• Σήμερα είναι: Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2020

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΑΠΟ ΤΗ
ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ
ΚΑΙ ΤΗΝ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 

κωνσταντίνος ι. νιφορόπουλος

ορκωτός ελεγκτής – λογιστής, ωριων α.ε.

 

«Καταστιχογραφία» και «Λογιστική», Ελλάδα, αρχές 20ού αι.

«Καταστιχογραφία καλείτο η τέχνη της εγγραφής (καταχώρησης) των διαφόρων οικονομικών πράξεων του επιχειρηματία στα κατάστιχα (εμπορικά βιβλία) του και αποτελεί μεταφορά στα ελληνικά του γαλλικού όρου tenue des livres. Ο όρος αυτός άρχισε να αντικαθίσταται με τον όρο Λογιστική στις αρχές του 20ού αιώνα…» (Β. Φίλιος, Ιστορία της νεότερης ελληνικής λογιστικής, σελ. 102).
Στην επιτομή του Μεγάλου λεξικού της ελληνικής γλώσσας των Liddell – Scott καταγράφονται τα εξής σχετικά με την έννοια της «Λογιστικής» στην αρχαία ελληνική γλώσσα:

λογισμός, ο (λογίζομαι)· Ι. 1. λογαριασμός, υπολογισμός, εκτίμηση, σε Θουκ., Πλάτ.· στον πληθ., αριθμητική, σε Ξεν., Πλάτ. 2. λογαριασμός, το χαρτί του λογαριασμού, σε Δημ. ΙΙ. 1. χωρίς αναφορά σε αριθμούς, υπολογισμός, εκτίμηση, συλλογισμός, σε Θουκ., Δημ. 2. λόγος, συμπέρασμα, σε Ξεν. ΙΙΙ. δύναμη συλλογισμού, λογική ικανότητα, ορθός λόγος, στον ίδ.

λογιστής, -ού, ο (λογίζομαι)· Ι. 1. Αυτός που υπολογίζει, δάσκαλος της αριθμητικής, σε Πλάτ. 2. αυτός που υπολογίζει, που συλλογίζεται, που σκέφτεται λογικά, σε Αριστοφ., Δημ. ΙΙ. στον πληθ., ελεγκτές λογαριασμών στην Αθήνα, σωματείο από δέκα άνδρες εκλεγμένους με κλήρο από τη Βουλήν, στους οποίους οι άρχοντες μετά τη λήξη της θητείας τους υπέβαλλαν τον απολογισμό τους σε Δημ., κ.λπ.

λογιστικός, -ή, -όν· Ι. επιτήδειος ή έμπειρος, ικανός στους υπολογισμούς, σε Ξεν. Πλάτ.· η λογιστική (ενν. τέχνη), πρακτική αριθμητική, σε Πλάτ. ΙΙ. 1. προικισμένος με λογική, έλλογος σε Αριστ.· το λογιστικόν, η δύναμη του συλλογίζεσθαι, σε Πλάτ. 2. αυτός που χρησιμοποιεί το λογικό του, λογικός, σε Ξεν.

[Θουκ.: Ο Θουκυδίδης (περίπου 460 – περίπου 398 π.Χ.) ήταν αρχαίος έλληνας ιστορικός, γνωστός για τη συγγραφή της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Ξεν.: Ο Ξενοφών (περ. 427 π.Χ. – 355 π.Χ.) ο Αθηναίος ήταν ιστορικός συγγραφέας και σωκρατικός φιλόσοφος.

Πλάτ.: Ο Πλάτων (428 π.Χ. – 347 π.Χ.), αρχαίος έλληνας φιλόσοφος από την Αθήνα, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη.

Δημ.: Ο Δημοσθένης (384 π.Χ. – 322 π.Χ.) ήταν ρήτορας που αναδείχθηκε πολιτικός και στρατηγός της αρχαίας Αθήνας.

Αριστοφ.: Ο Αριστοφάνης ήταν αθηναίος σατιρικός ποιητής του 5ου αιώνα (περίπου 445 – 386 π.Χ.)

Αριστ.: Ο Αριστοτέλης (384 – 322 π.Χ.) ήταν αρχαίος έλληνας φιλόσοφος, μαθητής του Πλάτωνα και διδάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Αριστοτέλης είναι η διασημότερη προσωπικότητα στην ιστορία της ανθρωπότητας, σύμφωνα με την κατάταξη του Tεχνολογικού Iνστιτούτου της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), το οποίο συγκέντρωσε και ανέλυσε δεδομένα σχετικά με την ιστορία και τον πολιτισμό σε όλο τον πλανήτη από το 4.000 π.Χ. έως το 2010 (www.tanea.gr/news/world/article/5098226, 17/03/2014).]

Σήμερα ο όρος «καταστιχογραφία» και «καταστιχογράφος» δεν χρησιμοποιείται ή χρησιμοποιείται σκωπτικά, για να χαρακτηρίσει έναν λογιστή ως κατωτέρου επιπέδου.

Να θυμίσουμε πάντως ότι στο «Αρχείο Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας (ΚΑΔ)» του 1997, το οποίο ίσχυε έως την 1/12/2008, υπήρχε ο κωδικός: «74.13.11 Λογιστικών βιβλίων (καταστιχογραφία), εκτός από τη σύνταξη φορολογικών δηλώσεων επιστροφής φόρου, υπηρεσίες τήρησης».

 

«Μπιλάντσο» (Ισολογισμός) και «Μαέστρο» (Καθολικό), Ελλάδα, 18ος – 19ος αι.

«Από τα μελετημένα εμπορικά αρχεία του 18ου αιώνα δεν προκύπτει ότι οι έλληνες έμποροι χρησιμοποιούσαν συστηματικά το διπλογραφικό σύστημα: δεν είναι βέβαιο, όπως έδειξε ο Β. Κρεμμυδάς, ότι θα βρίσκουμε πάντοτε το Μαέστρο (Καθολικό) σε αρχεία αυτής της εποχής, και άλλωστε το Μαέστρο δεν αποτελεί από μόνο του ασφαλή ένδειξη ότι χρησιμοποιείται το διπλογραφικό σύστημα. Στο αρχείο ενός σημαντικού εμπόρου των αρχών του 19ου αιώνα, του Μιχαήλ Ιατρού (βρίσκεται στο ΚΝΕ/ΕΙΕ), βρίσκουμε συστηματικά αυτό που αποτελούσε το κυριότερο στοιχείο του απλογραφικού λογιστικού συστήματος, τους προσωπικούς δηλαδή λογαριασμούς όλων των συναλλασσομένων με τον έμπορο, και φυσικά τα βιβλία αντιγράφων των επιστολών. Ας τονιστεί με την ευκαιρία αυτή ότι, ανεξαρτήτως λογιστικού συστήματος, δεν υπάρχει εμπορική επιχείρηση χωρίς κάποιας μορφής βιβλία και “χαρτιά”, έστω κι αν είναι μόνον απλά, πρόχειρα τεφτέρια. Εμπορική επιχείρηση σημαίνει πιστωτικές σχέσεις, έστω

και αν αυτές βασίζονται στον προσωπικό λόγο, και κανένας έμπορος δεν μπορεί να θυμάται απέξω σε ποιους χρωστά και ποιοι του χρωστούν. Οι ατομικοί λογαριασμοί και τα βιβλία αντιγράφων επιστολών είναι τα παλαιότερα και πιο συνηθισμένα στοιχεία κάθε εμπορικού αρχείου […] Η πρακτική του ετήσιου ισολογισμού δεν συνηθιζόταν στις παλαιότερες επιχειρήσεις. Από αρκετά παραδείγματα, και από τη μελέτη της Μαρίας Χριστίνας Χατζηιωάννου για τον οίκο Γερούση, ξέρουμε ότι ο ισολογισμός (“μπιλάντσο”) γινόταν μόνον όταν συνέβαιναν μείζονες αλλαγές, όταν π.χ. αποχωρούσε ή πέθαινε κάποιος εταίρος. Οι ισολογισμοί αυτοί είχαν περισσότερο χαρακτήρα απογραφής της συνολικής περιουσιακής κατάστασης της επιχείρησης· συχνά συμπεριλάμβαναν μάλιστα ολόκληρη την οικογενειακή περιουσία, χωρίς διάκριση ανάμεσα στα κεφάλαια της επιχείρησης και την ατομική περιουσία των εμπόρων. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εμπορικά εγχειρίδια της εποχής εκείνης (τέλος 18ου – αρχές 19ου αιώνα) δεν προβάλλουν πάντοτε ως αναγκαία τη σύνταξη ετήσιου ισολογισμού. Στο τέλος του 19ου αιώνα όμως φαίνεται ότι η πρακτική του ετήσιου ισολογισμού είχε καθιερωθεί, τουλάχιστον στις επιχειρήσεις που ανήκαν σε κάποιας μορφής εταιρικό σχήμα –στην Ελλάδα ήταν κυρίως ομόρρυθμες εταιρείες– και τέτοιες ήταν οι περισσότερες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Στα ιδρυτικά συμβόλαια των περισσότερων βιομηχανικών επιχειρήσεων της Ερμούπολης η σύνταξη ετήσιου ισολογισμού αναφέρεται ως καταστατική υποχρέωση των συνεταίρων: ο ισολογισμός επέτρεπε σε όλους τους εταίρους ή μετόχους να έχουν μια συνοπτική εικόνα της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης […] Θα πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι μέχρι τον προχωρημένο μεσοπόλεμο, το φορολογικό καθεστώς που διέπει τις επιχειρήσεις είναι εξαιρετικά φιλελεύθερο, αφού φορολογείται μόνο το διανεμόμενο μέρισμα».

(Χριστίνα Αγριαντώνη, «Παλαιά και νεότερα λογιστικά συστήματα», Τετράδια Εργασίας, 21, σ. 41-47, EIE – Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, 1998).

 

Εμπορική Τράπεζα, Ελλάδα (1886 -2013)

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

1886-1950

1886 Ίδρυση Τραπεζικού Γραφείου «Γρ. Εμπεδοκλής».

1896 Ίδρυση της Τράπεζας Γρ. Εμπεδοκλέους, με αρχικό κεφάλαιο 2.000.000 δρχ.

1905 Η Τράπεζα Γρ. Εμπεδοκλέους αρχίζει να δημοσιεύει τις μηνιαίες λογιστικές της καταστάσεις.

1907 Ίδρυση Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος με επικεφαλής τον Γρηγ. Εμπεδοκλή, έπειτα από μετατροπή της Ε.Ε. «Τράπεζα Γρ. Εμπεδοκλέους» σε Α.Ε. με την επωνυμία «Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.» Εισαγωγή στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Στους μεγαλομετόχους της περιλαμβάνονται η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα Αθηνών, ο τραπεζικός οίκος Ροδοκανάκη του Λονδίνου και η Τράπεζα Κοσμαδόπουλου του Βόλου.

1911 Ίδρυση Ταμείου Περίθαλψης και Επιβίωσης Υπαλλήλων.

1912 Προστίθεται Τμήμα Γραμματείας. Πρόσληψη της πρώτης γυναίκας υπαλλήλου στο υποκατάστημα του Αργοστολίου.

1919 Γενική απεργία υπαλλήλων και σφοδρή αντιπαράθεση με τη διοίκηση.

1920 Ίδρυση Ταμείου Περιθάλψεως και Πρόνοιας Υπαλλήλων. Η διοίκηση της τράπεζας απαγορεύει στους υπαλλήλους να αναμιχθούν στον εκλογικό αγώνα.

1923 Ίδρυση της Εμπορικής Τράπεζας της Εγγύς Ανατολής (Commercial Bank of the Near East Ltd.) στο Λονδίνο, με διευθυντή τον Στέφανο Εμπεδοκλή, γιο του Γρ. Εμπεδοκλή. Υποκαταστήματα σε Αλεξάνδρεια και Κωνσταντινούπολη.

1926 Συμμετοχή της Εμπορικής Τράπεζας στην πρώτη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

1927 Η τράπεζα εισέρχεται στο χρηματιστήριο της Αλεξάνδρειας.

1928-29 Τέσσερις τράπεζες, η Εμπορική, η Εθνική, η Τράπεζα Αθηνών και η Τράπεζα Ανατολής, θα καλύπτουν το 75% της ελληνικής τραπεζικής αγοράς. H κρίση του 1929 θα ξεκαθαρίσει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Πολλές μικρές τράπεζες θα κλείσουν, νέες, όπως η Κτηματική και η Αγροτική, θα ιδρυθούν, η Τράπεζα Ανατολής θα απορροφηθεί από την Εθνική και η Εμπορική θα επεκταθεί σχεδόν σε όλη τη χώρα.

1942 Αποκτάται η πλειοψηφία των μετοχών της Ασφαλιστικής Εταιρείας Φοίνιξ. Για πρώτη φορά δίνονται στις γυναίκες υψηλές θέσεις, μέχρι β’ υπογραφή.

 

1950-1976

H απελευθέρωση βρήκε την Εμπορική με πολλά περιουσιακά στοιχεία, αλλά ο ιδρυτής της Γρηγόρης Εμπεδοκλής δεν θέλησε να επαναπατρισθεί, δηλώνοντας πως έχει αποχωρήσει από την ενεργό δράση. Παρέμεινε στη Νότια Αφρική, όπου και πέθανε το 1951. Τότε τέθηκε ξανά θέμα διοίκησης. Οι διάδοχοι του Εμπεδοκλή προσέγγισαν τότε τον Στρατή Ανδρεάδη, εφοπλιστή και διευθυντή των Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων Αθηνών – Πειραιώς, να αγοράσει τις μετοχές των αδελφών Σικιαρίδη (μεγαλομετόχων τότε της τράπεζας) και έτσι ο Ανδρεάδης απέκτησε το 21,81 % των μετοχών (1952).

Ο Στρατής Ανδρεάδης (1905-1989), επιχειρηματίας, τραπεζίτης, εφοπλιστής, προερχόταν από οικογένεια της αστικής τάξης της Χίου, εφοπλιστών και ναυτικών. Άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στα 1927. Πήρε το μεταπτυχιακό του δίπλωμα και το διδακτορικό του στο Παρίσι και στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30 διακρίθηκε ως δικηγόρος, εκδικάζοντας μεγάλες αστικές, ποινικές και διοικητικές υποθέσεις. Το 1939 εξελέγη καθηγητής Διοικητικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (το σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), όπου δίδαξε για τα επόμενα 30 χρόνια και διατέλεσε αρκετά χρόνια πρύτανης. Δημοσίευσε πολλά βιβλία, απτόμενα θεμάτων δικαίου, οικονομικών και κοινωνικής ανάπτυξης, όχι μόνο σε σχέση με την Ελλάδα αλλά και σε σχέση με τις διεθνείς τάσεις.

 

1954 Η τράπεζα εκδίδει για πρώτη φορά το τριμηνιαίο περιοδικό Οικονομικόν Δελτίον, που θα κυκλοφορήσει μέχρι το 1991.

1957 Εξαγορά Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας.

1960 Ο Όμιλος της Εμπορικής Τράπεζας αναλαμβάνει την ανέγερση του ξενοδοχείου Athens Hilton.

1962 Εξαγορά της Τράπεζας Πειραιώς και της ασφαλιστικής εταιρείας «Γενικαί Ασφάλειαι». Εγκατάσταση ηλεκτρονικού κέντρου που εξυπηρετεί 153 καταστήματα της Εμπορικής, της Ιονικής-Λαϊκής και της Πειραιώς. Ίδρυση της επιχείρησης «Ναυπηγεία Ελευσίνας». Ίδρυση Κεντρικής Βιβλιοθήκης με τραπεζικό κυρίως και οικονομικό περιεχόμενο.

1963 Ίδρυση της Τράπεζας Επενδύσεων. Συγκρότηση Τμήματος Βιομηχανικών Μελετών.

1964 Εξαγορά της Τράπεζας Αττικής.

1972 Εφαρμογή συστήματος τραπεζικών πιστωτικών δελτίων (χορήγηση της πρώτης πιστωτικής κάρτας, της «Εμποροκάρτας»).

1975-76 Οι ελεγκτές της Τράπεζας της Ελλάδος ήγειραν ζήτημα παράνομων χρηματοδοτήσεων στις θυγατρικές της Εμπορικής Τράπεζας. H υπόθεση παρεπέμφθη στη δικαιοσύνη και ο Ξενοφών Ζολώτας διόρισε προσωρινό επίτροπο να διοικεί την τράπεζα. Ενόσω εξελισσόταν η δικαστική διαμάχη του Δημοσίου με τον Στρατή Ανδρεάδη, ο προσωρινός επίτροπος προέβη σε μεγάλη αύξηση κεφαλαίου (1976) αποκλείοντάς τον από αυτήν. Έτσι ο Ανδρεάδης απώλεσε τον έλεγχο του 51% της Εμπορικής και το ποσοστό του περιορίστηκε σε 25%.Προσέβαλε στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια εκείνο τον αποκλεισμό και πολύ αργότερα το υπουργείο Οικονομικών υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση.

1977-2013

1990-99 Ίδρυση νέων, χρηματοπιστωτικών κυρίως, εταιριών του Ομίλου της Τράπεζας (Leasing, Factoring, Venture Capital κ.ά.)

1999 Πώληση της Ιονικής Τράπεζας στην Alpha Bank.

2000 Είσοδος της γαλλικής τράπεζας Crédit Agricole στο μετοχικό κεφάλαιο της Εμπορικής με ποσοστό 6,7%

2006 Η Crédit Agricole S.A. αυξάνει το ποσοστό συμμετοχής της στο μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζας σε 71,97%.

2012 Την πώληση της Εμπορικής Τράπεζας στην Alpha Bank ανακοίνωνει από το Παρίσι η μητρική της Credit Agricole. Με την ενσωμάτωση της Εμπορικής Τράπεζας στην Alpha Bank (28.6.2013) μια ακόμη ιστορική επωνυμία, μετά από αυτή της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας, χάνεται από τον τραπεζικό χάρτη της χώρας.

(Κύριες πηγές: Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Ενημερωτικό Δελτίο της 3ης Απριλίου 2009, «H ιστορία της Εμπορικής: Από το σαράφικο του Εμπεδοκλέους στον κολοσσό του Ανδρεάδη. Πόλεμοι, συγκρούσεις, ημέρες μεγάλης ανάπτυξης και παρακμής, μίση και πάθη…» www.tovima.gr, 30/07/2006)

 

Άβακας, 2200 π.Χ – 12ος αι. μ. Χ.

Ο άβακας είναι ένα απλό αριθμοόργανο που το χρησιμοποιούμε για την εκτέλεση των βασικών πράξεων (πρόσθεση, αφαίρεση και πολλαπλασιασμό). Γύρω στο 2200 π.Χ. οι αρχαίοι Βαβυλώνιοι είχαν αναπτύξει πολύ το εμπόριο και χρειάζονταν κάτι να τους βοηθά στους υπολογισμούς τους. «Η λέξη άβακας στην αρχική και γενική της σημασία δηλώνει τον πίνακα, την πλάκα, τη σανίδα. Στα μαθηματικά η λέξη άβακας σημαίνει το αριθμητικό όργανο που χρησίμευε για να κάνουν υπολογισμούς με το χέρι, κυρίως προσθέσεις και αφαιρέσεις. Οι άβακες που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα αποτελούνταν από μια τετράγωνη σανίδα που έφερε μια λεπτή επίστρωση άμμου ή σκόνης. Πάνω σ’ αυτήν έγραφαν γράμματα ή έκαναν μαθηματικούς υπολογισμούς. Συχνά ο άβακας (η σανίδα) είχε ένα πλαίσιο για να συγκρατεί την άμμο. Αργότερα η άμμος αντικαταστάθηκε με μια λεπτή στρώση κεριού πάνω στην οποία χάραζαν με ένα αιχμηρό αντικείμενο γράμματα, σχήματα ή έκαναν μαθηματικούς υπολογισμούς. Όταν ήθελαν να σβήσουν τα γραμμένα χρησιμοποιούσαν ένα άλλο αντικείμενο με πλατιά απόληξη. Εκτός από τη μορφή του άβακα που περιγράψαμε, πολλοί λαοί στην αρχαιότητα χρησιμοποίησαν και άλλες μορφές άβακα. Π.χ. χρησιμοποιήθηκαν άβακες με ένα πλαίσιο που είχε παράλληλες χορδές ή ράβδους πάνω στις οποίες γλιστρούσαν ελεύθερα σφαιρίδια. Μια παραλλαγή του άβακα αυτού, που αποτελούνταν από μια λίθινη πλάκα με χαραγμένα παράλληλα αυλάκια μέσα στα οποία κυλούσαν τα σφαιρίδια (λίθινος άβακας) βρέθηκε στην Ελευσίνα.

Σήμερα χρησιμοποιείται ακόμη ένα είδος άβακα σε χώρες της Μέσης Ανατολής, την Ιαπωνία και τη Ρωσία για να κάνουν λογαριασμούς, αντί των σύγχρονων αριθμητικών μηχανών (κομπιουτεράκια). Λέγεται μάλιστα πως ένας έμπειρος χρήστης αυτού του άβακα μπορεί να συναγωνιστεί σε ταχύτητα τις σύγχρονες αριθμομηχανές. Σημειώνω ακόμη ότι και σήμερα σε όλο τον κόσμο χρησιμοποιείται ο σχολικός άβακας ως εποπτικό μέσο για τη διδασκαλία της αριθμητικής» (Ηλέκτρα Καμπουράκη-Πατεράκη, «Η λογιστική στην καθημερινή ζωή των αρχαίων», εφημ. Πατρίς, 21/2/2005).

Ο αριθμητικός άβακας είναι ο πρόδρομος των σημερινών υπολογιστών. Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι έκαναν ευρεία χρήση του άβακα. Από τον 12ο μ.Χ. αιώνα, με την καθιέρωση του ινδοαραβικού συστήματος γραφής των αριθμών, αυτού που χρησιμοποιούμε σήμερα, ο άβακας έχασε ένα μεγάλο μέρος από την αρχική αξία του και σήμερα χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά ως εποπτικό μέσο διδασκαλίας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

 

Τα ηλεκτρονικά λογιστικά φύλλα (spreadsheet), ΗΠΑ 1978

Τα υπολογιστικά φύλλα έχουν χρησιμοποιηθεί από τους λογιστές για εκατοντάδες χρόνια. Στη σύγχρονη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, ως λογιστικό φύλλο (spreadsheet) χαρακτηρίζεται ο λογιστικός πίνακας (παλαιότερα «λογιστικό αβάκιο») σε ηλεκτρονική μορφή, που εμφανίζεται στην οθόνη του υπολογιστή και μπορεί να αποθηκευτεί, εκτυπωθεί ή και να διαβιβαστεί σε έτερο υπολογιστή. Τούτο επιτυγχάνεται με ένα ιδιαίτερο πρόγραμμα υπολογιστή που μιμείται ένα χάρτινο, λογιστικό φύλλο εργασίας… Τα λογιστικά φύλλα συνήθως χρησιμοποιούνται για χρηματοοικονομικές πληροφορίες, λόγω της δυνατότητάς τους να υπολογίζουν πάλι ό,τι χρειάζεται σε όλο το φύλλο, όταν αλλάξει έστω και ένα κελί.

 

Το VisiCalc

Το πρώτο λογιστικό φύλλο θεωρείται ότι ήταν το Visicalc (αν και υπάρχουν διαφωνίες), το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιτυχία του υπολογιστή Apple II.

Ο Dan Bricklin θεωρείται ως ο «πατέρας» του ηλεκτρονικού λογιστικού φύλλου. Το 1978, στο Harvard Business School, στον φοιτητή Daniel Bricklin γεννήθηκε η ιδέα για μια διαδραστική αριθμομηχανή. Στη συνέχεια ο Bricklin μαζί με τον Bob Frankston δημιούργησαν το πρόγραμμα λογισμικού VisiCalc.
Το Lotus 1-2-3

Η αγορά των ηλεκτρονικών αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς στις αρχές του 1980 και στην εποχή αυτή, που το κυρίαρχο λειτουργικό σύστημα ήταν το DOS, το πιο δημοφιλές λογιστικό φύλλο ήταν το Lotus 1-2-3, το οποίο ανέπτυξε ο Μιτς Κέιπορ.

 

Το Excel

Το Excel ανάπτυξε η Microsoft και γράφτηκε αρχικά για την Apple Macintosh 512K 1984-85. Όταν η Microsoft εγκαινίασε το λειτουργικό σύστημα των Windows το 1987, το Excel ήταν ένα μία από τις πρώτες εφαρμογές που κυκλοφόρησαν γι’ αυτό. Σήμερα το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς ανήκει στο Excel, για τις πλατφόρμες των Windows και του Macintosh. (D. J. Power, A Brief History of Spreadsheets, DSSResources.COM)

 

Οι λογιστικές πινακίδες των Μινωιτών, Κρήτη, 15ος αι. π.Χ.

«Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν μικρές ορθογώνιες πήλινες πινακίδες που βρέθηκαν σε ανασκαφές σε ανάκτορα της Μινωικής Κρήτης (Αγίας Τριάδας, Ζάκρου και αλλού), με χαραγμένες επιγραφές στη Γραμμική Α. Παρόλο που η γραφή αυτή δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί, είναι σχεδόν βέβαιο πως αποτελούσαν πρόχειρες λογιστικές καταγραφές σε πλάκες από ωμό πηλό, που μετά τις ξέραιναν στον ήλιο και, ίσως, αργότερα τις αντέγραφαν με άλλα υλικά γραφής. Οι πλάκες αυτές διατηρήθηκαν από τύχη, γιατί οι πυρκαγιές που κατέστρεψαν τα ανάκτορα αντί να τις καταστρέψουν, όπως άλλα αντικείμενα, τις έψησαν, με αποτέλεσμα να γίνουν πιο ανθεκτικές και να διατηρηθούν μέχρι σήμερα.

Τον 15ο αιώνα π.Χ. εμφανίζεται στην Κρήτη μια άλλη γραμμική γραφή, που πήρε το όνομα Γραμμική Β. Η γραφή αυτή αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από τον άγγλο ερευνητή Μ. Ventris και τον John Chadwick.

Πινακίδες της Γραμμικής Β, που βρέθηκαν σε ανασκαφές, περιέχουν καταγραφές διαφόρων ειδών που προσδιορίζονται με ιδεογράμματα (δηλαδή σύμβολα που απεικονίζουν τα αντικείμενα για τα οποία γίνεται λόγος) και αριθμούς. Σ’ αυτές αναγράφονται ομάδες ανδρών και γυναικών που χαρακτηρίζονται δούλοι (βλέπε παρακάτω πινακίδα της Πύλου), κοπάδια ζώων, δημητριακά, αγγεία και σκεύη, άρματα, όπλα, κράνη κ.ά., και όλα αυτά ανήκουν στη βασιλική περιουσία.

Οι πινακίδες αυτές της Γραμμικής Α και της Γραμμικής Β βρίσκονται στο Μουσείο του Ηρακλείου (προθήκη 69) (Ηλέκτρα Καμπουράκη-Πατεράκη, ό.π.)

Σημείωση: Η Γραμμική Β στηρίζεται στην ανάμιξη ιδεογραμμάτων (δηλαδή συμβόλων που απεικονίζουν αντικείμενα για τα οποία γίνεται λόγος) με αριθμούς. Η Γραμμική Α εμφανίστηκε περίπου το 1600 π.Χ. και οι πινακίδες αυτές αποτελούν μέρος των ανακτορικών οικονομικών αρχείων. Στις πινακίδες αυτές υπάρχει δεκαδικό σύστημα αρίθμησης και κλάσματα. Παρόλο που η γραφή αυτή δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί, τα αριθμητικά σύμβολα αναγνωρίζονται εύκολα.

 

Οι ορκωτοί λογιστές: Ελλάδα, 1931-1993

1931: Απόπειρα δημιουργίας ελεγκτικού επαγγέλματος με τον Ν. 5076/1931 «Περί Ανωνύμων Εταιρειών και Τραπεζών». Το άρθρο 31 «Ορκωτοί Λογισταί» του νόμου 5076 έδιδε τη δυνατότητα στον υπουργό της Εθνικής Οικονομίας να συστήσει Σώμα Ορκωτών Λογιστών. Εκδόθηκαν τα προβλεπόμενα διατάγματα «περί συστάσεως και διοικήσεως σώματος ορκωτών λογιστών» (11/9/1932) και «εσωτερικού οργανισμού του σώματος» (27/7/1932), αλλά δεν τέθηκαν σε λειτουργία λόγω διαφοράς αντιλήψεων των αρμοδίων (βλ. Σωτήριος Βαρδάκος, «Ελεγκτική και ορκωτοί λογισταί», Επιθεώρησις Ελληνικής Οικονομίας, τ. 3, Μάρτιος 1950).

 

1948: Σύμβαση του ελληνικού κράτους με βρετανούς ορκωτούς λογιστές. «Ως πρώτον βήμα προς αντιμετώπισιν των αναγκών της ελληνικής οικονομίας μετεκλήθησαν βρετανοί ορκωτοί λογισταί» (Μάριος Τσιμάρας, Αρχαί Γενικής Λογιστικής, εκδοσις β’, σελ. 683). Τα κύρια σημεία της συμφωνίας είχαν ως εξής: «Συμφώνως προς την Συμφωνίαν Οικονομικής Συνεργασίας της 2ας Ιουλίου 1948, η παρούσα Σύμβασις συνομολογείται μεταξύ της Ειδικής Αποστολής Οικονομικής Συνεργασίας, αντιπροσωπευούσης την Κυβέρνησιν των Ην. Πολιτειών της Αμερικής […] Σχέδιον: Προς επίτευξιν ικανοποιητικής λύσεως του προβλήματος η Ελληνική Κυβέρνησις, τη εγκρίσει της ΑΔΟΣ, θέλει συμφωνήσει όπως χρησιμοποιήση ομάδα Βρεταννών Ορκωτών Λογιστών διά τους ακολούθους σκοπούς […] Παροχή επαγγελματικών λογιστικών υπηρεσιών και συμβουλών συμφώνως με τας κάτωθι γραμμάς, προς τον σκοπόν όπως το εν Ελλάδι επίπεδον λογιστικής υψωθή ούτως ώστε να ιδρυθή το ταχύτερον Σώμα Ελλήνων Δημοσίων Λογιστών […] στ) Διά βοηθείας παρεχομένης εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν διά την ίδρυσιν εν καταλλήλω χρόνω Σώματος Ελλήνων Δημοσίων Λογιστών»

 

1951, Ιωάννης Λ. Χρυσοχού: Το πρώτο σύγγραμμα ελεγκτικής στην Ελλάδα

Εκτός από τον Μάριο Τσιμάρα (1896-1983), ο οποίος θεωρείται σημείο αναφοράς της λογιστικής επιστήμης, ο πρώτος που ασχολήθηκε ειδικότερα με την ελεγκτική ήταν ο Ιωάννης Λ. Χρυσοχού (1892-1972). Καθηγητής της Οργανωτικής και Ελεγκτικής στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς από το 1945. Δημοσίευσε σωρεία μελετών εις ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά λογιστικού, οργανωτικού και ελεγκτικού περιεχομένου και πλούτισε την ελληνική βιβλιογραφία με εντελώς νέα συγγράμματα και βοηθήματα προς χρήση των σπουδαστών και γενικότερα των σκαπανέων της Οργανωτικής και της Ελεγκτικής. Το βιβλίο Οι έλεγχοι υπό των ανεγνωρισμένων ορκωτών λογιστών (Η φύσις και η σημασία των), το οποίο ήταν απόδοση μετά σχολίων του τευχιδίου «Audits by Certified Public Accountants (their nature and significance)» του American Institute of Accountants, το οποίο κυκλοφόρησε το 1951, με εκδότη το Γραφείον Βιομηχανικών και Εμπορικών Ερευνών της Ανωτέρας Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών (σήμερα Πανεπιστήμιο Πειραιώς), είναι μάλλον το πρώτο αμιγές βιβλίο Ελεγκτικής που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Νωρίτερα, το 1949, ο ίδιος είχε εκτενές άρθρο ανάλογου περιεχομένου στο Δελτίο Φορολογικής Νομοθεσίας.

 

1955: Ν.Δ. 3329 (ΦΕΚ/Α/230/25.8.55) «περί συστάσεων Σώματος Ορκωτών Λογιστών». Αποτέλεσε το κύριο νομοθέτημα για την ίδρυση και λειτουργία του ΣΟΛ.

 

1957: Το πρώτο εγκριθέν υπόδειγμα «Πιστοποιητικού». Το 1957 εγκρίθηκε ο τύπος και το περιεχόμενο του παρά των ορκωτών λογιστών εκδιδόμενου πιστοποιητικού μετά τον έλεγχο εκάστης επιχειρήσεως, από το Εποπτικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του υπουργού Εμπορίου Παναγή Παπαληγούρα (βλ. Επιθεώρησις Ελληνικής Οικονομίας, τ. 119, Μάιος 1957) και το ίδιο έτος εκτελέστηκαν οι πρώτες εργασίες από το ΣΟΛ (συνολικά 104 εργασίες).

 

1960: Υπαγωγή των εισηγμένων εταιρειών στο Χ.Α.Α στον έλεγχο. Το 1960 όλες οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείες (περίπου 80) υπήχθησαν στον έλεγχο του ΣΟΛ.

 

1975-78: Διαμάχη για τον τρόπο οργάνωσης του ελεγκτικού επαγγέλματος. Μετά την ίδρυση του ΣΟΛ ξεκίνησε μια όλο και εντονότερη διαμάχη για τον τρόπο οργάνωσης του ελεγκτικού επαγγέλματος στην Ελλάδα, κυρίως με εταιρείες που παρείχαν συμβουλευτικές και ελεγκτικές υπηρεσίες και οι οποίες ήταν συνδεμένες με τις μεγάλες τότε πολυεθνικές ελεγκτικές εταιρείες. Το 1975, με την υπ’ αρ. 74406/4475/10-10-1975 απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου, συστάθηκε η «Επιτροπή προς μελέτην νομοθεσίας θεσμού Ορκωτών Λογιστών», η οποία διερεύνησε το θέμα της οργάνωσης και λειτουργίας του ελεγκτικού επαγγέλματος στην Ελλάδα, ενόψει της εισόδου της χώρας μας στην ΕΟΚ (Ε.Ε. σήμερα). Η επιτροπή αυτή συνέταξε ένα σχέδιο, στο οποίο αποτυπώνεται ο προβληματισμός της εποχής εκείνης, το οποίο δεν υλοποιήθηκε και ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας του ελεγκτικού επαγγέλματος στην Ελλάδα παρέμεινε ο ίδιος έως το 1993, αφού κρίθηκε ότι δεν ερχόταν σε αντίθεση με τις σχετικές Οδηγίες της ΕΟΚ, της οποίας η Ελλάδα έγινε πλήρες μέλος το 1981.

 

1979-84: Ανάπτυξη των εργασιών του ΣΟΛ. Το 1979 υπήχθησαν στον έλεγχο των ορκωτών οι ανώνυμες εταιρείες πετρελαιοειδών και το 1984 όλες οι ανώνυμες με σύνολο ενεργητικού μεγαλύτερο των 400.000.000 δραχμών. Από το 1986, με την υιοθέτηση της Τέταρτης Λογιστικής Οδηγίας της ΕΟΚ, υπήχθησαν όλες οι εταιρείες (οι ανώνυμες, οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και οι ετερόρρυθμες κατά μετοχές) που για δύο συνεχόμενες χρήσεις υπερέβαιναν δύο από τα παρακάτω τρία κριτήρια (παρ. 6, άρθρο 42α, Κ.Ν. 2190/1920): α) Σύνολο ενεργητικού 400.000.000 δραχμές. β) Σύνολο κύκλου εργασιών 800.000.000 δραχμές και γ) Μέσος όρος προσωπικού 50 άτομα.

 

1991 – 1993: Κατάργηση του ΣΟΛ και ίδρυση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (ΣΟΕΛ). Ύστερα από έντονη αντιπαράθεση στη Βουλή και στον τύπο, τελικά το Σεπτέμβριο του 1991 ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 1969/1991, το άρθρο 75 του οποίου προέβλεπε την κατάργηση* του ΣΟΛ και την ίδρυση μιας νέας επαγγελματικής οργάνωσης, του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών (ΣΟΕ), που αργότερα (Ν. 2733/1999, άρθρο 38), πήρε τη σημερινή του ονομασία Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (ΣΟΕΛ). Με το Π.Δ. 226/1992 «Περί συστάσεως, οργανώσεως και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών, καθώς και περί των όρων εγγραφής σε ειδικό Μητρώο και ασκήσεως του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή», εγγράφηκαν στο Μητρώο Ελεγκτών τα τότε υπηρετούντα μέλη του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, καθώς και άλλα πρόσωπα που πληρούσαν τα προσόντα και τις προϋποθέσεις που καθορίζονταν από το Π.Δ. Από τις 30 Απριλίου 1993 και μετά ιδρύθηκαν διάφορες ελεγκτικές εταιρείες με βάση το νέο νομοθετικό πλαίσιο.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Το Σώμα Ορκωτών Λογιστών συνεχίζει νομικά να υφίσταται έως και σήμερα, κυρίως ως ένα Ινστιτούτο για την προαγωγή της λογιστικής επιστήμης (σημειώνεται ότι το ΣΟΛ, μαζί με το ΣΟΕΛ, ίδρυσαν το 1997 το Ινστιτούτο Εκπαίδευσης Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, ΙΕΣΟΕΛ, με σκοπό την επαγγελματική μεταπτυχιακή κατάρτιση και επιμόρφωση των μελών του και στελεχών επιχειρήσεων) και μέλη του είναι οι ορκωτοί λογιστές (όλων των τότε βαθμίδων) που υπηρετούσαν σε αυτό την 30/4/1993. Το κυριότερο όμως είναι ότι το Σώμα Ορκωτών Λογιστών συνεχίζει να παραμένει στη μνήμη όλων ημών που διατελέσαμε μέλη του, ως ο κυριότερος, για τους περισσότερους, σταθμός στην επαγγελματική τους ζωή.