• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου, 2020

Ιστορία της λογιστικής στην Ελλάδα: Η αρχή της λογιστικής Κωνσταντίνος Ι. Νιφορόπουλος, (ΩΡΙΩΝ)

Κωνσταντίνος Ι. Νιφορόπουλος Ορκωτός Ελεγκτής – Λογιστής, ΩΡΙΩΝ Α.Ε.

* Μεσοποταμία ονομάστηκε για πρώτη φορά από τους αρχαίους Έλληνες η περιοχή την οποία διαρρέουν δύο ποταμοί, ο Τίγρης (στα ανατολικά) και ο Ευφράτης (στα δυτικά), και στην οποία αναπτύχθηκαν κυρίως οι αρχαίοι πολιτισμοί των Σουμερίων και των Βαβυλωνίων.

«ὃ ἐὰν παραδίδως, ἐν ἀριθμῷ καὶ σταθμῷ,

καὶ δόσις καὶ λῆψις, πάντα ἐν γραφῇ·»

(«Μη εντραπής να μετράς και να ζυγίζης με ακρίβειαν κάθε τι,

που δίδεις στους ανθρώπους σου, και να καταγράφης κάθε δοσοληψίαν σου»)

Παλαιά Διαθήκη, Σοφία Σειράχ 42,7

Η αρχή της λογιστικής, της καταγραφής δηλαδή των δοσοληψιών με συστηματικό τρόπο, χάνεται στα βάθη της ιστορίας και η εξέλιξή της συνδέεται στενά με την ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας και του εμπορίου.

Ο «πυρήνας» της δραστηριότητας της λογιστικής είναι η ύπαρξη αποθεμάτων και η ανάγκη ύπαρξης «συναλλαγών» μεταξύ των ανθρώπων.
Η ανάγκη παρακολούθησης των συναλλαγών οδήγησε από πολύ νωρίς στην εφαρμογή συστημάτων παρακολούθησης και ελέγχου αυτών.

Αποδεικτικά στοιχεία οικονομικών/λογιστικών καταγραφών έχουν βρεθεί σε κείμενα διάφορων λαών της αρχαιότητας (Σουμέριων, Βαβυλώνιων, Αιγύπτιων, Ελλήνων, Ρωμαίων κ.λπ.)

«Η παρόρμησή μας να λογαριάζουμε –να καταμετρούμε και να καταγράφουμε τον πλούτο μας– είναι ένα από τα παλιά ανθρώπινα ορμέμφυτα. Μάλιστα από ό,τι φαίνεται η γραφή, ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπου, επινοήθηκε από τους λογιστές. Η λογιστική, πέρα από τη συμβολή της στην επινόηση της γραφής, παίζει σημαντικό ρόλο στον ανθρώπινο πολιτισμό, διότι επηρεάζει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο και διαμορφώνει τις πεποιθήσεις μας. Για να πάρουμε αυτό το πρώιμο παράδειγμα, η επινόηση της καταμέτρησης μέσω αντικειμένων στη Μεσοποταμία* υπήρξε σημαντική, όχι μόνο επειδή διευκόλυνε τις οικονομικές ανταλλαγές και γέννησε τη γραφή αλλά και επειδή ενθάρρυνε τους ανθρώπους να προσεγγίσουν τον περιβάλλοντα κόσμο με όρους μετρήσιμων αποτελεσμάτων. Για πρώτη φορά είχαμε στη διάθεσή μας εργαλεία που μας επέτρεψαν να μετρήσουμε και να υπολογίσουμε –να προσδιορίσουμε ποσοτικά– τον περιβάλλοντα κόσμο και να καταγράψουμε τα ευρήματα μας» (Jane Gleeson-White, Διπλογραφία. Πώς οι έμποροι της Βενετίας δημιούργησαν τα σύγχρονα χρηματοοικονομικά, μτφρ. Αργύρης Παπασυριόπουλος, επιστ. Επιμ. Γεώργιος Κόντος, Διπλογραφία, Αθήνα 2015)

«Η ανάγκη για τη γραφή γεννιέται όταν το μήνυμα που πρέπει να μεταφερθεί γίνεται ιδιαίτερα σύνθετο και γι’ αυτό δεν είναι δυνατό να απομνημονευθεί. Και αυτό συμβαίνει μέσα σε σύνθετες κοινωνικές συνθήκες, όπως περιγράφει το παραμύθι: πόλεις, άρχοντες και υπήκοοι, εμπορικές συναλλαγές, ναοί.

Η μνήμη του ταλαίπωρου απεσταλμένου δεν επαρκεί πια για να απομνημονεύσει τις οδηγίες του άρχοντα που αφορούν εμπορικές συναλλαγές, με τον ίδιο τρόπο που η μνήμη του θησαυροφύλακα του παλατιού ή του ναού δεν φτάνει για να θυμάται τον πλούτο που βρίσκεται αποθηκευμένος εκεί. Χρειάζεται πια ένα εργαλείο που θα λύσει το πρόβλημα, και αυτό είναι η γραφή.

Από την παλαιολιθική εποχή (και πιο κοντά προς το τέλος της: 30.000-10.000 π.Χ.) προέρχονται κάποια ευρήματα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρακολούθηση της πορείας που οδηγεί προς τη γραφή. Πρόκειται για κομμάτια από κόκκαλο πάνω στα οποία είναι χαραγμένες γραμμές στη σειρά. Οι ειδικοί (ή τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς) υποθέτουν ότι πρόκειται πιθανότατα για μια πρωτόγονη μορφή αρίθμησης: κάθε χαραγμένη γραμμή καταγράφει ένα αντικείμενο που ενδιαφέρει αυτόν που χάραξε τη γραμμή. Αν αυτή είναι η σωστή ερμηνεία των αντικειμένων αυτών, τότε βρισκόμαστε μπροστά στον πρόγονο της γραφής. Τα σημάδια αυτά δεν είναι γραφή, γιατί δεν καταγράφουν τη γλώσσα και τους ήχους της, αλλά γεννιούνται από την ίδια, βασικά, ανάγκη που θα γεννήσει πολύ αργότερα τη γραφή: την ανάγκη να αποκτήσει η πληροφορία μια μονιμότητα, που θα τη διατηρήσει πέρα από τον χρόνο κατά τον οποίο πρωτοεμφανίστηκε και έτσι θα αποσυνδεθεί από το συγκεκριμένο άτομο που τη λέει.

Η ύπαρξη αποθεμάτων (δηλαδή αγαθών που ξεπερνούν τις άμεσες ανάγκες των καταναλωτών) δημιούργησε, βέβαια, την κοινωνική ιεραρχία. Οι άρχοντες είναι το αποτέλεσμα της ύπαρξης πλεονάζοντος πλούτου, πλούτου που περισσεύει. Άρχοντες είναι αυτοί που οικειοποιούνται (κάνουν δικό τους) το πλεόνασμα που οφείλεται στη νέα οικονομική οργάνωση –στον γεωργικό τρόπο παραγωγής. Η κοινωνική ιεραρχία (άρχοντες, ιερείς, υπήκοοι, ελεύθεροι ή δούλοι) είναι η νέα σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα που γεννιέται σιγά-σιγά με την εγκατάσταση και τη βελτίωση (για την οποία σημαντικό ρόλο θα παίξει αργότερα η ανακάλυψη και η χρήση των μετάλλων) του γεωργικού τρόπου παραγωγής. […]

Η μέτρηση και η καταγραφή της πλη­ροφορίας

Τα μυστικά της γραφής

Πρώτο μυστικό: Το πρώτο και αρχαιότερο κίνητρο για τη δημιουργία ενός συστήματος καταγραφής, και επομένως διατήρησης, της πλη­ροφορίας ήταν η αρίθμηση. Ενδείξεις γι’ αυτό βρίσκουμε ήδη στην παλαιολιθική εποχή.

Δεύτερο μυστικό: Το κίνητρο αυτό γίνεται ισχυρότερο και συνθετότε­ρο με την ανακάλυψη και εγκατάσταση του γεωργικού τρόπου πα­ραγωγής (νεολιθική εποχή). Η δημιουργία πλεονάσματος αγαθών και η συνακόλουθη συνθετότερη κοινωνική οργάνωση κάνουν επι­τακτικότερη την ανάγκη ενός (ανεπτυγμένου) λογιστικού συστή­ματος καταγραφής της πληροφορίας.

Τρίτο μυστικό: Η παραπέρα οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη θα οδηγήσει στην ανάγκη ενός συστήματος καταγραφής της πληρο­φορίας που υπερβαίνει τις λογιστικές ανάγκες. Αυτό συμβαίνει στην περίοδο 4000-3000 π.Χ. με την ανάπτυξη πλούσιων, πο­λυάνθρωπων πόλεων στην Εγγύς Ανατολή. Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα θα αναδειχθούν οι αδυναμίες ενός σημασιογραφικού συστήματος για την καταγραφή της πληροφορίας. Έτσι θα προκύψουν, βαθμιαία, συλλαβικά συστήματα γραφής (κατά πολύ οικονομικότερα και αποτελεσματικότερα), για να οδηγηθούμε, στα τέλη της δεύτερης και στις αρχές της πρώτης προχριστιανικής χιλιετίας, στην ανακάλυψη της αλφαβητικής γραφής».

(Α.-Φ. Χριστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών – Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 2005).

Σουμέριοι, Βαβυλώνιοι και Αιγύπτιοι

«Πολλά από τα πρώτα γραπτά κείμενα είναι συμβόλαια αγοράς, αποδείξεις παραλαβής και λογαριασμοί… Αυτό που ήταν μια απλή καταγραφή σε αρχεία και αφορούσε τον αριθμό των ζώων σε ένα κοπάδι, την ποσότητα της σοδειάς, τις ημέρες εργασίας, το μοίρασμα της τροφής και το εμπόριο των σκλάβων, ξεκίνησε πολύ νωρίς στα αρχεία των ναών των Σουμέριων. Στο πέρασμα των αιώνων έγινε ένα από τα πιο σημαντικά ντοκουμέντα που μας παρέχουν πληροφορίες για τις αγορές και τις πωλήσεις, όπως και τα οικονομικά πρακτικά των Σουμέριων. Εκατοντάδες χιλιάδες πήλινες πλάκες που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 100 χρόνων μας επιτρέπουν να εξετάσουμε τα οικονομικά μιας χώρας της οποίας η ιστορία μας είναι γνωστή μόνον αποσπασματικά και χωρίς να μπορούμε να μιλήσουμε με βεβαιότητα για τις ακριβείς χρονολογίες…

Σύντομα ήταν σε θέση να γνωρίζουν ότι η απλή αρίθμηση σε καταλόγους δεν ήταν αρκετή για να συλλάβουν όλους τους τομείς της οικονομίας.

Έτσι άρχισαν να κρατούν λογιστικά βιβλία για να μπορούν να γνωρίζουν με λεπτομέρειες τα πάντα σε όλους τους τομείς της οικονομίας και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για το εμπόριο, που είχε ήδη ξεκινήσει με άλλες εμπορικές πόλεις της χώρας και με εμπορικά κέντρα του εξωτερικού» (Helmut Uhlig, Οι Σουμέριοι: Ένας λαός στις απαρχές της ιστορίας, μτφρ. Μαρούλα Κόντη, Κονιδάρης, Αθήνα 2003).

«Όλοι οι πολιτισμοί κατέγραψαν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο τις εμπορευματικές τους συναλλαγές, ενώ πολλά από τα εξοχότερα τεχνουργήματα της ιστορίας σχετίζονται με την καταμέτρηση. Ο κώδικας Χαμουραμπί, στον οποίο είναι καταγεγραμμένοι 282 νόμοι της Βαβυλώνας και ο οποίος χρονολογείται γύρω στο 1790 π.Χ., περιέχει πολλούς νόμους που σχετίζονται με την καταμέτρηση. Λόγου χάριν, ιδού ο νόμος 104: “Εάν ο έμπορος έχει δώσει στον αντιπρόσωπό του καλαμπόκι, μαλλί, λάδι ή οποιοδήποτε άλλο αγαθό προς διακίνηση, ο αντιπρόσωπος θα καταγράψει την τιμή και θα την παραδώσει στον έμπορο. Ο αντιπρόσωπος θα λάβει σφραγισμένο υπόμνημα για την τιμή, το οποίο θα δώσει στον έμπορο”» (Jane Gleeson-White, ό.π.)

«Όλοι οι κοινωνικοί τομείς τους οποίους μόλις αναλύσαμε –οι ναοί, τα ανάκτορα (ή τα βασιλικά αξιώματα γενικά), το karum και η πλούσια επιχειρηματική ελίτ– χρησιμοποιούσαν τους γραφείς. Ο κύριος σκοπός ήταν να εγγυώνται την ομαλή λειτουργία του γραφειοκρατικού ελέγχου, να καταγράφουν συναλλαγές, να κρατούν λογιστικά, να γράφουν συμβόλαια και νομικές αποφάσεις και να συντηρούν το σύστημα εκπαίδευσης στη σφηνοειδή γραφή» (Gwendolyn Leick, Οι Βαβυλώνιοι, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Οδυσσέας, Αθήνα 2007).

Στην Αίγυπτο φαίνεται ότι δημιουργός του λογιστικού ελέγχου υπήρξε το κράτος, δηλαδή οι φαραώ, με σκοπό τον έλεγχο των συγκομιδών δημητριακών. Η βάση της οικονομίας στην Αίγυπτο ήταν η γεωργία. Βασιλικοί υπάλληλοι παρακολουθούσαν τις γεωργικές εργασίες και συγκέντρωναν από τη συγκομιδή το ποσοστό που ανήκε στον φαραώ. Το εμπόριο βασιζόταν στην εξαγωγή του πλεονάσματος των παραγόμενων στην Αίγυπτο αγαθών, όπως δημητριακών, παπύρου ή πρώτων υλών, όπως χρυσού, και στην εισαγωγή υλών που έλειπαν από τη χώρα, όπως ξυλείας, χαλκού, αργύρου κ.ά. Η διοίκηση είχε ανάγκη από μορφωμένους πολίτες και με ειδικές γνώσεις, όπως οι γραφείς (http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-A102/45/308,1284/).

«Ένας γραφέας στην αρχαία Αίγυπτο ήταν πολύ σημαντικό πρόσωπο. Η Αίγυπτος ήταν ένα πάρα πολύ πλούσιο και τεράστιο σε έκταση βασίλειο. Ήταν λοιπόν απαραίτητο τα πλούτη του βασιλείου αυτού να μετρούνται και να καταγράφονται, όπως επίσης και οι φόροι που πλήρωναν οι άνθρωποι στον βασιλιά, ανάλογα με αυτά που κέρδιζαν από τη δουλειά τους. Η μέτρηση και η καταγραφή των αγαθών και των φόρων ήταν δουλειά των γραφέων […] Σε μία χώρα, λοιπόν, όπου τα πάντα καταγράφονταν, η δουλειά του γραφέα αποτελούσε μεγάλη εξασφάλιση και είχε ιδιαίτερο κύρος. Οι γραφείς ήταν καλά πληρωμένοι δημόσιοι υπάλληλοι και πολλοί απ’ αυτούς βρίσκονταν στην κορυφή της αιγυπτιακής κοινωνίας. Μερικοί τίτλοι πολύ υψηλόβαθμων γραφέων την εποχή που βασίλευε η δυναστεία των φαραώ με το όνομα Ραμσής, ήταν οι εξής: “οι γραφείς των βιβλίων της βασιλικής βιβλιοθήκης”, “οι βασιλικοί γραφείς”, “ο ανώτατος γραφέας των πινακίων του ανωτάτου δικαστηρίου” και “γραφείς των φόρων”.

Ο ουσιαστικός λόγος, για τον οποίο οι γραφείς θεωρούνταν τόσο σπουδαία πρόσωπα ήταν τα ιερογλυφικά, η γραπτή γλώσσα των αρχαίων Αιγυπτίων, που απαιτούσε μεγάλη καλλιτεχνική δεξιοτεχνία […].

Το σχολείο ιερογλυφικών

Το πρόγραμμα ήταν αυστηρό και η πειθαρχία σκληρή. Οι δάσκαλοι δεν δίσταζαν να δέρνουν τους μαθητές τους και να τους τιμωρούν με περιορισμό κάθε φορά που εκείνοι τεμπέλιαζαν ή δεν προσπαθούσαν αρκετά. Τα λόγια του δασκάλου-γραφέα Αμένμωση στους μαθητές του είναι χαρακτηριστικά: “Γράφε με το χέρι σου, κουβέντιαζε με πιο σοφούς από εσένα… Γίνεσαι πιο δυνατός με το να εξασκείσαι κάθε μέρα… Μία μέρα μόνο να αμελήσεις, θα τις φας. Το αυτί του νέου είναι στην πλάτη του. Δεν ακούει παρά εκείνον που τον δέρνει”. Ένας άλλος τρόπος για να ενθαρρύνουν, αυτή τη φορά, οι δάσκαλοι τους μαθητές ώστε να αντέξουν τη δύσκολη εκπαίδευση του γραφέα, ήταν με το να τους απαριθμούν τα πλεονεκτήματα του επαγγέλματος: “Δεν υπάρχει γραφέας που να πεινάει… Ο γραφέας εποπτεύει τη δουλειά των άλλων. Δεν πληρώνει φόρους”» (http://www.mikrosanagnostis.gr/thema_16.asp).

χρονολογιο

10000 έως 8000 π.X.
[Εμφάνιση της γεωργίας]

Πριν από τη γεωργία, οι άνθρωποι είχαν ομαδοποιηθεί σε φύλα (δηλαδή διευρυμένες οικογένειες) και περιπλανώνταν. Μετά τη γεωργία, ομαδοποιήθηκαν σε πόλεις όπου έμεναν μόνιμα… Από τη στιγμή που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται η πόλη-κράτος και είχε ήδη επιτευχθεί ένας λογικός βαθμός ασφάλειας, οι κάτοικοι της πόλης απέκτησαν την ικανότητα να παράγουν περισσότερη τροφή από όση μπορούσαν εύκολα να καταναλώσουν, αν εργάζονταν όλοι στα χωράφια. Έτσι έγινε δυνατόν μερικοί άνθρωποι να μην εργάζονται ως γεωργοί, αλλά να ασχολούνται με άλλα είδη χρήσιμης εργασίας. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να ήταν τεχνίτες, ειδικευμένοι στην κατασκευή εργαλείων και κοσμημάτων· ορισμένοι άλλοι μπορεί να ήταν στρατιώτες ή έμποροι ή επόπτες. Έκαναν τη δουλειά τους παίρνοντας ως αντάλλαγμα τρόφιμα, ενώ οι γεωργοί πλήρωναν με τρόφιμα τις υπηρεσίες αυτών των ειδικών…

6000 έως 4000 π.X.

Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου ένας νέος λαός, οι Σουμέριοι, άρχισε να διεισδύει στην κοιλάδα του Τίγρη και του Ευφράτη. Στην περιοχή αυτή (Μεσοποταμία) ο πολιτισμός είχε κάνει τα πρώτα του βήματα 3.000 χρόνια πριν να εμφανιστούν οι Σουμέριοι στην περιοχή, αλλά οι τελευταίοι πήραν τη σκυτάλη και προχώρησαν πολύ περισσότερο. Ήταν οι πρώτοι που ανέπτυξαν αυτό που θα μπορούσε να ονομασθεί «ανώτερος» πολιτισμός. Περί το 4000 π.X. οι Σουμέριοι ίδρυσαν την πόλη Oυρ στις εκβολές του Ευφράτη.

3500 έως 3000 π.X.: Γραφή και ιστορία

Στη Σουμερία, όπου είχε δημιουργηθεί ο πιο ανεπτυγμένος και σύνθετος πολιτισμός του κόσμου την εποχή εκείνη, η ζωή ήταν επίσης πιο περίπλοκη. Οι άνθρωποι έπρεπε να κρατούν λογαριασμούς για τα σιτηρά που παρήγαν, για τις ποσότητες που αντάλλασσαν, για τα άλλα αγαθά που κατασκεύαζαν και για τις ποσότητες που έδιναν στο κοινό ταμείο (τους «φόρους»). Με την πάροδο του χρόνου, γινόταν όλο και πιο δύσκολο να συγκρατούν όλα αυτά τα στοιχεία στο μυαλό τους και έτσι προέκυψε η ανάγκη να εξευρεθεί ένας τρόπος να τα σημειώνουν. O καθένας μπορεί να σκεφθεί έναν τρόπο να κάνει στο χώμα ένα σημάδι, λόγου χάριν, για κάθε καλάθι γεμάτο φρούτα και μετά να μετρά τα σημάδια για να δει πόσα καλάθια έχουν παραδοθεί. Όταν η μνήμη κουραζόταν, χρησιμοποιούσαν, πράγματι, τέτοια σημάδια· και οι Σουμέριοι είναι οι πρώτοι που άρχισαν την πρακτική αυτή λίγο μετά το 3500 π.X. Διαφορετικά σημάδια μπορούσε να γίνουν για αριθμούς διαφόρου μεγέθους και έτσι δεν ήταν απαραίτητο να υπάρχουν πάρα πολλά σημάδια της μονάδας για να μετρηθούν. Οι Σουμέριοι επινόησαν ένα σύστημα αρίθμησης που βασιζόταν στο 12, το 60 και το 360, επειδή οι αριθμοί αυτοί ήταν εύκολο να μοιραστούν σε πολλά ίσα μέρη με ποικίλους τρόπους, πράγμα που μείωνε τις πιθανότητες να έχουν κλάσματα. Aπό το 3100 π.X. οι Σουμέριοι είχαν επινοήσει ένα σύστημα γραφής με το οποίο μπορούσαν να γνωστοποιήσουν ό,τι ήθελαν να πουν. Ήταν το πρώτο σύστημα γραφής στον κόσμο. Οι Σουμέριοι σημείωναν τα σημάδια της γραφής τους χαράσσοντάς τα με μια αιχμηρή γραφίδα υπό γωνία πάνω σε μαλακό πηλό. Μετά έψηναν τον πηλό και έτσι η γραφή τους έμενε μόνιμα. Τα σημάδια αυτά, που έμοιαζαν με σφήνες, έδωσαν και το όνομα της γραφής των Σουμερίων: σφηνοειδής γραφή. Έτσι δημιουργήθηκε μια μικρή και εξαιρετικά εκτιμώμενη τάξη ανθρώπων, οι «γραφείς», που ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν για τις πλατιές μάζες του πληθυσμού. H γραφή επέφερε μια τεράστια διαφορά. Ήταν ένα είδος «κρυσταλλωμένου» λόγου. Αν αντιγράφονταν προσεκτικά, τότε, όπως και τώρα, τα γραπτά έμεναν για πάντα και μάλιστα σε μορφή ακριβέστερη από την ανάμνηση των προφορικών λόγων. Αυτό σήμαινε ότι κάθε γενεά μπορούσε να αφομοιώσει, με μεγαλύτερη ακρίβεια και πιο γρήγορα, τη συσσωρευμένη πείρα και τη σοφία των προηγούμενων γενεών. Έτσι επιταχύνθηκε ο ρυθμός της προόδου. Με άλλα λόγια, η ιστορία του ανθρώπου αρχίζει με τους Σουμερίους, όχι πολύ πριν από το 3000 π.X.

Γύρω στο 3000 π.X., οι άνθρωποι μιας ομάδας που ονομάζονταν Aκκάδιοι, υιοθέτησαν στοιχεία του πολιτισμού των Σουμερίων. Yιοθέτησαν, λόγου χάριν, το σύστημα της γραφής και το τροποποίησαν για να το κάνουν κατάλληλο για τη γλώσσα τους. H περιοχή αυτή, μετά το 3000 π.X., ονομάζεται μερικές φορές, για τον λόγο αυτό, «Σουμερία – Aκκαδία».

H Αίγυπτος παρέλαβε γρήγορα την ιδέα της γραφής από τους Σουμερίους, αλλά επινόησε ένα διαφορετικό σύνολο συμβόλων, περίπλοκο όσο και η σφηνοειδής γραφή. H αιγυπτιακή γραφή ονομάζεται ιερογλυφική. H αιγυπτιακή γραφή χαρασσόταν πάνω σε ένα λεπτό φύλλο κατασκευασμένο από την ψίχα του κορμού του παπύρου.

Μετά το 2000 π.X., οι Σουμέριοι άρχισαν γρήγορα να παρακμάζουν και απομακρύνθηκαν από το προσκήνιο της ιστορίας. Νέοι εισβολείς κατέλαβαν τα εδάφη της κοιλάδας των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, υιοθετώντας τον σουμερικό πολιτισμό, στον οποίο προσέθεταν μερικά στοιχεία του δικού τους. Ένα φύλο γνωστό ως «Aμορίτες», που μιλούσε μια σημιτική γλώσσα, κατέλαβε μια μικρή ακκαδική πόλη η οποία ονομαζόταν Μπαμπ-Iλούμ (που σημαίνει στην ακκαδική γλώσσα «Πύλη του Θεού»), γύρω στο 1800 π.X. και την έκαναν πρωτεύουσά τους. Από τη χρονολογία αυτή αρχίζει για την Μπαμπ-Iλούμ μια λαμπρή περίοδος που διήρκεσε 1.500 χρόνια. Οι Έλληνες την ονόμασαν, αργότερα, Βαβυλώνα και η περιοχή που ήταν γνωστή ως Σουμερία επί 3.000 χρόνια μετονομάστηκε σε Βαβυλωνία. Το 1728 π.X., ο Xαμουραμπί (πέθανε το 1686 π.X.) έγινε βασιλιάς στη Βαβυλώνα και επεξέτεινε την εξουσία του σε όλη τη Βαβυλωνία. O Xαμουραμπί έχει μείνει στην ιστορία κυρίως χάρις σε μια λίθινη στήλη που έχει διασωθεί και χρονολογείται από τη βασιλεία του. Στη στήλη αυτή έχει χαραχθεί ένας νομοθετικός κώδικας. Αρχικά, νόμοι μιας κοινωνίας ήταν τα έθιμα και οι παραδόσεις της. Οι άνθρωποι κατέφευγαν στους πιο ηλικιωμένους και ζητούσαν την καθοδήγησή τους για το ποια πρέπει να είναι αυτά τα έθιμα και παραδόσεις. Ωστόσο, η δυσαρέσκεια μεγάλωνε, μαζί με την υποψία ότι εκείνοι που είχαν την εξουσία «θυμούνταν» τους νόμους όπως τους συνέφερε κάθε φορά. Έτσι γεννήθηκε η απαίτηση να υπάρξει ένας γραπτός νομοθετικός κώδικας· και ο «Kώδικας του Xαμμουραμπί» είναι το παλαιότερο γνωστό δείγμα γραπτής νομοθεσίας και, ασφαλώς, η παλαιότερη νομοθεσία που καταγράφηκε τόσο αναλυτικά.

(Isaac Asimov, Το χρονικό του κόσμου. Η ιστορία του κόσμου από τη μεγάλη έκρηξη ως τη σύγχρονη εποχή, μτφρ. Nικηφόρος Σταματάκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2002).

Σύντομα ήταν σε θέση να γνωρίζουν ότι η απλή αρίθμηση σε καταλόγους δεν ήταν αρκετή για να συλλάβουν όλους τους τομείς της οικονομίας

Γράφε με το χέρι σου, κουβέντιαζε με πιο σοφούς από εσένα… Γίνεσαι πιο δυνατός με το να εξασκείσαι κάθε μέρα… Μία μέρα μόνο να αμελήσεις, θα τις φας. Το αυτί του νέου είναι στην πλάτη του. Δεν ακούει παρά εκείνον που τον δέρνει

Δάσκαλος-γραφέας Αμένμωσης