• Σήμερα είναι: Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2020

Η κρίση στην Ευρωζώνη

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΕΥΘΥΜΙΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ

 

Η ανατομία της ευρωκρίσης στο συνέδριο της Τράπεζας της Ελλάδος με τη συμμετοχή διεθνών προσωπικοτήτων. 

 

Πρόοδο και φως στο τούνελ της ελληνικής οικονομίας διαπίστωσαν ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος και ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Βίκτορ Κονστάνσιο, μιλώντας σε κλειστό συνέδριο της ΤτΕ με θέμα «Η κρίση στη ζώνη του ευρώ».

Στην κλειστή διήμερη συνάντηση συμμετείχε επίσης ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας, ενώ μίλησαν κορυφαίοι ακαδημαϊκοί, όπως ο καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας Μπάρι Έιχενγκριν, ο καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας του London School of Economics Πολ ντε Γκρόουβ και ο καθηγητής Οικονομικών του Yale Τζον Γιαννακόπουλος.

Από τη συζήτηση προέκυψαν πολύτιμα συμπεράσματα για την κρίση στην ευρωζώνη και αποκαλύφθηκαν όψεις και πτυχές του ελληνικού προβλήματος μέσα από την ερευνητική εργασία κορυφαίων οικονομολόγων που κωδικοποίησαν τα ευρήματα των ερευνών τους τα τελευταία χρόνια. Το Accountancy Greece παρακολούθησε τις εργασίες του συνεδρίου και σας παρουσιάζει τα κυριότερα σημεία των τοποθετήσεων.

Στην εισαγωγική του ομιλία, που άνοιξε τις εργασίες του συνεδρίου, ο διοικητής της ΤτΕ Γιώργος Προβόπουλος επεσήμανε ότι η πρόσφατη πρόοδος της Ελλάδας στο πεδίο της δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά και όσον αφορά την αναδιάρθρωση της οικονομίας της, προέκυψε χάρη στην αποφασιστικότητα για την υλοποίηση του προγράμματος οικονομικής πολιτικής. «Η Ελλάδα άντεξε», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Προβόπουλος επανέλαβε την πρόβλεψή του για ανάκαμψη της οικονομίας από το 2014, υποστηρίζοντας ότι η λέξη Grexit αντικαταστάθηκε την άνοιξη του 2013 από την λέξη Grecovery. Ωστόσο, για να υλοποιηθεί στην πράξη το θετικό σενάριο ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε ότι το τραπεζικό σύστημα της χώρας, ιδιαίτερα μετά την ανακεφαλαιοποίηση και την αναδιάρθρωσή του, θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί και πάλι στο ρόλο του, παρέχοντας χρηματοδότηση για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Κάνοντας αναδρομή στις εξελίξεις από την κορύφωση της κρίσης τον Ιούνιο του 2012 μέχρι σήμερα, ο κ. Προβόπουλος τόνισε ότι οι τιμές των μετοχών έχουν υπερδιπλασιαστεί, οι διαφορές αποδόσεων των ομολόγων (περιθώρια – spreads) έχουν μειωθεί κατά 25% (2.500 μονάδες βάσης), ενώ οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα έχουν αυξηθεί κατά 12%. Σημείωσε, τέλος, ότι η εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από τη χρηματοδότηση από το ευρωσύστημα έχει μειωθεί σχεδόν κατά 35%.

Ο κεντρικός ομιλητής του συνεδρίου, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Βίκτορ Κονστάνσιο, επέμεινε ιδιαίτερα στην ανάγκη ταχείας ολοκλήρω- σης της τραπεζικής ένωσης και του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας, επισημαίνοντας ότι η ΕΚΤ προετοιμάζεται με γοργούς ρυθμούς προκειμένου να ανταποκριθεί στα νέας της αυτά καθήκοντα.

Μιλώντας για τις τελευταίες εξελίξεις στην ελληνική οικονομία, ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ τόνισε ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές αποτελούν μονόδρομο, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για το σύνολο των χωρών της ευρωζώνης, ακόμη και για τις χώρες που διαθέτουν πλεονασματικά ισοζύγια πληρωμών.

Στην ομιλία του με τίτλο «Ο σχεδιασμός των τραπεζικών ιδρυμάτων της ευρωζώνης υπό το φως της κρίσης», ο κ. Κονστάνσιο τόνισε ότι η σταθεροποίηση της νομισματικής ένωσης μακροπρόθεσμα απαιτεί μια πιο ριζική αναθεώρηση της θεσμικής αρχιτεκτονικής. Συμπέρανε ευθέως ότι η «μινιμαλιστική προσέγγιση» που επιδιώχθηκε στο Μάαστριχτ αποδείχθηκε ανεπαρκής στο σύγχρονο πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ολοκλήρωσης των χρηματοπιστωτικών αγορών. Σε αναγνώριση αυτού του γεγονότος, τόνισε ο ίδιος, οι πρόεδροι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Eurogroup και της ΕΚΤ καλούνται να ορίσουν έναν οδικό χάρτη για την ολοκλήρωση της νομισματικής ένωσης κατά την επόμενη δεκαετία.

Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ έκλεισε την ομιλία του μεταφέροντας την κοινή άποψη των τεσσάρων προέδρων των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία συντείνει στην παραδοχή ότι μια στέρεη οικονομική και νομισματική ένωση θα πρέπει να βασίζεται σε τέσσερις πυλώνες: τη χρηματοοικονομική ένωση, τη δημοσιονομική ένωση, την οικονομική ένωση και τελικά την πολιτική ένωση της Ευρώπης.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας συμφώνησε ότι η Ευρώπη πρέπει να υλοποιήσει την τραπεζική ένωση το συντομότερο δυνατό και χωρίς αστερίσκους, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στις τράπεζες της ευρωζώνης. Πρόσθεσε ότι τα κράτη μέλη που έχουν επωφεληθεί από την κρίση θα πρέπει να δεχτούν να ανακυκλώνουν τα οφέλη αυτά προς τα κράτη μέλη που βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση.

«Η ελληνική οικονομία σαφέστατα εισέρχεται σε μια νέα φάση, το πρόγραμμα είναι εντός τροχιάς», είπε μεταξύ άλλων ο κ. Στουρνάρας, και προέβλεψε ότι η ανάκαμψη αναμένεται να ξεκινήσει την επόμενη χρονιά, με θετικούς δείκτες ανάπτυξης από τρίμηνο σε τρίμηνο. Ωστόσο, για να γίνει αυτό εφικτό, ο υπουργός Οικονομικών σημείωσε ότι απαιτούνται προϋποθέσεις, τόσο από την ελληνική πλευρά όσο, όμως, και από τους ευρωπαίους εταίρους. Μεταξύ αυτών, ο κ. Στουρνάρας στάθηκε στη διατήρηση ενός σταθερού πολιτικού κλίματος στη χώρα και στην αποκατάσταση ομαλής ροής πιστώσεων στην οικονομία μετά την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Ο υπουργός Οικονομικών τόνισε ότι είναι υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης η βελτίωση της ποιότητας του δημόσιου τομέα, η εξάλειψη των στρεβλώσεων στην αγορά ενέργειας (επιταχύνοντας την αποκρατικοποίηση της ΔΕΗ) και η ριζική απλοποίηση του φορολογικού συστήματος. Αλλά και από την πλευρά των θεσμικών εταίρων της Ελλάδας ο υπουργός Οικονομικών εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι «θα ληφθούν πρόσθετα μέτρα μείωσης του δημοσίου χρέους», εφόσον η χώρα μας επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα εντός του 2013.

Ο καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας Μπάρι Έιχενγκριν επιχείρησε την εξαγωγή συμπερασμάτων
συγκρίνοντας την ευρωπαϊκή κρίση με τις κρίσεις στη Λατινική Αμερική και την Ανατολική Ασία. Από τη σύγκριση προέκυψε η παρατήρηση ότι η ανάκαμψή της παραμένει απογοητευτική. Κωδικοποιημένα, ο λόγος της καθυστέρησης συμπυκνώνεται
στα εξής: «λιτότητα, δυσκολία προσαρμογής, χρόνια προβλήματα των τραπεζών και υψηλό βάρος από το χρέος». Η Ευρώπη εισήλθε στην κρίση με υψηλότερα δημόσια χρέη σε σύγκριση τόσο με τη Λατινική Αμερική όσο και με την Ανατολική Ασία. Οι αρνητικές επιπτώσεις της λιτότητας επιδεινώθηκαν από τη δυσκολία της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Την ίδια στιγμή η αύξηση των εξαγωγών δεν κατέστη δυνατό να αναπληρώσει τις απώλειες από την υποχώρηση της εγχώριας ζήτησης.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας διαπίστωσε απροθυμία να εξετασθεί η αναδιάρθρωση χρέους ως μέρος της λύσης στα προβλήματα της ευρωζώνης και θύμισε ότι τόσο η Ανατολική Ασία όσο και η Λατινική Αμερική κινήθηκαν σε αυτήν την κατεύθυνση. Η ανησυχία και στις δύο περιπτώσεις ήταν ότι η αναδιάρθρωση θα βλάψει τους τραπεζικούς ισολογισμούς, κάτι που δεν συμβαίνει πλέον στην Ευρώπη, καθώς το μεγαλύτερο του χρέους έχει περάσει στα χέρια του επίσημου τομέα. «Αυτό είναι καλό από οικονομική άποψη, αλλά κακό από πολιτική άποψη» τόνισε ο κ. Έιχενγκριν. Με βάση την πρόσφατη εμπειρία από την κρίση στην Ελλάδα σχολίασε ότι «η αναδιάρθρωση χρέους αποδείχθηκε μια βιώσιμη λύση, η οποία είναι πιθανό να λάβει χώρα ευρύτερα σε χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Κύπρος, και ενδεχομένως η Ιταλία». «Και δεν υπάρχει τίποτα λάθος σε αυτό» τόνισε ο αμερικανός καθηγητής Οικονομικών.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο κ. Έιχενγκριν τόνισε πως αν η διάγνωση της κρίσης στην Ευρώπη είναι ακριβής, τότε η λύση στα προβλήματα περνάει μέσα από τέσσερις άξονες: 1. Χαλάρωση της λιτότητας, 2. Παροχή μεγαλύτερης νομισματικής στήριξης για την προσαρμογή, 3. Εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος με καθαρισμό των επισφαλών περιουσιακών στοιχείων, 4. Αναδιάρθρωση του χρέους. «Δεν είναι αστροφυσική!» σχολίασε κλείνοντας ο κ. Έιχενγκριν…

Από την πλευρά του, ο βέλγος οικονομολόγος, καθηγητής του LSE, Πολ ντε Γκρόουβ ανέλυσε τις «Δημοσιονομικές πολιτικές στη Νομισματική Ένωση». Στην ομιλία του στο συνέδριο της ΤτΕ εξέτασε την ορθότητα της «κυρίαρχης άποψης», όπως τη χαρακτήρισε, ότι οι χώρες μέλη της νομισματικής ένωσης θα πρέπει να υποβάλλονται σε πρόσθετα μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας σε σύγκριση με τις χώρες εκτός ευρωζώνης.

Η εξέτασή του εκκινεί από την παραδοχή ότι η κυρίαρχη άποψη απέκτησε μεγάλη επιρροή και οδήγησε σε πολύ συγκεκριμένες ενέργειες: α. Δημιουργία μηχανισμών ελέγχου εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών που αποσκοπούν στη διατήρηση δημοσιονομικής πειθαρχίας στην Ευρωζώνη, β. Αυστηροποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, γ. Αποδοχή από την πλευρά των κρατών μελών της ανάγκης για εισαγωγή κανόνων ισοσκελισμού των προϋπολογισμών στις εθνικές νομοθεσίες (Δημοσιονομικό Σύμφωνο).

Σύμφωνα με τον καθηγητή του LSE, η εξέλιξη αυτή κατέστησε ευάλωτα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης απέναντι σε «αυτοεκπληρούμενες κρίσεις ρευστότητας», οι οποίες θα μπορούσαν να ωθήσουν τις κυβερνήσεις τους στην πτώχευση. Έτσι, οι χρηματοπιστωτικές αγορές απέκτησαν μεγάλη δύναμη πάνω στα ανεξάρτητα κράτη, υπό την έννοια ότι μπορούσαν να τα εξαναγκάσουν σε default. Αντιθέτως, πριν από την ένταξη στην ευρωζώνη τα ίδια κράτη δεν θα μπορούσαν να εξαναγκαστούν σε αθέτηση των υποχρεώσεων από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, επειδή διέθεταν ένα αναπαλλοτρίωτο όπλο ρευστότητας.

Ο κ. Ντε Γκρόουβ σχολίασε ότι οι χώρες μέλη της Ευρωζώνης υποβαθμίστηκαν στην κατάσταση των αναδυόμενων χωρών, οι οποίες δεν έχουν τη δύναμη και την αξιοπιστία για να εκδίδουν χρέος στα δικά τους νομίσματα. Η απάντηση στο πρόβλημα ήλθε, κατά τον ίδιο, καθυστερημένα, το 2012, όταν η ΕΚΤ δέχθηκε το ρόλο του δανειστή έσχατης ανάγκης στις αγορές κρατικών ομολόγων. Αυτό είχε άμεσο αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση και οδήγησε σε ταχεία πτώση των spreads των κρατικών ομολόγων.

«Ωστόσο, μέχρι τώρα η εξουσία της ΕΚΤ έχει ασκηθεί μόνο από την ίδια την ανακοίνωση» σημείωσε ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου του LSE και πρόσθεσε ότι «η παρέμβαση αυτή είναι αναγκαία αν η ΕΚΤ θέλει να αποφύγει την απώλεια της αξιοπιστίας της».

Με δεδομένο ότι οι χώρες μέλη της ευρωζώνης έχουν χάσει μεγάλο μέρος της ικανότητάς τους να χρησιμοποιούν τη δημοσιονομική πολιτική ως σταθεροποιητικό μέσο, ιδίως τη στιγμή που το χρειάζονται περισσότερο, ο βέλγος καθηγητής σημειώνει ότι «τίποτα δεν δημιουργήθηκε σε επίπεδο ευρωζώνης για να αντισταθμίσει την απώλεια της δημοσιονομικής πολιτικής ως αντικυκλικού εργαλείου». Κι αυτό, κατά την άποψή του, έχει ευρύτερες συνέπειες, καθώς «μεγάλο μέρος της κοινωνικής προόδου του περασμένου αιώνα συνίστατο στο να δοθεί στις εθνικές κυβερνήσεις η δυνατότητα να προστατεύσουν τους πολίτες τους, τουλάχιστον εν μέρει, κατά τις περιόδους αστάθειας του καπιταλισμού».

Συμπερασματικά, ο κ. Ντε Γκρόουβ παρατήρησε ότι η αποδυνάμωση των εθνικών κυβερνήσεων στην ευρωζώνη απειλεί να υπονομεύσει τις κοινωνικές ευθύνες των εθνικών κυβερνήσεων και με τον τρόπο αυτό απειλεί ευθέως τη νομιμοποίησή τους από τα εκλογικά σώματα. «Σίγουρα αυτό δεν είναι βιώσιμο» δήλωσε ο καθηγητής κλείνοντας την ομιλία του στο συνέδριο.

Ο ελληνικής καταγωγής καθηγητής του πανεπιστημίου Princeton (με έδρα το Νιού Τζέρσι των ΗΠΑ) Τζον Γιαννακόπουλος έθεσε στο εαυτό του ένα φιλόδοξο ερώτημα, αρχής γενομένης από τον τίτλο της ομιλίας του στο συνέδριο: «Τι προκάλεσε την κρίση της περιόδου 2007-9 και πώς νομίζω ότι θα μπορούσαμε να την είχαμε αποτρέψει αλλά και τι πρέπει να κάνουμε τώρα».

Ο κ. Γιαννακόπουλος στάθηκε στα μαθήματα που απορρέουν από τη θεωρία του κύκλου της μόχλευσης, τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για την Ευρώπη και στην Ελλάδα. Εκκινώντας από τα χρόνια που οδήγησαν στο ξέσπασμα της πιστωτικής κρίσης στις ΗΠΑ το 2007, περιέγραψε τα χαρακτηριστικά της ανοδικής φάσης του κύκλου της μόχλευσης, όταν στη διάρκεια μιας περιόδου που χαρακτηριζόταν από οικονομική σταθερότητα η ανάπτυξη καινοτόμων εργαλείων στον χρηματοπιστωτικό τομέα οδήγησε σε αυξημένη μόχλευση και αυξημένη δραστηριότητα. Αυτό με τη σειρά του αύξησε τις τιμές περιουσιακών στοιχείων, αλλά κατέστησε την οικονομία πιο ευάλωτη στις κακές ειδήσεις.

Και όταν ήλθαν οι κακές ειδήσεις η μόχλευση μειώθηκε, έπεσαν οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων, υποχώρησε η οικονομική δραστηριότητα και αυξήθηκε το χρέος. Το μάθημα από την πρόσφατη εμπειρία στις ΗΠΑ είναι, σύμφωνα με τον κ. Γιαννακόπουλο, ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) θα πρέπει να ρυθμίζει τη μόχλευση στην ανοδική φάση, ενώ στην οξεία φάση της κρίσης η Fed θα πρέπει να τη στηρίζει.

Μιλώντας για τον ευρωπαϊκό κύκλο μόχλευσης, ο καθηγητής του Princeton εντοπίζει το πρόβλημα δανεισμού των νοικοκυριών σε πολλές χώρες και την παράλληλη υπερχρέωση των κρατών τα οποία (υπερ)αξιοποίησαν τις εγγυήσεις που παρείχε η συμμετοχή στην ευρωζώνη. Η λύση είναι και σε αυτήν την περίπτωση η μείωση του χρέους μέσω αναδιάρθρωσης. Ειδικότερα, στην περίπτωση της χώρας μας, ο κ. Γιαννακόπουλος υποστηρίζει ότι οι Έλληνες θα έπρεπε να γνωρίζουν εκ των προτέρων και με σαφήνεια ότι η άφεση χρέους θα συμβεί εφόσον πληρούνται οι μεταρρυθμίσεις.