• Σήμερα είναι: Τρίτη, 24 Νοεμβρίου, 2020

Η Ευρώπη αλλάζει, η Ελλάδα γυρίζει σελίδα

 

Η Ευρώπη αλλάζει, η Ελλάδα γυρίζει σελίδα

γιάννης στουρνάρας

διοικητησ τησ τραπεζασ τησ ελλαδασ

 

Ο κ. Στουρνάρας κάνει τον απολογισμό της διετούς θητείας του ως υπουργός Οικονομικών, με επίκεντρο τη δημοσιονομική εξυγίανση. Παράλληλα, αναφέρεται στα επιτεύγματα της εξάμηνης προεδρίας του στο Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωπαϊκής  Ένωσης (Eco/Fin) με βασικό ζητούμενο την Τραπεζική Ένωση.

 

Η συμβολή του τραπεζικού τομέα στην ανάκαμψη της Νότιας Ευρώπης, καθώς επίσης στη βιώσιμη ανάπτυξη και την ευημερία σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, είναι ζωτικής σημασίας.

Ωστόσο, η αύξηση της ρευστότητας δεν είναι η μοναδική πρόκληση. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει τη δυσπιστία που προκλήθηκε από την παγκόσμια κρίση.

Είναι αλήθεια ότι οι τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕFTA), με τη συνεχή υποστήριξη των εποπτικών αρχών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν πολύ σημαντικά βήματα για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις.

Η Ευρώπη αλλάζει. Η οικονομική κρίση κινητοποίησε έναν τεράστιο μετασχηματισμό σε όλους τους βασικούς τομείς πολιτικής στη δημόσια σφαίρα. Ιδιαίτερα στον χρηματοπιστωτικό τομέα, η ρυθμιστική παρέμβαση των αρχών της Ε.Ε. δεν είχε προηγούμενο.

Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι μάθαμε με τον πλέον σκληρό τρόπο ότι η οικονομική ενοποίηση, και ειδικότερα η νομισματική ενοποίηση, δεν είναι ποτέ πλήρης δίχως ένα στέρεο πλαίσιο ενοποίησης των κανόνων που ισχύουν για τον χρηματοπιστωτικό τομέα των κρατών μελών.

Επιπλέον, με δεδομένη την πολυδιάστατη επίδραση του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε άλλους τομείς της οικονομίας και την αλληλεπίδραση με τις διεθνείς αγορές, το απαιτούμενο μείγμα πολιτικής μπορεί να γίνει εξαιρετικά περίπλοκο. Γιατί πρέπει να εξασφαλίζει ταυτόχρονα τη ρευστότητα, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, την εμπιστοσύνη των καταθετών και των επενδυτών, ένα ασφαλές και αποτελεσματικό σύστημα πληρωμών και επίσης τη διαφάνεια και την ανταγωνιστικότητα.

Αυτό που επίσης μάθαμε από την κρίση είναι ότι η ανταγωνιστικότητα και η ανάπτυξη πρέπει να συνδυάζονται με τη συνετή δημοσιονομική πολιτική.

Η Ελλάδα ανταποκρίθηκε στην κρίση και κατάφερε πάρα πολλά στους τομείς της δημοσιονομικής εξυγίανσης και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ως αποτέλεσμα αυτού, πέτυχε τη διόρθωση των συστημικών αδυναμιών της, δηλαδή του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, τα λεγόμενα δίδυμα ελλείμματα, που ήταν οι κύριες αιτίες της οικονομικής κρίσης.

Στις τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΟΟΣΑ εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει μια εντυπωσιακή μεταστροφή, ίσως την πιο εντυπωσιακή στη σύγχρονη ιστορία, τόσο στα δημοσιονομικά και στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών όσο και στην ανταγωνιστικότητα.

Σήμερα η Ελλάδα, μετά από μια μακρόχρονη και δύσκολη περίοδο για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την έξοδο από την παρατεταμένη ύφεση και είναι σε θέση να κοιτάζει το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία.

– Η χώρα εξασφάλισε τη θέση της στην Ευρωζώνη και ανέκτησε τη χαμένη αξιοπιστία στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία αποκαθίσταται με ταχείς ρυθμούς, κάτι που αντανακλάται στην κάθετη πτώση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, αλλά και στην πρόσφατη επιτυχή έξοδο στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, τόσο του ελληνικού κράτους όσο και των συστημικών τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής Τράπεζας, ύψους 2,5 δισ. ευρώ, υπερκαλύφθηκε μια μέρα πριν κλείσει το βιβλίο των προσφορών. Η Alpha Bank, η Πειραιώς και η Eurobank άντλησαν συνολικά περί τα 6 δισ. ευρώ από πετυχημένες αυξήσεις. Επιπλέον, το spread των δεκαετών ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, σε σύγκριση με το αντίστοιχο των γερμανικών ομολόγων, κυμαίνεται αρκετά κάτω από τις 500 μονάδες βάσης (περίπου 470 μονάδες), όταν, κατά την κορύφωση της κρίσης, είχε ξεπεράσει τις 3.400 μονάδες βάσης .

– Το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής βρίσκεται στην ορθή τροχιά.

– Ξεπεράσαμε τους δημοσιονομικούς στόχους τόσο το 2012 όσο και το 2013. Σύμφωνα με την Eurostat, η Ελλάδα υπερέβη το 2013 τους στόχους που έχουν τεθεί στον προϋπολογισμό, και κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα το οποίο, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής, ήταν κοντά στο 1% του ΑΕΠ. Το επίτευγμα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό σε κυκλικά διορθωμένους όρους: Από το 2009, το έτος που άρχισε η κρίση, η δημοσιονομική προσαρμογή υπερβαίνει το 15% του ΑΕΠ. Τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα της γενικής κυβέρνησης δείχνουν ότι ο δημοσιονομικός στόχος για το τρέχον έτος είναι και πάλι πιθανό να ξεπεραστεί.

– Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με όρους κόστους ανά μονάδα εργασίας, έχει πλήρως αποκατασταθεί, καθώς βελτιώθηκε κατά 23% από το 2009, ενώ το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έγινε θετικό το 2013 για πρώτη φορά από το 1948 (0,7 % του ΑΕΠ).

– Το μακροοικονομικό περιβάλλον βελτιώνεται. Οι αρχικές εκτιμήσεις για την οικονομική δραστηριότητα αναθεωρήθηκαν επί τα βελτίω για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, τόσο για το 2013 όσο και για το 2014. Ειδικότερα, το 2013, το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 3,9% σε σύγκριση με την αρχική πρόβλεψη για -4,2%. Επιπλέον, η οικονομία αναμένεται να επιστρέψει στην ανάπτυξη το 2014, ενώ εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με βιώσιμους ρυθμούς που θα υπερβαίνουν το 3%.

– Το στρατηγικό πλαίσιο για το νέο εξωστρεφές αναπτυξιακό μοντέλο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις καθαρές εξαγωγές και στις παραγωγικές επενδύσεις. Το σταθερό επενδυτικό περιβάλλον, οι συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στις αγορές προϊόντων και η αύξηση της ρευστότητας στην οικονομία, με τη στήριξη και της βελτίωσης των διεθνών οικονομικών συνθηκών, θα παίξουν ρόλο-κλειδί σε αυτόν τον μετασχηματισμό. Μέχρι στιγμής, η αύξηση των ελληνικών εξαγωγών δεν αντικατοπτρίζει πλήρως τις μεγάλες βελτιώσεις στην ανταγωνιστικότητα. Κυρίως γιατί οι περισσότερες ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις στερούνται εξαγωγικών πιστώσεων ως κληρονομιά της κρίσης. Οι πρόσφατες θετικές εξελίξεις και η περιορισμένη επιστροφή στις αγορές δεν επαρκούν για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας. Η προσέλκυση ιδιωτικής χρηματοδότησης από το εξωτερικό και ιδιαίτερα με τη μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση του νέου αναπτυξιακού μοντέλου.

– Κατά τους τελευταίους μήνες, αρκετοί δείκτες της οικονομικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένου του δείκτη οικονομικού κλίματος, του δείκτη PMI, του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής, των λιανικών πωλήσεων και των εσόδων από τον τουρισμό, δείχνουν ότι η οικονομία εισέρχεται σταδιακά σε φάση ανάκαμψης.

– Τα ποσοστά ανεργίας έχουν σταθεροποιηθεί. Η απασχόληση θα αυξηθεί το 2014, καθώς επανέρχεται η ανάπτυξη και τα αποτελέσματα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γίνονται ορατά.

– Πολλές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν ήδη εφαρμοστεί σε όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτές περιλαμβάνουν τη φορολογική πολιτική, την ενίσχυση του προγράμματος καταπολέμησης της διαφθοράς, τη δημιουργία ενός υγιούς μηχανισμού για τις δημόσιες συμβάσεις, τη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα, τον εκσυγχρονισμό του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, τις μεταρρυθμίσεις των αγορών εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών, οι οποίες ενισχύουν τον ανταγωνισμό και παρέχουν κίνητρα για την οικονομική δραστηριότητα, και τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, το μεγαλύτερο και το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων σε όρους ΑΕΠ σε παγκόσμιο επίπεδο.

– Επιπλέον, η πετυχημένη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ήταν μείζονος σημασίας για τη βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας και της ρευστότητας. Η ολοκλήρωση της αύξησης κεφαλαίου και η αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα το τρέχον έτος, μαζί με την επιστροφή στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, αναμένεται να οδηγήσει στην αποκατάσταση των κανονικών συνθηκών δανεισμού και να συμβάλει αποφασιστικά στη βιώσιμη, μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

Αυτά τα επιτεύγματα είναι το αποτέλεσμα μιας τιτάνιας προσπάθειας της κυβέρνησης, αλλά κυρίως των τεράστιων θυσιών της ελληνικής κοινωνίας και των πολιτών, με όρους οικονομικής προσπάθειας αλλά και βιοτικού επιπέδου.

Παρά ταύτα, οι ριζικές αλλαγές δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα. Η κρίση μάς έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι η ΟΝΕ είναι μια νομισματική ένωση, αλλά μια ατελής οικονομική και χρηματοπιστωτική ένωση. Έτσι, έγινε επίκαιρη η ανάγκη για την εμβάθυνση της οικονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης. Τολμώ να πω ότι τα τελευταία χρόνια, το ευρωπαϊκό εγχείρημα έχει εισέλθει σε μια νέα φάση. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα κλήθηκε όχι μόνο να αποδείξει τη δέσμευσή της στα κοινά ευρωπαϊκά ιδεώδη αλλά και να αναλάβει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πάνω στη διαδικασία αυτού του μετασχηματισμού.

Παρά τη συνεχιζόμενη δημοσιονομική εξυγίανση για να επανέλθουν τα δημόσια οικονομικά σε μια βιώσιμη τροχιά και την αναδιάρθρωση των ευρωπαϊκών οικονομιών για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, αρκετή δουλειά πρέπει ακόμη να γίνει σε αυτούς τους τομείς. Η ανάπτυξη σταδιακά επιταχύνεται. Ωστόσο, θα πρέπει να βεβαιωθούμε ότι ο κατακερματισμός των αγορών εξαλείφεται, ότι η ροή του δανεισμού στην οικονομία αποκαθίσταται και ότι δημιουργούνται νέες ευκαιρίες απασχόλησης, ιδίως για τους νέους.

Η Ελληνική Προεδρία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου για τη λειτουργία και την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα, προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη και να αυξηθεί η ρευστότητα στην ευρωπαϊκή οικονομία. Η τραπεζική ένωση αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ολοκλήρωση της νομισματικής ένωσης, μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος. Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης αποτελεί προαπαιτούμενο για την αποκατάσταση της ρευστότητας στην ευρωπαϊκή οικονομία, της εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας του τραπεζικού τομέα και βέβαια για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Για τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης των τραπεζών (SRM), ένα βασικό στοιχείο της τραπεζικής ένωσης και ως εκ τούτου ύψιστη προτεραιότητα της Ελληνικής Προεδρίας, καταφέραμε να καταλήξουμε σε μια συμφωνία που έγινε αποδεκτή από όλα τα μέρη.

Είμαστε βέβαιοι ότι ο SRM θα συμβάλει στην αύξηση της διαφάνειας στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Την ίδια στιγμή τα κράτη μέλη θα πρέπει να εργαστούν στο πλαίσιο του νέου ευρωπαϊκού ρυθμιστικού και θεσμικού πλαισίου για τα πιστωτικά ιδρύματα, το οποίο καθορίζεται από τον Ενιαίο Μηχανισμό Εποπτείας (SSM), την οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τα συνοδευτικά του κανονισμού. Και όλα αυτά με στόχο την προώθηση της διαφάνειας και της λογοδοσίας, ώστε να εξασφαλίζονται η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων και τα ισχυρότερα αποθέματα στο τραπεζικό σύστημα και να υπάρξει η εγγύηση ενός συνεκτικού πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης και ενισχυμένων εποπτικών καθηκόντων που ανταποκρίνονται στις ανάγκες και στις προκλήσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Επιπλέον, η πρόσφατη υιοθέτηση της Οδηγίας για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις (CRD IV) και της Οδηγίας για την Ανάκαμψη και Εξυγίανση Τραπεζών (BRRD) ολοκληρώνουν το σχήμα για τη βελτίωση της ευρωστίας του τραπεζικού τομέα και την εποπτεία του. Στον τομέα των αγορών κεφαλαίου, ο πιο σημαντικός φάκελος ήταν η αναθεώρηση της Οδηγίας για τις αγορές και τα χρηματοοικονομικά εργαλεία (MiFID ) και ο αντίστοιχος κανονισμός (MiFIR).

Η συμφωνία που επιτεύχθηκε επί της αρχής είναι ένα σημαντικό βήμα για ένα ασφαλέστερο, πιο υγιές και πιο υπεύθυνο χρηματοπιστωτικό σύστημα με μεγαλύτερη διαφάνεια.

Μέχρι τώρα, οι πιστώσεις ήταν ιδιαίτερα περιορισμένες σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι επενδύσεις να έχουν συρρικνωθεί σημαντικά, ειδικά στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας που αντιμετώπισαν προβλήματα, και το γεγονός αυτό επέτεινε την ένταση και τη διάρκεια της κρίσης.

Η απομόχλευση που βιώνουν οι οικονομίες και οι τράπεζες είχε σημαντικές επιπτώσεις, ιδίως όσον αφορά τη χρηματοδότηση των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜμΕ ), τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής οικονομίας στο σύνολό της και ειδικά της Νότιας Ευρώπης. Για το σκοπό αυτό, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη πρέπει να ενισχύσουν τα επιχειρήματα για τη χρηματοδότηση της οικονομίας και ιδίως τη διευκόλυνση της πρόσβασης των ΜμΕ στη χρηματοδότηση .

Η παροχή ρευστότητας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία και ένας βασικός στόχος είναι η υποστήριξη των υφιστάμενων και η δημιουργία νέων χρηματοδοτικών εργαλείων για τις νεοσύστατες επιχειρήσεις (start-ups) που δημιουργούνται από νέους επιχειρηματίες, τόσο στους τομείς των τεχνολογιών αιχμής όσο και σε παραδοσιακούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας.

Στην Ελλάδα, η έναρξη μηχανισμού ενίσχυσης της χρηματοδότησης του εξωτερικού εμπορίου (Trade Finance Facility) —συμπεριλαμβανομένων —των πρόσφατα εγκεκριμένων αναθεωρήσεων, προκειμένου να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανεπάρκειες της αγοράς που πρέπει να αντιμετωπιστούν ειδικά στην Ελλάδα- αποδεικνύουν τη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) να εργαστεί από κοινού με τα κράτη μέλη.

Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί επίσης να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ρευστότητας, καθώς και το θέμα της στενότητας κεφαλαίων των επιχειρήσεων και ιδίως των ΜμΕ, μέσω της δημιουργίας ενός Ταμείου Ανάπτυξης, το οποίο ονομάζεται Ινστιτούτο για την Ανάπτυξη (IfG), και θα βελτιώσει τους όρους χρηματοδότησης, ιδίως για τις ΜμΕ. Οι δραστηριότητες αυτές θα συμπληρώσουν την υποστήριξη που παρέχεται από τα ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά Ταμεία και τις σχετικές πρωτοβουλίες της ΕΤΕπ.

Πρόσφατα υπογράφηκε μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ της ΕΤΕπ και της Ελληνικής Δημοκρατίας που αφορά το Ινστιτούτο για την Ανάπτυξη. Χαιρετίζουμε επίσης την πρόθεση των κρατών μελών να συνεισφέρουν σε αυτήν την πρωτοβουλία και αναμένουμε την οριστικοποίηση τυχόν εκκρεμών θεμάτων, προκειμένου να αρχίσει η υλοποίηση. Η γερμανική KFW έχει ήδη υπογράψει σχετική συμφωνία με το IfG.

Το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα βρίσκεται στον πυρήνα της συνεχιζόμενης οικονομικής, κοινωνικής και θεσμικής εμβάθυνσης της Ευρώπης. Η Ευρώπη πρέπει να διασφαλίσει την εμπιστοσύνη στον χτυπημένο από την παγκόσμια κρίση χρηματοπιστωτικό της τομέα. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι αυτός ο τομέας θα συνεχίσει να ανταγωνίζεται αποτελεσματικά τους χρηματοπιστωτικούς τομείς των άλλων μεγάλων οικονομιών. Τέλος, θα πρέπει να βεβαιωθούμε ότι οι εθνικές οικονομίες και οι κοινωνίες θα ωφεληθούν από την ενοποιημένη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Μπορεί να φαίνεται δύσκολο με μια πρώτη ματιά. Ωστόσο οι δυνατότητες της ευρωπαϊκής οικονομίας, η μεγάλη εμπειρία και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα και η θαρραλέα πολιτική ηγεσία μάς επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον.

 

* H ομιλία έγινε τον Μάιο σε κλειστή εκδήλωση της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, με την ευκαιρία της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα. Ο πρωτότυπος τίτλος στα αγγλικά είναι «The Financial Sector and the real economy: Recent developments and future challenges».