• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου, 2020

Λογιστική των παραγώγων προϊοντων Μάκης Βλυσίδης, (ΣΟΛ Α.Ε.Ο.Ε)

Μάκης Βλυσίδης
Ορκωτός ελεγκτής, ΣΟΛ Α.Ε.

Τα παράγωγα προϊόντα ήταν ένας άγνωστος θεσμός στην Ελλάδα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Στη σημερινή πραγματικότητα είναι σχεδόν αδιανόητο να μιλάμε για ώριμη χρηματιστηριακή αγορά χωρίς την παρουσία παραγώγων. Ένα παράγωγο προϊόν είναι ένα χρηματοπιστωτικό μέσο και σύμφωνα με τα ΔΛΠ χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κάθε σύμβαση η οποία δημιουργεί ταυτόχρονα ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο σε μια επιχείρηση και μία χρηματοοικονομική υποχρέωση ή συμμετοχικό τίτλο σε μία άλλη επιχείρηση.

Χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις αποτελούν σημαντικό τμήμα του ισολογισμού των εμποροβιομηχανικών επιχειρήσεων, το μεγαλύτερο τμήμα του ισολογισμού των τραπεζών και σημαντικό τμήμα του ισολογισμού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Με τα χρηματοπιστωτικά μέσα ασχολούνται τα ΔΛΠ 32, ΔΛΠ 39 και ΔΠΧΑ 7 και ΔΠΧΑ 9. Τα παράγωγα προϊόντα χρησιμοποιούνται τόσο για κερδοσκοπία όσο και για αντιστάθμιση κινδύνου.

Ορισμοί

1. Arbitrage: Στη γενική του μορφή το arbitrage είναι η ενέργεια ενός επενδυτή να επωφεληθεί, χωρίς σημαντικό κίνδυνο ζημιάς, από δύο διαφορετικές αλλά ισοδύναμου αποτελέσματος πράξεις. Για παράδειγμα, η μετοχή μίας εταιρείας είναι εμπορεύσιμη σε δύο οργανωμένες χρηματιστηριακές αγορές ταυτόχρονα. Αν στο ένα χρηματιστήριο η τιμή αγοράς της μετοχής είναι € 25 και στο άλλο η τιμή πώλησης € 23, ο επενδυτής μπορεί να αγοράσει τη μετοχή αντί € 23 και να την πουλήσει αντί € 25 αποκομίζοντας ένα άμεσο κέρδος € 2 ανά μετοχή.

2. Speculation (κερδοσκοπία): Αντίθετα με το arbitrage, το speculation είναι η αγοραπωλησία αξιογράφων για τα οποία το κέρδος δεν είναι δεδομένο (συνεπώς ενέχεται ποσοστό ρίσκου) αλλά αναμενόμενο.

3. Hedging (αντιστάθμιση κινδύνου): Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει ταυτόχρονη κατοχή δύο επενδυτικών θέσεων που παρέχουν την εγγύηση ότι οι πιθανές ζημιές από τη μία θα αντισταθμιστούν από τα κέρδη της άλλης. Ο βαθμός στον οποίο αντισταθμίζονται τα κέρδη με τις ζημιές ορίζει και την αποτελεσματικότητα της αντιστάθμισης.

Παράγωγα προϊόντα (Derivative instruments): Ονομάζονται τα χρηματοοικονομικά προϊόντα των οποίων η αξία εξαρτάται από την αξία του υποκείμενου αγαθού (underlying security) πάνω στο οποίο είναι γραμμένα. Υποκείμενο μέσο μπορεί να είναι μία μετοχή, ένα επιτόκιο, η τιμή ενός περιουσιακού στοιχείου, η τιμή διάφορων εμπορευμάτων, ένας δείκτης τιμών ή επιτοκίων ή άλλες μεταβλητές που σχετίζονται με την αγορά. Μεταβολές του υποκείμενου μέσου προκαλούν μεταβολές της αξίας του παραγώγου. Η πληρωμή καθορίζεται από την αλληλεπίδραση του υποκείμενου μέσου με την ονομαστική αξία και το μέγεθος του παραγώγου.

Παράγωγο (Derivative) για λογιστικούς σκοπούς (σύμφωνα με το ΔΛΠ 32) είναι ένα χρηματοπιστωτικό μέσο για το οποίο:

α) Η αξία του μεταβάλλεται σε αντιστοιχία με τη μεταβολή ενός καθορισμένου επιτοκίου, τιμής χρεογράφου, τιμής εμπορεύματος, συναλλαγματικής ισοτιμίας, δεικτών τιμών ή επιτοκίων, πιστοληπτικής διαβάθμισης ή πιστωτικού δείκτη ή παρόμοιας μεταβλητής (μερικές φορές καλούμενη «το υποκείμενο»).

β) Δεν απαιτείται αρχική καθαρή επένδυση ή απαιτείται ελάχιστη αρχική επένδυση σε σχέση με άλλους τύπους συμβάσεων που έχουν παρόμοια συμπεριφορά στις μεταβολές των συνθηκών της αγοράς, και

γ) Διακανονίζεται σε μία μελλοντική ημερομηνία.

Συνήθεις τύποι παραγώγων στη χώρα μας είναι:

i. τα Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης [ΣΜΕ] (Futures), τα Προθεσμιακά Συμβόλαια (Forwards),

ii. τα Δικαιώματα Προαίρεσης (Call Options – Put Options),

iii. και οι Ανταλλαγές (swaps).

Αναλυτικότερα:

i. Προθεσμιακό συμβόλαιο: Ένα προθεσμιακό συμβόλαιο υποχρεώνει τον κάτοχό του να αγοράσει ή να πουλήσει έναν τίτλο σε μια συγκεκριμένη τιμή και μετά από καθορισμένο χρονικό διάστημα.

Τα προθεσμιακά συμβόλαια ταξινομούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

1) Forward contracts, τακτοποιούνται αποκλειστικά στη λήξη τους.

2) Futures contracts, είναι όμοια με τα forwards, εκτός του ότι συναλλάσσονται στη δευτερογενή αγορά και είναι τυποποιημένα όσον αφορά την ποσότητα του τίτλου που συναλλάσσεται στο κάθε συμβόλαιο και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του.

ii. Δικαιώματα προαίρεσης:

Option: Είναι ένα συμβόλαιο που δίνει στον κάτοχό του το δικαίωμα –αλλά όχι την υποχρέωση– να αγοράσει ή να πουλήσει μια συγκεκριμένη ποσότητα αγαθού, αξίας, νομίσματος και γενικά κάποιου διαπραγματεύσιμου ή μη τίτλου σε μια προσυμφωνημένη τιμή και μετά από κάποιο προκαθορισμένο χρονικό διάστημα ή κατά τη διάρκεια του διαστήματος αυτού. Όταν λέμε αγαθό εννοούμε είτε αναλώσιμο προϊόν (καφές, ζάχαρη, σιτάρι κ.λπ.) είτε πολύτιμα μέταλλα (χρυσός, ασήμι κ.λπ.) είτε καύσιμη ύλη (πετρελαιοειδή). Με τον όρο αξία εννοούμε μετοχές, ομόλογα και γενικά όλα τα είδη χρεογράφων.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η απόκτηση δικαιώματος αγοράς (ή πώλησης) ενός τίτλου σημαίνει ταυτόχρονα υποχρέωση του αντισυμβαλλόμενου μέρους να πουλήσει (ή να αγοράσει) τον τίτλο αυτό όταν ο δικαιούχος του option το ζητήσει. Ο κάτοχος (buyer) ενός option που προβαίνει στην αγορά ενός τέτοιου συμβολαίου παίρνει θέση long, ενώ το αντισυμβαλλόμενο μέρος είναι ο πωλητής (seller) του δικαιώματος που παίρνει θέση short.

Όπως σε κάθε αγορά καταβάλλεται κάποιο αντίτιμο, έτσι και εδώ ο αγοραστής καταβάλλει στον πωλητή του δικαιώματος ένα ποσό που ονομάζεται premium και συνήθως αποτελεί μικρό ποσοστό της αξίας του αγαθού. Η προκαθορισμένη τιμή αγοράς ή πώλησης αυτού του αγαθού ονομάζεται τιμή άσκησης (exercise or strike price).

Έτσι, call option είναι το δικαίωμα αγοράς μιας μετοχής, ομολόγου ή νομίσματος στην τιμή άσκησης μετά από (ή μέσα σε) κάποιο χρονικό διάστημα καταβάλλοντας σήμερα το premium. Επιλέγεται όταν αναμένουμε άνοδο της τιμής ενός τίτλου παράλληλα με μεγάλη μόχλευση ή όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη ρευστότητα για αγορά των υποκείμενων τίτλων σε περιόδους αναμενόμενης ανόδου.

Ενώ put option είναι το δικαίωμα πώλησης μιας συγκεκριμένης ποσότητας αξίας, αγαθού ή νομίσματος μετά από (ή μέσα σε) ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και σε μια ορισμένη τιμή. Επιλέγεται όταν αναμένουμε πτώση της τιμής ενός τίτλου.

Τα options διακρίνονται σε αμερικάνικου και ευρωπαϊκού τύπου. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι το πρώτο μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε μέσα στο χρονικό περιθώριο που μεσολαβεί έως τη λήξη του, ενώ το δεύτερο μόνο κατά την ημερομηνία λήξης του.

Παράδειγμα

Η Α πιστεύει ότι η μετοχή της Β θα ανέβει σημαντικά μέσα σε χρονικό διάστημα τριών μηνών, δεν διαθέτει όμως τα απαραίτητα χρηματικά διαθέσιμα για να προβεί στην αγορά των μετοχών σήμερα. Τότε η Α υπογράφει ένα συμβόλαιο με τον μεσίτη Γ για την παράδοση 1.000 μετοχών της Β σε τρεις μήνες από σήμερα στην τιμή των € 5 ανά μετοχή. Έτσι η Α έχει υπογράψει ένα συμβόλαιο (forward contract) που της δίνει το δικαίωμα να αποκτήσει 1.000 μετοχές της Β σε τρεις μήνες. Αν η τιμή της μετοχής της Β ανέβει όπως η Α πιστεύει, τότε η τελευταία θα αποκομίσει κέρδος, εάν όχι, τότε θα έχει ζημία.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι η Α χρειάζεται δύο εβδομάδες για να αποφασίσει εάν θα προβεί στην αγορά των μετοχών της Β. Τότε υπογράφει ένα διαφορετικού τύπου συμβόλαιο (option contract), το οποίο της δίνει το δικαίωμα να αγοράσει 1.000 μετοχές της Β στην τρέχουσα τιμή τους οποιαδήποτε χρονική στιγμή μέσα στο χρονικό διάστημα των δύο εβδομάδων. Ο μεσίτης Γ χρεώνει την Α με € 100 (premium) για να διατηρηθεί η ισχύς του συμβολαίου ανοιχτή για δύο εβδομάδες. Έτσι, η Α έχει το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση να αγοράσει τις 1.000 μετοχές της Β. Εάν η τιμή της μετοχής της Β αυξηθεί μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες, η Α θα εξασκήσει το δικαίωμα. Σε αυτήν την περίπτωση το συνολικό κόστος των μετοχών που θα αγοράσει η Α αποτελείται από την τιμή των 1.000 μετοχών συν το κόστος του συμβολαίου (€ 100). Εάν η τιμή της μετοχής της Β δεν αυξηθεί, τότε η Α δεν θα εξασκήσει το δικαίωμα και σε αυτήν την περίπτωση το κόστος της συναλλαγής είναι το κόστος του συμβολαίου (€ 100).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι τόσο το Συμβόλαιο Μελλοντικής Εκπλήρωσης (forward contract) όσο και το Δικαίωμα Προαίρεσης (call option) αναφέρονται σε μελλοντική παράδοση τίτλων. Η αξία του εκάστοτε συμβολαίου εξαρτάται από την τιμή του υποκείμενου τίτλου (μετοχή της Β).

Αρχική αναγνώριση

Τα παράγωγα προϊόντα είναι χρηματοπιστωτικά μέσα και ως τέτοια κατατάσσονται στα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και στις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις και αναγνωρίζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης στην εύλογη αξία τους. Η εύλογη αξία ταυτίζεται συνήθως με το κόστος κτήσης κατά την ημερομηνία της συναλλαγής. Όταν η εύλογη αξία είναι μηδέν, όπως συμβαίνει συνήθως στα παράγωγα, δεν γίνεται αρχική αναγνώριση. Ορισμένα παράγωγα, όπως τα options, όμως, προϋποθέτουν την καταβολή ενός premium, το οποίο είναι η εύλογη αξία του κατά τη σύναψη της σύμβασης και κατ’ επέκταση η αξία κτήσεως αυτού. Άλλα παράγωγα, επίσης, προϋποθέτουν την κατάθεση ενός περιθωρίου (προκαταβολής) για λόγους εξασφάλισης του αντισυμβαλλόμενου. Στην περίπτωση αυτή το περιθώριο είναι ένα ξεχωριστό στοιχείο και συνεπώς δεν έχει σχέση με την αρχική αξία του παραγώγου. Η μέθοδος του κόστους κτήσης ως μέθοδος επιμέτρησης των παραγώγων δεν ενδείκνυται, διότι δεν παρουσιάζονται στον ισολογισμό τα κέρδη και οι ζημίες που συνεπάγονται κατά την ημερομηνία του ισολογισμού. Επιπλέον, οι αγορές παραγώγων και τα περιουσιακά στοιχεία πάνω στα οποία αυτά στηρίζονται είναι επαρκώς ανεπτυγμένες, με συνέπεια να μπορούν να προσδιορισθούν αξιόπιστες εύλογες αξίες.

Μεταγενέστερη επιμέτρηση

Το ερώτημα σχετικά με την επιμέτρηση των παραγώγων είναι το πού θα καταχωρηθούν οι μεταβολές της εύλογης αξίας, αν δηλαδή θα καταχωρηθούν στη κατάσταση αποτελεσμάτων ή στην κατάσταση μεταβολών καθαρής θέσης μέσω της κατάστασης λοιπών συνολικών εισοδημάτων. Γενικά ισχύει ότι τα παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία επιμετρούνται στην εύλογη αξία με μεταβολές (κέρδη ή ζημίες) αναγνωριζόμενες στα αποτελέσματα, εφόσον δεν αποκτήθηκαν για σκοπούς αντιστάθμισης.

Παράδειγμα 1

Η Εταιρεία Α αγοράζει ένα call option την 02.01.2015 για την αγορά 1.000 μετοχών της εταιρείας Β στην τιμή των € 100 ανά μετοχή. Η ημερομηνία λήξης του δικαιώματος είναι η 30.04.2015. Η Α αγοράζει το συμβόλαιο από τον μεσίτη Γ και καταβάλλει € 400. Επιπλέον έχουμε κάποιες ακόμα πληροφορίες για το call option:

Ημερομηνία

Χρηματιστηριακή τιμή της Β

Χρονική αξία του call option

31.03.2015

€ 120 ανά μετοχή

€ 100

16.04.2015

€ 115 ανά μετοχή

€ 60

Η εγγραφή κατά την αγορά θα είναι :

02.01.2015

Call Option

400

Διαθέσιμα

400

Το ποσό των € 400 αποτελεί τη χρονική αξία του option. Άρα η τιμή ενός option αποτελείται από δύο ξεχωριστά μέρη:

Option Premium = Intrinsic value + Time value

Όπου:

– Intrinsic value (εσωτερική αξία), που ορίζεται ως η άμεση απόδοσή του option, δηλαδή η απόδοσή του στην περίπτωση που ασκηθεί τώρα αμέσως.

– Time value (χρονική αξία), που εκφράζει την υπεραξία του option, αξία πάνω από την εσωτερική.

Όσο μικραίνει ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την ωρίμανση του option η εσωτερική αξία μεταβάλλεται (μεγαλώνει εάν υπάρχει κέρδος) και η χρονική αξία μικραίνει, ενώ κατά τη λήξη η χρονική αξία μηδενίζεται και το option έχει μόνο εσωτερική αξία.

Το κόστος αγοράς του δικαιώματος € 400 υπολογίζεται χρησιμοποιώντας αναγνωρισμένα μοντέλα τιμολόγησης, όπως αυτό που βασίζεται στην εξίσωση Black-Scholes. Η μεταβλητότητα των υποκείμενων τίτλων (εδώ μετοχών), η αναμενόμενη διάρκεια ζωής του δικαιώματος προαίρεσης, το επιτόκιο μηδενικού κινδύνου, καθώς και τα αναμενόμενα μερίσματα επί των υποκείμενων μετοχών κατά τη διάρκεια του συμβολαίου επηρεάζουν την εκτιμώμενη εύλογη αξία, που θα υπολογιστεί βάσει του μοντέλου Black-Scholes.

Συνεπώς από τα παραπάνω προκύπτει ότι:

Ημερομηνία

Χρηματιστηριακή τιμή της Β

Χρονική αξία του call option

Εσωτερική αξία του call option

Συνολική αξία

31.03.2015

€ 120 ανά μετοχή

€ 100

€ 20.000 (120.000-100.000)

€ 120.000 (€ 120 x 1.000 μτχ.)

Η εταιρεία Α μπορεί να εξασκήσει το δικαίωμα αγοράζοντας τις 1.000 μετοχές προς € 100 η κάθε μία και ακολούθως να τις πουλήσει προς € 120 η κάθε μία, αποκομίζοντας έτσι όφελος ποσού € 20.000.

Οι εγγραφές θα είναι:

31.03.2015

Call Option

20.000

Μη πραγματοποιηθέν κέρδος – (Αποτελέσματα)

20.000

31.03.2015

Μη πραγματοποιηθέν κέρδος – (Αποτελέσματα)

300

Call Option (400-100)

300

Την 16.04.2015 η Α εξασκεί το δικαίωμα πριν από τη λήξη του, τότε:

Ημερομηνία

Χρηματιστηριακή τιμή της Β

Χρονική αξία του call option

Εσωτερική αξία του call option

Συνολική αξία

16.04.2015

€ 115 ανά μετοχή

€ 60

€ 5.000 (115.000-120.000)

€ 115.000 (€ 115 x 1.000 μτχ.)

Οι εγγραφές θα είναι:

16.04.2015

Μη πραγματοποιηθέν κέρδος – (Αποτελέσματα)

5.000

Call Option

5.000

31.03.2015

Μη πραγματοποιηθέν κέρδος ή ζημία κτήσης – Αποτελέσματα

40

Call Option (100-60)

40

Τότε κατά την 16.04.2015 η λογιστική αξία του call option είναι η ακόλουθη:

Call Option

Χρέωση

Πίστωση

02.01.2015

400

31.03.2015

300

31.03.2015

20.000

16.04.2015

5.000

16.04.2015

40

Σύνολο

20.400

5.340

Υπόλοιπο

15.060

Τότε η Α καταγράφει στα βιβλία της τη διευθέτηση του συμβολαίου με τον Γ ως εξής:

16.04.2015

Διαθέσιμα

15.000

Ζημίες Αποτελέσματα

60

Call Option

15.060

Η συνολική επίδραση στα αποτελέσματα της Α έχει ως εξής:

Ημερομηνία

Συναλλαγή

Επίδραση στα αποτελέσματα

31.03.2015

Αύξηση της αξίας του call (20.000-300)

€ 19.700

16.04.2015

Μείωση της αξίας του call (5.000+40)

(5.040)

16.04.2015

Διευθέτηση του συμβολαίου

(60)

€ 14.600

Παράδειγμα 2

Η εταιρεία Α αγόρασε ένα put option την 07.07.2015 και κατέβαλλε ποσό € 240. To συμβόλαιο αυτό της δίνει το δικαίωμα να πωλήσει 200 μετοχές της εταιρείας Β στην τιμή των € 70 ανά μετοχή. Η ημερομηνία λήξης του δικαιώματος είναι η 31.01.2016. Επιπλέον, έχουμε κάποιες ακόμα πληροφορίες για το put option:

Ημερομηνία

Χρηματιστηριακή τιμή της Β

Χρονική αξία του put option

30.09.2015

€ 77 ανά μετοχή

€ 125

31.12.2015

€ 75 ανά μετοχή

€ 50

31.01.2016

€ 78 ανά μετοχή

€ 0

Οι εγγραφές θα είναι:

Αγορά δικαιώματος

07.07.2015

Put Option

240

Διαθέσιμα

240

Ενδιάμεσες Οικ. Καταστάσεις

30.09.2015

Ζημία – (Αποτελέσματα)

115

Put Option (240-125)

115

Ετήσιες Οικ. Καταστάσεις

31.12.2015

Ζημία- (Αποτελέσματα)

75

Put Option (125-50)

75

Λήξη δικαιώματος

31.01.2016

Ζημία (Αποτελέσματα)

50

Put Option (50-0)

50

Βιβλιογραφικές αναφορές

Βρουστούρης Παναγιώτης, Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης.

Intermediate Accounting IFRS Edition, John Wiley & Sons.

Ελευθέριος Συρράκος, Χρηματιστηριακά και επιτοκιακά παράγωγα.

John Hull, Options, Futures and Other Derivatives.

Steven G. Kellison, The Theory of Interest.