• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου, 2020

Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος: Βασικά στοιχεία θεσμικού πλαισίου και οι νεότερες ρυθμιστικές εξελίξεις

Eύα Aγγελίδη

OEΛ, ΣΟΛ ΑΕ

Το anti-money laundering έχει καταστεί την τελευταία δεκαετία ένα από τα πιο σημαντικά πεδία της διαχείρισης κινδύνων. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις και οι κανονιστικοί οργανισμοί δίνουν έμφαση στην ολοκλήρωση των διαδικασιών που προκαλούνται από τους τομείς της ασφάλειας, της προστασίας από απάτη και της συμμόρφωσης, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια πιο ολοκληρωμένη και αποδοτική πλατφόρμα διαχείρισης των χρηματοοικονομικών κινδύνων και εγκληματικών δράσεων.

 

Στις εξελίξεις των τελευταίων μηνών και εβδομάδων είναι:

– Ο επανακαθορισμός του ρόλου και των δυνατοτήτων της Επιτροπής Συμμόρφωσης κατά του ξεπλύματος.

– Μαζική ένταξη αδικημάτων φοροδιαφυγής και φοροκλοπής στα λεγόμενα «βασικά εγκλήματα». Τα συναφώς ρυθμιζόμενα ζητήματα είναι δύο: εκείνο του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος και εκείνο της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Η κεντρική και εννοιολογική τους διαφορά έγκειται στο ότι για μεν το ξέπλυμα προϋποτίθεται μια εγκληματική δραστηριότητα από την οποία προέρχεται το βρώμικο χρήμα (δηλαδή το ζήτημα είναι η προέλευσή του), ενώ στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας το διοδευόμενο χρήμα μπορεί να είναι είτε νόμιμο είτε βρώμικο (δηλαδή το ζήτημα είναι ο προορισμός του).

Με το πλέγμα των ρυθμίσεων αυτών :

• Προσδιορίζεται το περιεχόμενο του όρου «εγκληματικές δραστηριότητες» με την παράθεση «καταλόγου» ποινικών αδικημάτων, όπως π.χ. εμπόριο ναρκωτικών, όπλων, αρχαιοκαπηλία, δωροληψία κ.ά.

• Περιγράφεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση καθεαυτού του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων, με τους πολλαπλούς εναλλακτικούς τρόπους διάπραξής του (μετατροπή, μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή, διαχείριση κ.ά. εγκληματικής περιουσίας/εσόδων).

• Θεσπίζεται η δομή του εθνικού οργανωτικού σχήματος φορέων, αρχών, επιτροπών, υπόχρεων που οι συγκλίνουσες υποχρε- ώσεις και δράσεις τους αποσκοπούν στην πρόληψη/καταστολή του ξεπλύματος.

• Εξειδικεύονται σε λειτουργίες και ουσιαστικές υποχρεώσεις των τραπεζών. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναπτυχθεί περισσότερο και να σχολιαστεί το ζήτημα των «ασύμβατων συναλλαγών». Ως τέτοιες προσδιορίστηκαν οι οριζόμενες στο Ν. 3691/2008 «ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες» και οι «ύποπτες συναλλαγές ή δραστηριότητες». Αναπόφευκτα οι, κατά νόμον, εννοιολογικοί αυτοί προσδιορισμοί ενέχουν αοριστία, γενικότητα και συνεπώς υποκειμενισμό τόσο ως προς την αξιολόγησή τους όσο και, κατ’ επέκταση, ως προς το εύρος και βάθος της εξέτασής τους –καθώς και του ποια θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή και αποδεκτά στοιχεία που να τις δικαιολογούν η όχι.

 

Πότε υπάρχουν υπόνοιες για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος;

Με εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών ορίζεται ότι τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνουν την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες όταν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αντιλαμβάνονται ύποπτες συναλλαγές, δηλαδή συναλλαγές οι οποίες ενδεχομένως υποκρύπτουν νομιμοποίηση προϊόντος εγκλήματος (μετατροπή, μεταβίβαση, κατοχή, χρησιμοποίηση κ.λπ.) το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε εγκληματική δραστηριότητα (π.χ. δωροδοκία, φοροδιαφυγή που συνιστά φορολογικό αδίκημα κ.λπ.) και όχι γι’ αυτήν καθαυτήν την εγκληματική πράξη. Συνεπώς, αντικείμενο αναφορών των υπόχρεων προσώπων θα πρέπει να αποτελεί η χρήση του προερχόμενου από εγκληματική δραστηριότητα προϊόντος με σκοπό τη νομιμοποίησή του και όχι η τέλεση συγκεκριμένης και εξειδικευμένης αξιόποινης πράξης (π.χ. απάτη ή υπεξαίρεση ή κλοπή ), για την τέλεση της οποίας αρκεί απλή και γενική υπόνοια.

Δίνοντας παράδειγμα: Οι λογιστές – ελεύθεροι επαγγελματίες, οι νόμιμοι ελεγκτές και οι φοροτεχνικοί σύμβουλοι δεν είναι υποχρεωμένοι να αναφέρουν στην Αρχή περιπτώσεις ενδεχόμενης φοροδιαφυγής ή δωροδοκίας ή λαθρεμπορίας που υποπί- πτουν στην αντίληψή τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά μόνο περιπτώσεις ενδεχόμενης νομιμοποίησης εσόδων (ξέπλυμα χρήματος) που προέρχονται από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Όταν ελεγκτής παρατηρήσει, κατά τη διενέργεια του ελέγχου, ότι πελάτης του ενδεχομένως προβαίνει σε πράξεις φοροδιαφυγής γενικώς, π.χ. δεν έχει αποδώσει τους οφειλόμενους φόρους, δεν αποστέλλει αναφορά στην Αρχή. Αντιθέτως, όταν διαπιστώσει περίπτωση φοροδιαφυγής (π.χ. μη απόδοση ΦΠΑ) εκ μέρους πελάτη του και ταυτόχρονα αγορά από τον ίδιο κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, τότε οφείλει να αποστείλει σχετική αναφορά στην Αρχή.

Τα υπόχρεα νομικά πρόσωπα, οι υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη τους και τα υπόχρεα φυσικά πρόσωπα απαγορεύεται να γνωστοποιούν στον εμπλεκόμενο πελάτη ή σε τρίτους ότι διαβιβάστηκαν αρμοδίως ή ζητήθηκαν πληροφορίες ή ότι διεξάγεται ή ενδέχεται να διεξαχθεί έρευνα για αδικήματα ξεπλύματος χρήματος ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Τα φυσικά πρόσωπα που παραβιάζουν από πρόθεση το καθήκον της εχεμύθειας τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή.

Οι τελευταίες εξελίξεις

Από τα τέλη Απριλίου 2010 μέχρι πολύ πρόσφατα στο θεσμικό καθεστώς για το ξέπλυμα χρήματος έγιναν δύο σημαντικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις.

«Βασικά εγκλήματα»

Με το Ν. 3842/2010 Α58/23.4.2010 πλειάδα φορολογικών και τελωνειακών αδικημάτων εντάχθηκε στον κατάλογο των «βασικών εγκλημά- των» (εγκληματική δραστηριότητα) του Ν. 3691/2008. Τα αδικήματα αυτά είναι τα εξής:

– Μη υποβολή δήλωσης ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και αποφυγής πληρωμής φόρου ποσού μεγαλύτερου των 15.000 ευρώ ανά διαχειριστική περίοδο.

– Έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή που, στο σύνολό της ή για μέρος της, είναι ποσού πάνω από 3.000 ευρώ.

– Μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων, τελών, εισφορών πάνω από 3.000 ευρώ σε ετήσια βάση.

– Μη καταβολή οφειλών προς το Δημόσιο και τρίτους για χρέη πάνω από 120.000 ευρώ.

– Μη επίδειξη βιβλίων και στοιχείων στον τακτικό έλεγχο ή μη τήρησή τους.

 

Αναβάθμιση και αναδιάρθρωση της Ανεξάρτητης Αρχής

Με τη δεύτερη και πολύ πρόσφατη (Ν. 3932/10.3.2011) ρυθμιστική παρέμβαση, η αποκαλούμενη και ως επιτροπή για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος αναβαθμίζεται προκειμένου να ανταποκριθεί ως Αρχή στη λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων εκείνων μέτρων για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Επίσης διευρύνθηκε το πεδίο των αρμοδιοτήτων της με τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που υποχρεούνται στην υποβολή των δηλώσεων αυτών. Ενισχύθηκε η διοικητική και λειτουργική ανεξαρτησία της με την απεξάρτησή της από την εποπτεία του υπουργού Οικονομικών. Η Αρχή απαρτίζεται από τρεις αυτοτελείς μονάδες, που είναι:

– Διερεύνησης χρηματοοικονομικών πληροφοριών

– Οικονομικών κυρώσεων κατά υπόπτων τρομοκρατίας

– Ελέγχου δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης «πόθεν έσχες» Η Αρχή έχει πρόσβαση σε κάθε μορφής δημόσιο αρχείο ή αρχείο οργανισμού, ακόμη και σε αυτό του συστήματος «Τειρεσίας». Ο πρόεδρος της Αρχής έχει το δικαίωμα να απαγορεύει την κίνηση τραπεζικών λογαριασμών και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, να ανοίγει θυρίδες, να «παγώνει» τη μεταβίβαση ή εκποίηση περιουσιακών στοιχείων.