσωτερικό της Γερμανίας καταγράφονται διαφορετικές αποχρώσεις. Στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού εκφράζονται από τον υπουργό Εξωτερικών Γκίντο Βεστερβέλε. «Κατά τη δημιουργία του κοινού νομίσματος διαπράχθηκε ένα σφάλμα: η οικονομική πολιτική των ευρωπαϊκών χωρών δεν είναι επαρκώς συντονισμένη. Η Ευρώπη είναι κάτι περισσότερο από μία κοινή αγορά και ένα κοινό νόμισμα, γι’ αυτό και η επαναδιατύπωση του ευρωπαϊκού σχεδίου αποτελεί το καθοριστικό βήμα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης» υποστηρίζει. Η θέση του Βεστερβέλε είναι ότι η κρίση χρέους «επέδειξε την ανάγκη επιτάχυνσης της ολοκλήρωσης της Ευρώπης».

 

Make or break

Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ανησυχούν ακόμη περισσότερο. Ο Ιταλός πρωθυπουργός Μάριο Μόντι εκτιμά πως αν δεν ληφθούν κομβικές αποφάσεις για να ηρεμήσουν οι αγορές, «θα εκδηλωθούν σταδιακά μεγαλύτερες κερδοσκοπικές επιθέσεις σε μεμονωμένες χώρες, με την παρενόχληση των πιο αδύναμων χωρών». Σε αυτήν την περίπτωση, ο κ. Μόντι αναμένει ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν πολύ υψηλά, με άμεση επίπτωση καταρχάς στα κράτη και σε δεύτερο επίπεδο στις επιχειρήσεις. «Είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που χρειάζεται για την ανάπτυξη» επαναλαμβάνει ο Ιταλός πρωθυπουργός.

Ακριβώς την ίδια άποψη μοιράζονται ο Ισπανός πρωθυπουργός Μαριάνο Ραχόι και ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ. Οι «τρεις» ζητούν από την Μέρκελ να εγκαταλείψει την τακτική της αργής και σταθερής πορείας με έμφαση στη λιτότητα και να υιοθετήσει τη λογική της ενοποίησης του τρόπου αντιμετώπισης των χρεών της ζώνης του ευρώ, σε συνδυασμό με τη λήψη άμεσων μέτρων για την επαναφορά του ευρωπαϊκού Νότου σε τροχιά ανάπτυξης.

Οι περιστάσεις είναι εξαιρετικά πιεστικές. Τα επιτόκια δανεισμού της Ισπανίας και δευτερευόντως της Ιταλίας κινούνται πολύ κοντά στο «σημείο μηδέν», στο ύψος που καθιστά το χρέος μη βιώσιμο. Και παρά την επιμονή του ιταλού πρωθυπουργού ότι η Ιταλία δεν θα χρειαστεί πακέτο διάσωσης, οι φόβοι ότι ενδέχεται να διαψευστεί εντάθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες. Από τη στιγμή που οι αγορές άρχισαν να πολιορκούν Ισπανία και Ιταλία, οι όροι του παιχνιδιού άλλαξαν. Η συνέχεια οδηγεί και πάλι στο δίλημμα «make or break», πολιτική ενοποίηση ή αποχαιρετισμός…

Όπως σημειώνει ο Βόλφγκανγκ Μίνχαου στους Finacial Times, «εάν η Ιταλία και η Ισπανία αποχωρήσουν από την ευρωζώνη, τότε πιθανότατα θα κηρύξουν στάση πληρωμών στο εξωτερικό τους χρέος. Μία τέτοια κίνηση θα οδηγήσει σε κατάρρευση το ευρωπαϊκό χρηματοοικονομικό σύστημα». Σε αυτήν την περίπτωση η ειρωνεία είναι ότι η ιταλική η ή ισπανική αποχώρηση πιθανότατα θα πλήξει τη Γαλλία και τη Γερμανία περισσότερο απ’ ό,τι την Ιταλία και την Ισπανία.

Η ίδια η Άνγκελα Μέρκελ παραδέχεται ότι πλέον διεξάγεται αγώνας ανάμεσα στην ευρωζώνη και τις αγορές. Στο τέλος Ιουνίου η καγκελάριος αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει με το «τρίο της ανάπτυξης», Ολάντ – Μόντι – Ραχόι. Στη συνάντηση που είχε μαζί τους δέχθηκε ασμένως πακέτο συνολικού μεγέθους 130 δισ. ευρώ ή 1% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάπτυξη. Αμέσως μετά τη συνάντηση η κ. Μέρκελ απέκλεισε για άλλη μια φορά το ενδεχόμενο απευθείας διάσωσης των τραπεζών, λέγοντας ότι κάτι τέτοιο παραβιάζει τις ευρωπαϊκές συνθήκες, και επανέφερε τη μόνιμη επωδό: «Οι γερμανοί φορολογούμενοι χρειάζονται εγγυήσεις για το πού πηγαίνουν τα χρήματα της βοήθειας»…

 

Πολιτική απομόνωση

Με τον Νικολά Σαρκοζί να αποτελεί παρελθόν από την ηγεσία της Γαλλίας, «η καγκελάριος της Γερμανίας βρίσκεται πλέον σε μεγάλο βαθμό μόνη της στη μάχη για τη λιτότητα», σχολιάζει το γερμανικό περιοδικό Spiegel, το οποίο περιγράφει την πορεία της κ. Μέρκελ προς μια ιδιότυπη πολιτική απομόνωση. Εκτός από τον Ομπάμα, την αντίθεσή τους στη συνταγη Μέρκελ για την αντιμετώπιση της κρίσης στην ευρωζώνη έχουν εκφράσει οι ηγέτες της Βραζιλίας, της Ινδίας, της Αργεντινής και της Ρωσίας. Εντύπωση προκαλεί τις τελευταίες εβδομάδες η κλιμάκωση των επιθέσεων του αγγλοσαξωνικού τύπου εναντίον της Άνγκελα Μέρκελ. «Η μανία τής Μέρκελ για τη λιτότητα καταστρέφει την Ευρώπη. Η γερμανίδα καγκελάριος εξολοθρεύει την ανάπτυξη και μας ωθεί σε μια νέα ύφεση. Είναι η πιο επικίνδυνη ηγέτις της Γερμανίας μετά τον Χίτλερ» σημειώνει το βρετανικό περιοδικό New Statesman. Στο εξώφυλλο εικονίζεται η Μέρκελ ντυμένη σαν τον «Εξολοθρευτή», το ανθρωπόμορφο ρομπότ του μέλλοντος από την ομώνυμη σειρά ταινιών με τον Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ. Είχε προηγηθεί το πρωτοσέλιδο του Economist με το πλοίο που βυθίζεται. «Τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε τις μηχανές, κ. Μέρκελ;» ρωτάει ο καπετάνιος του τάνκερ που φέρει την ονομασία «Παγκόσμια Οικονομία».

Οι παρομοιώσεις με πλοία έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς μετά την αναφορά του πρώην υπουργού Οικονομικών της Ελλάδας Γιώργου Παπακωνσταντίνου στον «Τιτανικό» το 2010. Από τότε που η κρίση ξέφυγε από τα όρια της χώρας μας, η χρήση του όρου γενικεύτηκε. «Η Άνγκελα Μέρκελ έμεινε μόνη στην πρώτη θέση του Τιτανικού» σχολίαζαν οι βρετανικοί Financial Times πριν από λίγους μήνες. Η καλύτερη διατύπωση έγινε από τον σημαντικό γερμανό κοινωνιολόγο Ούλριχ Μπεκ. Μιλώντας στο Βήμα της Κυριακής ανέφερε τα εξής: «Η Ευρώπη μοιάζει με τον Τιτανικό, ο οποίος έχει υποστεί ισχυρό ρήγμα στο κύτος του. Η γνώμη που κυριαρχεί στο πάνω, πολυτελές κατάστρω- μα, στο οποίο βρίσκεται και η Γερμανία, είναι ότι το πλοίο μπορεί να αποφύγει το ναυάγιο και να συνεχίσει την πορεία του αν αποκόψει και αποβάλει το κάτω κατάστρωμα με τους Έλληνες. Πρόκειται για μοιραίο λάθος».

 

Οι θεραπείες

Η σκέψεις και οι προτάσεις στην κατεύθυνση της ενιαίας διαχείρισης του χρέους της ευρωζώνης περιστρέφονται γύρω από τον ίδιο άξονα: κοινή διαχείριση του χρέους –έκδοση ευρωομολόγων και παράλληλα έλεγχος της δημοσιονομική πειθαρχίας των κρατών-μελών από τις Βρυξέλλες, με παρέμβαση στους προϋπολογισμούς σε περιπτώσεις αποκλίσεων.

Λίγο πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου, μια διεθνής ομάδα προσωπικοτήτων, με επικεφαλής τον πρώην πρόεδρο της Κομισιόν Ζακ Ντελόρ και τον πρώην καγκελάριο της Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ, πρότεινε τη δημιουργία ενός κοινού ταμείου για το χρέος της ευρωζώνης, το οποίο θα είναι επιφορτισμένο με την έκδοση κοινών ομολόγων με αντάλλαγμα τον στενότερο έλεγχο των προϋπολογισμών των κρατών-μελών. Η πρόταση της ομάδας προέβλεπε επίσης τη δημιουργία ενός υπουργού Οικονομικών της ευρωζώνης, ο οποίος θα ηγείται του ταμείου. Θα έχει υπερεξουσίες στις οποίες θα περιλαμβάνεται η δυνατότητα απόρριψης εθνικών προϋπολογισμών στις χώρες που βρίσκονται σε κρίση. «Ο βασικός πυρήνας θα πρέπει να είναι: όταν τελειώνει η φερεγγυότητα τελειώνει η εθνική κυριαρχία» ανέφερε η έκθεση.

 

Κάτι αντίστοιχο επεξεργάστηκε η λεγομενη «γραφειοκρατία» των Βρυξελλών –ο πρόεδρος της Ε.Ε. Χέρμαν Βαν Ρομπάι, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο και ο πρόεδρος του Eurogroup Ζαν Κλοντ Γιούνκερ– μαζί με τον πρόεδρο της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι. Το σχέδιο προέβλεπε μία στενότερη δημοσιονομική ένωση, με την εκχώρηση στις Βρυξέλλες περισσότερων εξουσιών, ώστε να λειτουργεί ένα κεντρικό υπουργείο Οικονομικών και για τις 17 χώρες της νομισματικής ένωσης. Προέβλεπε επίσης ευρείας κλίμακας έκδοση ευρωομολόγων με ενδιάμεσα βήματα, όπως η περιορισμένη ενοποίηση του βραχυπρόθεσμου χρέους μέσω εντόκων γραμματίων, τα γνωστά ως «ευρωγραμμάτια» (eurobills). Όπως και στην περίπτωση της πρότασης Ντελόρ – Σμιτ, προκρίνεται η σύσταση ταμείου επαναγοράς χρέους (redemption fund), για την κοινή διαχείριση του χρέους των χωρών της ευρωζώνης που υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ τους. Ωστόσο, η διαρροή του ευρείας κλίμακας σχεδίου στον τύπο, δύο ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής, προκάλεσε αντιδράσεις. Λίγες ώρες αργότερα την ίδια ημέρα (26 Ιουνίου), ο Χέρμαν Βαν Ρομπάι ανήρτησε στην ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής

Επιτροπής ένα διαφορετικό σχέδιο συμφωνίας, που δεν περιείχε καμία από τις αιχμές και τα τολμηρά βήματα της προηγούμενης, ανεπίσημης εκδοχής. Πολλοί αναλυτές σχολίασαν ότι το έργο το έχουν ξαναδεί και ότι η αναδίπλωση ήταν ένας κακός οιωνός για την πολυαναμενόμενη Σύνοδο Κορυφής, προσθέτοντας ότι η Γερμανία δεν φαίνεται έτοιμη να κάνει το μεγάλο βήμα… « Όσο ζω δεν θα υπάρξει κοινή ευθύνη για το χρέος της Ευρώπης» φέρεται να δήλωσε η Άνγκελα Μέρκελ το ίδιο απόγευμα σε κομματική ομιλία, επιβεβαιώνοντας της ανησυχίες…

Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της Ε.Ε. κατέληξαν, την τελευταία ημέρα του Ιουνίου 2012, σε μια σειρά συμβιβαστικών αποφάσεων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αρχή του τέλους της κρίσης. Επί της ουσίας οι Ευρωπαίοι συμφώνησαν να σπάσουν ώς έναν βαθμό τον κύκλο της απόλυτης εξάρτησης των κρατικών οικονομιώναπότιςαγορές,αλλά και των τραπεζών από την ποιότητα των κρατικών ομολόγων που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους. Και αυτό διότι οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της Ε.Ε. έδωσαν στου υφιστάμενους ευρωμηχανισμούς οικονομικής σταθερότητας (EFSF και MES) τη δικαιοδοσία να συμβάλλουν στην ανακεφαλαίωση των ευρωπαϊκών τραπεζών, όταν αυτές αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητα προβλήματα, αλλά και στις αγορές των κρατικών ομολόγων, όταν οι αγορές «τιμωρούν» τα ευρωπαϊκά κράτη που τα εξέδωσαν.

Ωστόσο, το θέμα της προικοδότησης των ευρωμηχανισμών παραμένει ακόμη ασαφές. Η ευρωπαϊκή συνδρομή θα υλοποιείται πλέον με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς τις τόσο αντιπαθείς για τις αγορές ατέρμονες πολιτικές διαβουλεύσεις. Αποφασίστηκε επίσης ότι σταδιακώς όλες οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα βρίσκονται υπό τη συνεχή εποπτεία της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ενεργοποίηση αυτών των παρεμβάσεων είναι η άσκηση ορθολογικών οικονομικών πολιτικών από τα κράτη που επιζητούν την ευρωπαϊκή βοήθεια.

Μια βοήθεια που φυσικά δεν θα δίδεται με το αζημίωτο, στον βαθμό που θα συνοδεύεται από τη σύναψη μνημονίου, το οποίο θα προσδιορίζει τις υποχρεώσεις της χώρας που λαμβάνει την ευρωπαϊκή βοήθεια. Η βοήθεια αυτή, με βάση τις αποφάσεις των Βρυξελλών, δεν θα εγγράφεται απευθείας στο δημοσιονομικό έλλειμμα, δίδοντας με τον τρόπο αυτό στην κυβέρνηση της βοηθούμενης χώρας πιο ελαστικά περιθώρια για την άσκηση των οικονομικών πολιτικών. Οι υποχρεώσεις των κρατών θα είναι συναρτημένες με το μέγεθος της βοήθειας σε σχέση με το οικονομικό μέγεθος της χώρας που καταφεύγει στην ευρωπαϊκή συνδρομή, αλλά και με το αν η βοήθεια αυτή αφορά αποκλειστικώς τον τραπεζικό τομέα ή το σύνολο της οικονομικής λειτουργίας του κράτους.

Η ευρωπαϊκή κρίση είναι τώρα βαθύτερη από ποτέ. Διανύουμε το καλοκαίρι που θα αλλάξει την Ευρώπη.