• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου, 2020

Η οικονομική διπλωματία ως εργαλείο εξόδου από την κρίση Συνέντευξη του Αγγελου Παγκράτη στη Μαρία Ακριβού

Από το 2008, όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση στην Αμερική, μέχρι και σήμερα, αρκετές χώρες παρασύρθηκαν στο πέρασμά της, αλλά καμία δεν είδε τα οικονομικά της μεγέθη να «εκτροχιάζονται» για οκτώ συνεχόμενα χρόνια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας. Εύλογα οι έλληνες πολίτες, που είδαν στην καθημερινότητά τους να μπαίνουν ζητήματα όπως αυτό της έκβασης της αξιολόγησης, της διαχείρισης της οικονομικής κρίσης και κατ’ επέκταση της επιστροφής στην ανάπτυξη, να διερωτώνται: Τι πάει στραβά; Γιατί η Ελλάδα δεν καταφέρνει να επιτύχει τους στόχους της; Γίνεται όντως διαπραγμάτευση ή οι έλληνες πολιτικοί είναι απλώς αποδέκτες μιας γραμμής που καθορίζεται από τους ευρωπαίους εταίρους; Ερωτήματα όπως αυτά ανακύπτουν διαρκώς και όλοι ξεχνούν να εστιάσουν στο αυτονόητο: ότι, δηλαδή, για να μπορέσει μια χώρα να διαπραγματευτεί τα εθνικά της συμφέροντα, θα πρέπει να έχει «μελετήσει» καλά τους κανόνες που επιτάσσει η οικονομική διπλωματία.

Ο Άγγελος Παγκράτης, ειδικός συντονιστής, υπεύθυνος για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Διπλωματία στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, μιλά αποκλειστικά στο Accountancy Greece αναφορικά με το πώς η Ελλάδα, αξιοποιώντας τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, μπορεί μέσω της άσκησης οικονομικής διπλωματίας να γυρίσει υπέρ της το «παιχνίδι» και να βγει ξανά αυτόνομη στις διεθνείς αγορές. Ο ίδιος έχει αφιερώσει τη ζωή του στις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις και αποτελεί κεφάλαιο για την προάσπιση των συμφερόντων της Ελλάδας στην παγκόσμια οικονομική «σκακιέρα». Στο παρελθόν έχει διατελέσει πρέσβης και μόνιμος αντιπρόσωπος της Ε.Ε. στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), λειτουργώντας ως άνθρωπος-κλειδί στις πολυμερείς εμπορικές συμφωνίες και διαπραγματεύσεις. Σήμερα μάλιστα είναι ένας εκ των τριών Ελλήνων που κατέχουν διευθυντική θέση στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. και η εμπειρία του θεωρείται μεγάλη όταν πέφτει στο «τραπέζι» η έννοια της διαπραγμάτευσης.

Τι είναι όμως η Ευρωπαϊκή Οικονομική Διπλωματία (ΕΟΔ), για την οποία γίνεται έντονος λόγος από τότε που η γηραιά ήπειρος αποφάσισε να ισχυροποιήσει τη θέση της μέσω της χάραξης μιας ενιαίας οικονομικής πολιτικής για τα κράτη μέλη της; Όπως εξηγεί ο κ. Παγκράτης, στην απλούστερή της έκφραση η ΕΟΔ είναι η προσπάθεια της Ευρώπης να γίνει πιο δυνατή και αποτελεσματική στην υποστήριξη των οικονομικών της συμφερόντων σε όλα τα επίπεδα των εξωτερικών της σχέσεων.

Οι στόχοι της ΕΟΔ τοποθετούνται σε δύο μεγάλα αλληλοσυμπληρούμενα επίπεδα: Το πρώτο αφορά την εναρμόνιση των μεγάλων παγκόσμιων, περιφερειακών, γεωγραφικών ή θεματικών πολιτικών (εμπορική, αναπτυξιακή, γειτονίας, την έρευνα και τεχνολογία κ.λπ.) και των εργαλείων τους, ώστε να εξυπηρετούν πιο αποτελεσματικά τα οικονομικά συμφέροντα της Ε.Ε. όταν χρειάζεται. Στο επίπεδο αυτό βλέπουμε συνήθως ισχυρή συμπληρωματικότητα των οικονομικών και των πολιτικών στόχων. «Ένα παράδειγμα είναι οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που αφορούν την προσπάθεια ανακοπής ή μείωσης των μεταναστευτικών ρευμάτων μέσω επενδύσεων, δανείων και κινητοποίησης δημοσίων και ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων (Resilience Initiative, External Investment Plan κ.λπ.) Αυτή η εναρμόνιση πολιτικών και οικονομικών στόχων και μέσων σε επίπεδο μεγάλων πολιτικών αναφέρεται συχνά, κυρίως στην Αμερική, σαν Statecraft και σε αυτήν έδωσε ιδιαίτερη έμφαση η Χ. Κλίντον όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ».

Το δεύτερο επίπεδο έχει να κάνει με τη στήριξη των επιχειρήσεων της Ε.Ε., ιδίως των μικρομεσαίων, ώστε να κερδίζουν στις διεθνείς αγορές απέναντι στον συνεχώς αυξανόμενο ανταγωνισμό, συχνά με έντονες κρατικές παρεμβάσεις από άλλες κυβερνήσεις, οι οποίες αλλοιώνουν τις συνθήκες ανταγωνισμού σε βάρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τον κ. Παγκράτη, εδώ υπάρχει μεγάλος αριθμός εργαλείων και παρεμβάσεων που μπορούν να υποστηρίξουν τις προσπάθειες των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε ξένες αγορές και αφορούν, μεταξύ άλλων: διεθνοποίηση των δραστηριοτήτων των ΜμΕ, πρόσβαση στις αγορές, προώθηση εξαγωγών, παρεμβάσεις βελτίωσης του επιχειρηματικού και επενδυτικού περιβάλλοντος, χρηματοδοτικά εργαλεία, άλλες απαραίτητες υπηρεσίες, αντιπροσώπευση και ρόλος του ευρωπαϊκού ιδιωτικού τομέα σε τρίτες χώρες, διπλωματική κάλυψη όπου χρειάζεται σχετικά με θέματα θεσμικά, οριζόντια, τομεακά ή ακόμη και συγκεκριμένα θέματα σε επίπεδο επιχείρησης κ.λπ. Οι διπλωματικές αντιπροσωπείες της Ε.Ε. σε τρίτες χώρες θα γίνουν γενικά πιο ευπρόσιτες στις επιχειρήσεις των κρατών μελών.

Ο κ. Παγκράτης υπογραμμίζει πως λόγω των ραγδαίων οικονομικοπολιτικών αλλαγών που συντελούνται σε διεθνές επίπεδο, η οικονομική διπλωματία γίνεται όλο και πιο σημαντική προτεραιότητα για όλο και περισσότερα κράτη εντός και εκτός της Ε.Ε. και επισημαίνει ότι η Ε.Ε. πρέπει να προσθέσει τη δική της προστιθέμενη αξία στις προσπάθειες των κρατών μελών και να υπερασπιστεί δυναμικά τα συμφέροντα των εταιρειών και των πολιτών της. «Το βασικό κριτήριο για κάθε απόφαση ΕΟΔ θα είναι η αναζήτηση της λύσης με το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα όσον αφορά την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην Ευρώπη, μέσα στο πλαίσιο, βέβαια, των στόχων και προτεραιοτήτων των υπαρχουσών πολιτικών και των αξιών της Ε.Ε.»

Πιο συγκεκριμένα η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους:

– Η εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας δημιουργεί συνθήκες εντονότερου ανταγωνισμού (εμβάθυνση του ρόλου των «αλυσίδων αξίας» στο παγκόσμιο εμπόριο, γεωγραφική ρευστότητα της παραγωγικής βάσης, κυρίως λόγω τεχνολογικής προόδου και της «4ης βιομηχανικής επανάστασης» κ.ά.) Δημιουργεί επίσης συνθήκες γενικά μεγαλύτερης παρέμβασης του κράτους στην οικονομία, με κανόνες και κανονισμούς που αφορούν: ασφάλεια, δημόσια υγεία, καινούργιες τεχνολογίες, μεταφορές, προστασία του καταναλωτή, της πνευματικής ιδιοκτησίας, ανταλλαγής δεδομένων κ.λπ.) Έτσι, οι εταιρείες συνολικά χρειάζονται πιο συχνή και περισσότερη κρατική παρουσία και υποστήριξη στις δραστηριότητές τους πέραν των εθνικών συνόρων.

– Η συνεχώς επιταχυνόμενη παγκοσμιοποίηση θα απαιτούσε από τη διεθνή κοινότητα μια αυξημένη ικανότητα παραγωγής κοινά αποδεκτών κανόνων, που θα έπρεπε να ρυθμίζουν και να ελέγχουν την αυξανόμενη αλληλεξάρτηση, εξασφαλίζοντας ένα αποδεκτό πλαίσιο ανταγωνισμού για όλους. Όμως, η συνολική ικανότητα της διεθνούς κοινότητας να παράγει τις πολυμερείς συμφωνίες που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό βαίνει εμφανώς φθίνουσα τα τελευταία χρόνια. Το κενό που έτσι δημιουργείται καλύπτεται βασικά από πολιτικές ισχύος και αυξάνει τις τριβές και τελικά τις διαμάχες και τις συγκρούσεις.

«Η Ευρώπη πρέπει να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της»

Ερωτηθείς αναφορικά με το πώς αναμένεται η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, με την εκλογή του Τραμπ στις ΗΠΑ και του Μακρόν στη Γαλλία, να επηρεάσει τις διπλωματικές σχέσεις των δύο μερών και πού πέφτει πλέον το βάρος σε ό,τι αφορά την άσκηση οικονομικής διπλωματίας , ο κ. Παγκράτης αναφέρει ότι και οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις ήταν εξίσου σημαντικές, τόσο για τις χώρες τους όσο και για την Ευρώπη.

«Η εκλογή Μακρόν κράτησε την Ε.Ε. δυνατή και ικανή να αντιδράσει και να πάρει πρωτοβουλίες προς τα έξω και προς το εσωτερικό της. Η εκλογή Τραμπ ανέδειξε ορισμένες βασικές διαφορές με τους Ευρωπαίους. Δεν πρέπει όμως να προτρέχουμε σε βιαστικά συμπεράσματα. Ορισμένες από τις διαφορές αυτές ίσως αποδειχθούν μακροπρόθεσμα λιγότερο δυσεπίλυτες, ακόμη και θετικές συνολικά για τον ευρωπαίο πολίτη». Συνεχίζει λέγοντας πως η Ευρώπη θα ήταν υποχρεωμένη, έστω κι αν δεν υπήρχε ο πρόεδρος Τραμπ, να πάρει περισσότερο τη μοίρα της στα χέρια της σε πολλούς τομείς, ώστε να ξεπεράσει γρηγορότερα τις δικές της προκλήσεις.

«Η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ έχουν με μεγάλη διαφορά την πιο σημαντική οικονομική σχέση στον κόσμο, όσον αφορά το εμπόριο και κυρίως τις επενδύσεις. Αν πάρουμε το σύνολο των πωλήσεων των εταιρειών που βρίσκονται στην Ε.Ε. οι οποίες ανήκουν σε επενδυτές από την άλλη μεριά του Ατλαντικού και τις αντίστοιχες πωλήσεις των επιχειρήσεων που έχουν δημιουργήσει ευρωπαίοι επενδυτές στις ΗΠΑ και προσθέσουμε τα δύο αυτά σύνολα, τότε το μέγεθος αυτής της διατλαντικής οικονομίας είναι μεταξύ ενός τετάρτου και ενός τρίτου της οικονομίας της Ε.Ε. ή των ΗΠΑ». Προσθέτει δε πως η κατανομή του μεγέθους των δύο κομματιών και των αντίστοιχων θέσεων εργασίας είναι εξαιρετικά ισορροπημένη, γεγονός που καταδεικνύει ότι υπάρχει μια τεράστια βάση κοινού συμφέροντος η οποία θα ωθεί σε βάθος χρόνου τις δύο πλευρές προς κοινά αποδεκτές λύσεις.

Κάνοντας έναν απολογισμό του τι έχει πετύχει η Ε.Ε. όλα αυτά τα χρόνια σε επίπεδο οικονομικής διπλωματίας, ο κ. Παγκράτης υπενθυμίζει ότι η Ε.Ε. διαθέτει πάρα πολλούς μηχανισμούς και πρωτοβουλίες και κυρίως τις διπλωματικές της αντιπροσωπείες, που εξυπηρετούν τα οικονομικά συμφέροντα των εταιρειών και των πολιτών της ανά τον κόσμο. Πολλές από τις κεντρικές της πολιτικές (εμπορική, αναπτυξιακή, έρευνας και τεχνολογίας κ.λπ.) έχουν ηγετικό ρόλο παγκοσμίως, ωστόσο, όπως λέει, οι καιροί απαιτούν μια ισχυρότερη Ευρωπαϊκή Εξωτερική Δράση και η ΕΟΔ πρέπει να αυξήσει σημαντικά τη συνολική αποτελεσματικότητά της.

Κατά πόσο όμως μπορεί στην πραγματικότητα η Ε.Ε. να ακολουθήσει μια κοινή γραμμή πλεύσης, όταν μέσα στους κόλπους της υπάρχουν κράτη μέλη με εντελώς διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες και κουλτούρες; Σχεδόν ένας χρόνος ζυμώσεων χρειάστηκε, σύμφωνα με τον κ. Παγκράτη, προκειμένου να οριστούν πρακτικοί τρόποι αντιμετώπισης των δυσκολιών που απορρέουν από αυτές τις διαφορές και αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αναπτύξαμε μία συγκεκριμένη μέθοδο την οποία εφαρμόσαμε πειραματικά σε 8 χώρες. Οι βασικές ιδέες της μεθόδου αυτής είναι ότι σε κάθε χώρα ανά τον κόσμο η Ε.Ε., μαζί με τις πρεσβείες των κρατών μελών, θα ορίζουν τους στόχους και τις προτεραιότητες της ΕΟΔ. Μετά θα ορίζουν μαζί τις δράσεις που απαιτούνται για να προωθηθούν οι κοινοί στόχοι. Η δράση της Ε.Ε. θα είναι πάντα συμπληρωματική των δράσεων των κρατών μελών». Με τον τρόπο αυτό όποιο κράτος μέλος είναι πιο δραστήριο θα επωφελείται περισσότερο. Συγχρόνως τα μικρότερα κράτη μέλη, τα οποία συχνά δεν έχουν πρεσβεία ή εμπορικό ακόλουθο σε μερικές χώρες, θα μπορούν να επωφεληθούν αναλογικά περισσότερο από τα κοινοτικά εργαλεία και μηχανισμούς.

«Οι ελληνικές θέσεις δεν έχουν γίνει κατανοητές στους ευρωπαίους πολίτες»

Για την περίπτωση της Ελλάδας σημειώνει πως η αύξηση των εξαγωγών είναι απαραίτητη, αφού λειτουργεί ως δείκτης εξέλιξης της ανταγωνιστικότητας της πραγματικής οικονομίας. Παράλληλα, η αποτελεσματικότητα των μηχανισμών οικονομικής διπλωματίας, και κυρίως των μηχανισμών υποστήριξης των ΜμΕ, είναι ένα βασικό στοιχείο της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων κάθε κράτους στις διεθνείς αγορές. Ωστόσο, η οικονομική διπλωματία είναι πολύ ευρύτερη αυτών των μηχανισμών στήριξης. Είναι ένας συνολικός σύνδεσμος με το παγκόσμιο περιβάλλον σε όλα τα επίπεδα και καλύπτει όλες τις διαστάσεις των σχέσεων των ελληνικών επιχειρήσεων με το διεθνές οικονομικό γίγνεσθαι κι όλες τις σχετικές δράσεις της δημόσιας διοίκησης και των διάφορων εθνικών πολιτικών.

«Είναι η αποτελεσματική σύνδεση του ελληνικού παραγωγικού ιστού με τις διεθνείς αγορές και με τα διεθνή δρώμενα σε όλα τα επίπεδα, π.χ. εισαγωγών, εξαγωγών, τεχνολογίας, επενδύσεων και προς τις δύο κατευθύνσεις, στρατηγικών και άλλων απαραίτητων συνεργασιών, κατανόησης και ενημέρωσης για τις εξελίξεις και προοπτικές, καθώς και δημιουργίας του κατάλληλου διεθνούς πλαισίου (π.χ. προστασία της φέτας, κανόνες εμπορίου και συναλλαγών, θεσμικό διμερές μα και πολυμερές πλαίσιο σε όλα τα θέματα που αφορούν την ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών κ.λπ.) Το εθνικό επιχειρηματικό και επενδυτικό πλαίσιο πρέπει να προσαρμόζεται συνεχώς και οι δράσεις του ιδιωτικού τομέα και του κράτους να είναι συμπληρωματικές και αποτελεσματικές».

Ο ίδιος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει εθνικό σχέδιο ανάπτυξης δίχως ιδιαίτερα αναπτυγμένη οικονομική διπλωματία, απλούστατα διότι δεν μπορεί να επιτύχει η εθνική προσπάθεια ανάπτυξης αν δεν προσαρμοστεί και δεν συνδεθεί λειτουργικά και άμεσα με τις εξελίξεις της παγκόσμιας οικονομίας. Ο λόγος δε που η χώρα μας δεν αξιοποίησε όσο θα έπρεπε αυτό τον «άσο» στο «μανίκι» της είναι η έλλειψη ξεκάθαρης οικονομικής πολιτικής και εθνικού σχεδίου ανάπτυξης στα οποία πρέπει να στηρίζεται η οικονομική διπλωματία.

«Οι ελληνικές θέσεις, κυρίως όσον αφορά το χρέος, δεν έχουν γίνει αρκετά κατανοητές στους ευρωπαίους πολίτες. Η λιτότητα αναγνωρίζεται πια ευρέως ως υπερβολική και άδικη, αλλά η εικόνα της χώρας μας βασικά υποφέρει διότι δεν μπορέσαμε να βάλουμε πειστικά την οικονομία μας σε τροχιά ανάπτυξης μετά από τόσα χρόνια κρίσης. Πολλά μηνύματα ακόμα τονίζουν το ότι δεν έχουν γίνει σημαντικές μεταρρυθμίσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας μας, πράγμα το οποίο μεταφράζεται σαν κάποια ασυνέπεια. Η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων βοήθησε σημαντικά στο σημείο αυτό, αλλά δεν αρκεί».

Η πραγματικότητα είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει κατορθώσει ακόμη να πείσει ότι μπορεί να ενσωματώσει στην οικονομική της πολιτική και στην κυριαρχούσα νοοτροπία της κοινωνίας της τα μεγάλα μαθήματα της μετάλλαξης που συντελείται στην παγκόσμια οικονομία. Η ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής της βάσης, ο κεντρικός ρόλος της υψηλής τεχνολογίας και η ανάγκη επαναβιομηχάνισης της χώρας, η ανάγκη δημιουργίας θετικού πλαισίου επιχειρηματικότητας και επενδύσεων, η ανάγκη καθοριστικής καταπολέμησης των ιστορικών παθογενειών (διαφθορά, υπερφορολόγηση της παραγωγής, δυσλειτουργία της δημόσιας διοίκησης κ.λπ.), η ανάγκη ενσωμάτωσης στις παγκόσμιες αγορές και στις αλυσίδες αξίας και άλλα, αποτελούν, για τον κ. Παγκράτη, το σωστό μείγμα σοβαρής οικονομικής πολιτικής για τη χώρα. «Όταν έρθει η ευλογημένη ώρα όπου τα στοιχεία αυτά κι άλλα θα συγκεντρωθούν σε μια πειστική πρόταση διακυβέρνησης και θα υπάρχει μια τέτοια σωστή βάση οικονομικής πολιτικής, τότε η οικονομική διπλωματία θα είναι ένα πολυτιμότατο στοιχείο, συμπληρωματικό και απαραίτητο στην επιτυχία του εθνικού σχεδίου ανάπτυξης» καταλήγει.