• Σήμερα είναι: Κυριακή, 29 Νοεμβρίου, 2020

Η χρηματοοικονομική κατάσταση των ασφαλιστικών εταιρειών.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΚΑΣΣΟΣ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΓΕΝΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ, ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΛΑΔΟ, KPMG

 

Η KPMG, για δεύτερη συνεχή χρονιά, με σκοπό την ποιοτική μελέτη του κλάδου της ιδιωτικής ασφάλισης, πραγματοποίησε ανάλυση των οικονομικών καταστάσεων σε δείγμα δεκαεννέα εταιρειών ιδιωτικής ασφάλισης για τη χρήση που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2011, που αποτελούν το 85% και 38% σε όρους παραγωγής για τους κλάδους Ζημιών και Ζωής αντίστοιχα. 

 

H ανάλυση αυτή της KPMG αναδεικνύει τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος από την οικονομική κρίση, τις ζημιές από την ανταλλαγή των ομολόγων, καθώς και την έλλειψη ρευστότητας και αναγκαίων κεφαλαίων και περιλαμβάνει και τον σχολιασμό από ανώτατα στελέχη της αγοράς σε κρίσιμα επιμέρους θέματα που αγγίζει η έρευνα.

Τα σημαντικότερα θέματα που αναδείχτηκαν από την ανάλυση αυτή μπορούν να ομαδοποιηθούν ως εξής:

– Η συνολική κεφαλαιοποίηση των υπό ανάλυση εταιρειών κατέστη για πρώτη φορά αρνητική (ζημιές), κάτι που οφείλεται κατά κύριο λόγο στις ζημιές που εγγράφηκαν την 31η Δeκεμβρίου 2011 για τις απομειώσεις των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου στο πλαίσιο του προγράμματος ανταλλαγής ομολόγων (PSI). Το σύνολο των ζημιών από την ανταλλαγή θα αποτυπωθεί στο 2012, ενώ η συνολική έκθεση του ασφαλιστικού κλάδου υπολογίζεται στα 5 δισ. ευρώ, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς.

– Η ανάλυση δείχνει ότι χωρίς (ανα) κεφαλαιοποίηση μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων δεν είναι σε θέση να καλύψει άμεσα τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις χωρίς τη ρευστοποίηση απαιτήσεων ή και ακίνητης περιουσίας. Η ανακεφαλαίωση που πρέπει να γίνει αναμένεται να είναι πολύ σημαντική.

– Το πρόβλημα είσπραξης των ασφαλίστρων φαίνεται να παραμένει σημαντικό, αναμένοντας ουσιαστικά την απόφαση της Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΔΕΙΑ) της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία θα καθορίζει τους χρόνους απόδοσης των ασφαλίστρων από τους διαμεσολαβητές στις ασφαλιστικές εταιρείες. Ωστόσο, λόγω και της τρέχουσας οικονομικής συγκυ- ρίας αλλά και της ύπαρξης ανοιχτών διακανονισμών για τις παλαιές οφειλές, το ύψος των ανείσπρακτων δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα στα επιθυμητά επίπεδα.

– Σημαντική μείωση παρατηρείται στο δείκτη Ζημιών για την κάλυψη Αστικής Ευθύνης Αυτοκινήτου, λόγω κυρίως
της τρέχουσας αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του στόλου των αυτοκινήτων και της επακόλουθης μεταβολής στα επίπεδα σφοδρότητας και συχνότητας των ατυχημάτων, όπως αποτυπώνεται και στα στατιστικά στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας. Τα αποτελέσματα αυτά όμως μπορεί να είναι παροδικά λόγω και του «πολέμου» στις τιμές και τα τιμολόγια των ασφαλίστρων.

Θεωρητικά (μη λαμβάνοντας υπόψη άλλους παράγοντες), θα πρέπει κανείς να περιμένει ότι το ποσοστό που προκύπτει από τον εν λόγω δείκτη συνάδει ή καλύπτει τη μέση διάρκεια τακτοποίησης ζημιών, που για τον κλάδο του αυτοκινήτου μπορεί να περνά το ένα έτος και να φτάνει τα δύο ή και περισσότερα σε κάποιες περιπτώσεις, ανάλογα και με το ύψος των δικαστικών υποθέσεων. Για παράδειγμα, αν η μέση διάρκεια είναι στα δύο έτη, τότε ένα λογικό αποτέλεσμα θα ήταν στο 200%.

«Τα ποσοστά αποθεματοποίησης της κάθε εταιρείας αποτελούν σε ώριμες αγορές στοιχείο που δημοσιεύεται και αξιολογεί την ωριμότητα της αγοράς στο σύνολό της, αλλά και της κάθε εταιρείας σε σχέση με την επάρκεια των σχετικών αποθεμάτων.

Η επάρκεια των αποθεμάτων εκκρεμών ζημιών αποτελεί καθρέφτη της ρευστότητας που η κάθε εταιρεία κατέχει προκειμένου να αποζημιώσει δίκαια αλλά και έγκαιρα τους δικαιούχους. Άλλωστε, η τροφοδοσία των αποθεμάτων με επαρκή κεφάλαια δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί όταν το ασφάλιστρο είναι τεχνικά ανεπαρκές. Μία από τις σοβαρότερες ιδιαιτερότητες της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς σχετίζεται με τη χρονική υστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης, αφού οι εκκρεμείς δικαστικά υποθέσεις επιτρέπουν σε αρκετές περιπτώσεις την “χρόνια” αποθεματοποίηση και την εξόφληση απαίτησης δικαιούχου αποζημίωσης μετά από πολλά έτη.

Οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις αναφορικά με τη λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου Αυτοκινήτου αποτελούν ενθαρρυντικό βήμα, καθώς ωθούν την αγορά προς μία ορθότερη και ωριμότερη διαχείριση των αποθεμάτων εκκρεμών ζημιών του κλάδου Ασφάλισης Αυτοκινήτου. Η υπευθυνότητα με την οποία ο καταναλωτής επιλέγει την ασφαλιστική του εταιρεία διαδραματίζει κι αυτή ουσιαστικό ρόλο στον εξορθολογισμό της αγοράς. Περιμένουμε δηλαδή ωριμότερους καταναλωτές στην επιλογή της ασφαλιστικής τους εταιρείας και έγκαιρα πλήρη αποθεματοποίηση των υποχρεώσεων από τις ασφαλιστικές εταιρείες.

Δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε, τέλος, την καλύτερη θωράκιση της οδικής ασφάλειας και την τήρηση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας, αφού και οι δύο συμβάλλουν ουσιαστικά στη μείωση της συχνότητας ατυχημάτων αλλά και του μέσου κόστος των ζημιών, σε όφελος του τελικού καταναλωτή, ο οποίος θα κληθεί τελικά να καταβάλλει χαμηλότερα ασφάλιστρα».

Πέτρος Παπανικολάου

Γενικός διευθυντής Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία (ΑΑΕ)

 

Δείκτες Ζημιών (Loss ratio)

Από τον δείκτη προκύπτει μια σαφής μείωση του κόστους των αποζημιώσεων από το επίπεδο του 75% το 2010, στο 69% το 2011, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη βελτίωση των λειτουργικών αποτελεσμάτων. Η μείωση αυτή θεωρείται σημαντική και έρχεται ως αποτέλεσμα του φαινομένου μείωσης της σφοδρότητας και συχνότητας των ατυχημάτων στην Ελλάδα που παρατηρείται τελευταία, λόγω κυρίως της μείωσης της κυκλοφορίας των οχημάτων.

Η μείωση των ατυχημάτων σε όλες τις κατηγορίες αποτυπώνεται και με τον καλύτερο τρόπο από τα στατιστικά στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως εμφανίζονται στο σχετικό πίνακα.

 

Ρευστότητα (Liquidity)

Ο δείκτης «Άμεσης» Κάλυψης Ασφαλιστικών Υποχρεώσεων αφορά τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις και τα διαθέσιμα προς τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Ο δείκτης Κάλυψης Ασφαλιστικών Υποχρεώσεων περιλαμβάνει ό,τι και ο προηγούμενος δείκτης, λαμβάνοντας υπόψη ωστόσο και τις απαιτήσεις από χρεώσεις ασφαλίστρων.

Ο δείκτης Ρευστότητας, όπως αναφέρεται στο σχετικό διάγραμμα, με επίπεδο κάτω της μίας μονάδας υποδηλώνει ότι η επιχείρηση δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα στην τακτοποίηση των ασφαλιστικών της υποχρεώσεων χωρίς τη ρευστοποίηση βραδέως κινούμενων στοιχείων και ακίνητης περιουσίας.

«Σε περιβάλλον οικονομικής κρίσης ο κίνδυνος ρευστότητας είναι ο σημαντικότερος κίνδυνος που καλείται να διαχειρισθεί αποτελεσματικά μια επιχείρηση, ώστε να εξασφαλίσει όχι μόνο τη βιωσιμότητα αλλά και την ανάπτυξή της. 

Οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις καλούνται σήμερα, με το νέο χρηματοοικονομικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί, να εισαγάγουν νέες καινοτόμες ιδέες, να αναλάβουν με δράσεις την ανάπτυξη νέων δομών, με την ορθή αξιοποίηση της τεχνολογίας.

Ένας τρόπος που θα δημιουργούσε προστιθέμενη αξία θα μπορούσε να είναι η αλλαγή της διαδικασίας διαχείρισης των εισπράξεων ασφαλίστρων, που παραδοσιακά στις Γενικές Ασφαλίσεις γίνονται από τους διαμεσολαβητές, σε απευθείας είσπραξη από τον πελάτη. Αυτό θα εξασφάλιζε την αύξηση των ταμειακών ροών, τη μείωση της έκθεσης στον κίνδυνο απάτης, μείωση έως εξάλειψη των επισφαλών απαιτήσεων, μείωση της ανάγκης κεφαλαιοποίησης λόγω των μειωμένων υπολοίπων χρεωστών (Solvency II – Εποπτικός Ισολογισμός) και τελικά την βελτίωση της ρευστότητας.

Ο αποτελεσματικός έλεγχος και η διαχείριση της ρευστότητας μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ μιας σύγχρονης καλοδιαχειριζόμενης και μιας μη αποδοτικής επιχείρησης».

Κάρολος Σαΐας

Διευθύνων Σύμβουλος, INTERASCO Α.Ε.Γ.Α.

 

Έξοδα Πρόσκτησης και Γενικά Έξοδα (Acquisition and General Expenses)

«Ο κλάδος της Αστικής Ευθύνης Αυτοκινήτων χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό, έλλειψη αυστηρού εποπτικού πλαισίου (κυρίως πριν τη δημιουργία της ανεξάρτητης εποπτικής αρχής) όσον αφορά τον σχηματισμό αποθεμάτων και την αδυναμία ορθού σχηματισμού προβλέψεων για επισφαλή ακίνητα που συντελούν στη διαμόρφωση των ασφαλίστρων και των εξόδων πρόσκτησης. 

Το τοπίο των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών στον κλάδο της Αστικής Ευθύνης Αυτοκινήτων χαρακτηρίζεται επίσης από τις πυραμίδες των μεγαλοασφαλιστικών πρακτόρων, οι οποίοι στοχεύουν με τις συμπράξεις τους στον έλεγχο της αγοράς και στη διαμόρφωση υψηλότερων αμοιβών (προμηθειών) από τις ασφαλιστικές εταιρείες.

Προς την ίδια κατεύθυνση των υψηλών προμηθειών στρέφεται επίσης (για λόγους όμως κάλυψης των υψηλών τους διαχειριστικών εξόδων και χαμηλού περιθωρίου κέρδους) ένα πλήθος πρακτόρων με μικρά χαρτοφυλάκια παραγωγής.

Επίσης, στην ασφαλιστική αγορά έχουν διαμορφωθεί νομοθετικές και εποπτικές πρωτοβουλίες και ρυθμίσεις που θα αλλάξουν σημαντικά το σημερινό περιβάλλον δραστηριοποίησης των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, όπως η νέα πρόταση Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (ΙMD2), πρόταση Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα έγγραφα βασικών πληροφοριών (Key Information Document KID) και τέλος το υπό διαβούλευση ΠΔΤΕ για το ΣΕΕ, στο οποίο, αναφορικά με τα δίκτυα συνεργατών, προβλέπεται ότι οι αμοιβές των διαμεσολαβητών θα διαμορφώνονται στο πλαίσιο εγκεκριμένης από το Δ.Σ διαδικασίας τιμολόγησης των προσφερομένων προϊόντων, καθώς και ότι η έγκαιρη καταβολή των προμηθειών προς αυτούς θα συναρτάται με τον χρόνο απόδοσης των ασφαλίστρων.

Επιπλέον, οι αυτοματισμοί των εργασιών (μηχανογραφική αναβάθμιση), ο ηλεκτρονικός φάκελος ζημιών, αλλά και οι συνεργασίες (outsource) με εξειδικευμένες εταιρείες ζημιών θα μειώσουν περαιτέρω τα λοιπά λειτουργικά (γενικά) έξοδα των εταιρειών.

Στην ασφαλιστική αγορά οι διαμορφούμενες συνθήκες εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε περαιτέρω μείωση των εξόδων πρόσκτησης και γενικών εξόδων, που θα προέλθει από τον περιορισμό του πλήθους των ασφαλιστικών εταιρειών (συγχωνεύσεις – εξαγορές, ανακλήσεις αδειών) που αναμένεται να συμβούν, αφενός, λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας που διαμορφώνει το υφιστάμενο δυσμενές μακροοικονομικό περιβάλλον και, αφετέρου, λόγω των υφισταμένων ζημιών που προκλήθηκαν στις ασφαλιστικές εταιρείες λόγω του PSI αλλά και του νέου προς εφαρμογή νομοθετικού πλαισίου (Solvency II), οι απαιτήσεις του οποίου σε εποπτικά και μόνον κεφάλαια είναι υπερδιπλάσιες του υφιστάμενου πλαισίου».

Κωνσταντίνος Φιλίππου

Αντιπρόεδρος Δ.Σ. της Αγροτικής Ασφαλιστικής

 

Κεφαλαιοποίηση και Αποτελέσματα (Capitalization & Results)

Παρατηρείται σημαντική απόκλιση μεταξύ των δύο οικονομικών αναφορών (για εποπτική – εμπορική νομοθεσία), η οποία σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να είναι σημειωτέα, για να μην υπάρχει σύγχυση στους χρήστες και κυρίως στους ασφαλισμένους, που συνήθως δεν έχουν τη σχετική εμπειρία για την ανάλυση και κατανόησή τους. Η υποχρεωτική εφαρμογή των ΔΠΧΑ σε όλη την ασφαλιστική αγορά θα βοηθούσε προς αυτήν την κατεύθυνση.

 

Αποδοτικότητα και Δραστηριότητα (Performance & Activity Ratios)

Το ύψος των ανείσπρακτων απαιτήσεων δεν έχει βελτιωθεί, λόγω κυρίως της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, αλλά και του διακανονισμού των παλαιών οφειλών που ακόμη εκκρεμούν.

Αν συνυπολογίσουμε ότι ο δείκτης περιλαμβάνει και τους κλάδους Ζωής, στους οποίους ο χρόνος είσπραξης είναι σαφώς μικρότερος, γίνεται αντιληπτό ότι για τους κλάδους Γενικών Ασφαλίσεων τα αποτελέσματα είναι δυσμενέστερα, αγγίζοντας κατά μέσο όρο τους πέντε με έξι μήνες εκκρεμότητας.

«Η παρακολούθηση επίκαιρων και επεξηγηματικών δεικτών για τη μέτρηση της αποδοτικότητας και της δραστηριότητας κάθε επιχείρησης ήταν πάντοτε σημαντική για τη διοίκηση και το μέλλον της. Ιδιαίτερα δε σε καιρούς που χαρακτηρίζονται από μεταβλητότητα και αβεβαιότητα, η σχετική τους σημασία αυξάνεται και μπορεί να αποδειχθεί καίρια.

Από τους δείκτες της μελέτης θεωρώ ξεχωριστά σημαντικούς τους δείκτες Εισπραξιμότητας και φυσικά το συνολικό δείκτη Combined Ratio.

Ο δείκτης Εισπραξιμότητας αποτυπώνει με σαφήνεια τη ρευστότητα που προέρχεται από τη λειτουργική δραστηριότητα κάθε επιχείρησης και ειδικά σήμερα στην Ελλάδα είναι καθοριστικός. Το γεγονός ότι από την έρευνα προκύπτει στασιμότητα είναι ανησυχητικό, καθότι όλες οι εταιρείες του κλάδου έχουν –με τον ένα ή άλλο τρόπο– λάβει συγκεκριμένα μέτρα μείωσης της μέσης διάρκειας των ανείσπρακτων απαιτήσεών τους. Είναι σαφές ότι ο εν λόγω δείκτης έχει σημαντικές διαφορές μεταξύ εταιρειών Ζωής και Γενικών Ασφαλίσεων και θα ήταν προτιμότερη η ξεχωριστή παρακολούθησή τους.

Ο συνολικός δείκτης Combined Ratio, είτε ξεχωριστά για την Αστική Ευθύνη Αυτοκινήτων είτε για το σύνολο των εργασιών, είναι απόλυτα καθοριστικός και αποτυπώνει το τεχνικό αποτέλεσμα της ασφαλιστικής λειτουργίας, δηλαδή δεν περιλαμβάνει το προϊόν από επενδύσεις. Το γεγονός ότι σταδιακά βελτιώνεται στην αγορά μας είναι μία θετική εξέλιξη και αντικατοπτρίζει μία πιο επαγγελματική κι τεχνοκρατική προσέγγιση της ασφάλισης, τόσο από πλευράς των επιχειρήσεων όσο και από την εποπτεία».

Θεόδωρος Κοκκάλας

Διευθύνων Σύμβουλος, ERGO Ασφαλιστική Εταιρία Ζημιών Α.Ε.

 

Συμπερασματικά

Σχολιάζοντας τα δεδομένα της έρευνας, ο κ. Φίλιππος Κάσσος, αναπληρωτής γενικός διευθυντής στο ελεγκτικό τμήμα των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων της KPMG και ορκωτός ελεγκτής λογιστής, τονίζει ότι οι ιδιοκτήτες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων βρίσκονται, περισσότερο από ποτέ, στο δίλημμα της συνέχισης ή όχι της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα. Όπως και σε κάθε στρατηγική κίνηση, χρειάζεται αξιολόγηση των θετικών και αρνητικών στοιχείων πριν τη λήψη της απόφασης, ενώ, εξαιτίας του γεγονότος ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα κεφάλαια που απαιτούνται είναι συγκριτικά σημαντικά, η απόφαση για έξοδο από τον κλάδο και η ενοποίησή του αποτελεί μονόδρομο.

Στα θετικά της συνέχισης της λειτουργίας των επιχειρήσεων περιλαμβάνονται οι προοπτικές ανάπτυξης του κλάδου, ο οποίος παραμένει σε χαμηλά επίπεδα διείσδυσης σε σχέση με το ΑΕΠ αλλά και η δυσμενής θέση του δημοσίου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και συντάξεων, παράγοντες που ανοίγουν παράθυρα ευκαιριών. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ασφάλισης (CEA Statistics), η παραγωγή ασφαλίστρων προς το ΑΕΠ είναι κατά μέσο όρο 8% στο σύνολο της Ευρώπης ενώ κυμαίνεται από 1,3% στην Τουρκία στο 13% στην Ολλανδία. Η Ελλάδα διαχρονικά
είναι κοντά στο επίπεδο του 2%. Από την άλλη πλευρά, η κυριότερη αφορμή για την παύση των λειτουργιών είναι η καταβολή τεράστιων, συγκριτικά με το μέγεθος των επιχειρήσεων, ποσών που απαιτούνται για την ανακεφαλαίωσή τους, ως αποτέλεσμα της ανταλλαγής των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, αλλά και τις αυξημένες ανάγκες κεφαλαίων για το νέο Πλαίσιο Φερεγγυότητας (Solvency II).

Στις ασφαλίσεις Ζωής με συμβόλαια εγγυημένης απόδοσης της τάξης του 5% ή 4,25% το πρόβλημα με την ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων είναι ακόμη εντονότερο, ενώ έχει πλέον και στοιχεία δομικά, λόγω της αλλαγής της σύνθεσης των επενδύσεων και την τοποθέτηση σε νέα περιουσιακά στοιχεία χαμηλών αποδόσεων (χαμηλά επιτόκια), που δεν συνάδουν με τις παρεχόμενες εγγυήσεις των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Οι διαφορές επιτοκίων μεταξύ επενδύσεων και εγγυήσεων μπορεί να ξεπερνούν ακόμη και το 3%, που συνεπάγεται ανάγκες για κατ’ έτος (νέο) κεφάλαιο ίσο με τη διαφορά του επιτοκίου επί του ύψους των σχηματισμένων ασφαλιστικών αποθεμάτων.

Από την πλευρά της Αστικής Ευθύνης Αυτοκινήτου φαίνεται ότι η μείωση του δείκτη ζημιών συμβάλλει στην κερδοφορία ή την κάλυψη ζημιών από άλλους κλάδους. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν αναμένεται να διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, λόγω του αυξανόμενου “πολέμου τιμών” που ήδη έχει ξεκινήσει. Στο σημείο αυτό απαιτείται και η εποπτική παρέμβαση για την αποφυγή “πτωχευτικών” τιμολογίων που διαστρεβλώνουν την αγορά.

Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται πλέον αντιληπτό ότι ο προληπτικός έλεγχος από πλευράς εποπτείας θα πρέπει να έρθει στο ίδιο επίπεδο προτεραιότητας με τον κατασταλτικό, μέσω της αξιολόγησης της ικανότητας του επιπέδου ανάληψης κινδύνου της κάθε εταιρείας σε σχέση με τα διαθέσιμα κεφάλαια, αλλά στο επίπεδο προέγκρισης τιμολογίων και όρων αυτών πριν την κυκλοφορία νέων προϊόντων. Η περίοδος μεταξύ της παραγωγής και είσπραξης ασφαλίστρων μέχρι τον κατασταλτικό έλεγχο φερεγγυότητας μίας επιχείρησης είναι ως επί το πλείστον πολύ μεγάλη, με συνέπεια τη χαμηλή αντίδραση της εποπτείας σε περιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού.

Τέλος, οι σχεδιαζόμενες αποφάσεις της εποπτικής αρχής σχετικά με τον εσωτερικό έλεγχο και την εταιρική διακυβέρνηση, αλλά και τις σχέσεις των διαμεσολαβούντων με τις ασφαλιστικές εταιρείες, κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Όπως γίνεται αντιληπτό, οι εταιρείες που ακολουθούν μια συντηρητική πολιτική τόσο στο θέμα των επενδυτικών επιλογών όσο και στο θέμα της αποθεματοποίησης και κεφαλαιοποίησης θα έχουν πάντα τις λιγότερες επιπτώσεις από απότομες μεταβολές στο επενδυτικό περιβάλλον και τους κινδύνους, όπως την ανταλλαγή ομολόγων και την κεφαλαιοποίηση για το νέο Πλαίσιο Φερεγγυότητας. Λόγω της αστάθειας των αγορών, οι επιπτώσεις από τις απότομες ή ακραίες αλλαγές στο επενδυτικό περιβάλλον και τους κινδύνους θα πρέπει περισσότερο από ποτέ να λαμβάνονται υπόψη κατά τον στρατηγικό σχεδιασμό και την ανάληψη κινδύνου από το σύνολο των επιχειρήσεων της αγοράς.