• Σήμερα είναι: Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου, 2020

Οι ασφαλιστικές εταιρείες σε περιβάλλον Solvency II

Οι πρώτες επιπτώσεις του νέου Πλαισίου Φερεγγυότητας ΙΙ στις ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα είναι πλέον εμφανείς. Διαδικασίες και νέες πολιτικές καταγράφονται, επενδύσεις στον τομέα της πληροφορικής πραγματοποιούνται και διαφαίνεται η τάση για προσπάθεια βελτιστοποίησης του μοντέλου λειτουργίας τους. Παρόλα αυτά όμως, οι ασφαλιστικές εταιρείες αναμένεται να αντιμετωπίσουν ακόμα μεγαλύτερες προκλήσεις το επόμενο χρονικό διάστημα, κυρίως στους παρακάτω άξονες.

 

Οι ασφαλιστικές εταιρείες σε περιβάλλον Solvency II

θάνοσ παπανικολάου

διευθυντής τμήματος χρηματοοικονομικών κινδύνων, kpmg

 

Διαχείριση κινδύνων και αναλογιστική λειτουργία

Οι ασφαλιστικές εταιρείες καλούνται να διαθέτουν ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων, που να εξετάζει το σύνολο των κινδύνων και να τους συνδέει με το απαιτούμενο εποπτικό κεφάλαιο, ανά είδος κινδύνου. Το πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων θα πρέπει επίσης να συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική διαχείρισης κινδύνων και με τη διάθεση ανάληψης κινδύνων της εταιρείας (risk appetite). Τις περισσότερες φορές δεν είναι εμφανής η διάθεση ανάληψης κινδύνων –ανά είδος κινδύνου– ακόμα και στην ανώτερη διοίκηση, αλλά και φυσικά στα υπόλοιπα στελέχη της εταιρείας. Η διασύνδεση των κινδύνων απουσιάζει, με αποτέλεσμα τα τμήματα της εταιρείας να λειτουργούν με τρόπο που φαίνεται ότι δημιουργούνται «silos» μέσα στον οργανισμό. Αυτό έχει ως επακόλουθο να δυσχεραίνεται η αναγνώριση του κινδύνου και επομένως η ορθή μέτρησή του και συνεπακόλουθα η αντιμετώπισή του.

Επίσης, η τιμολόγηση των προϊόντων θα πρέπει να είναι στενά συνδεδεμένη με τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο, αλλά και με τα εποπτικά κεφάλαια που απαιτούνται. Η τιμολόγηση δεν θα πρέπει να σταματά μόνο στο σημείο της τιμολόγησης του ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά να συνδέεται και με τα απαραίτητα εποπτικά κεφάλαια. Επομένως οι εταιρείες θα πρέπει να ακολουθήσουν εξελιγμένες μεθοδολογίες αξιολόγησης της απόδοσης, προσαρμοσμένες στον κίνδυνο, όπως για παράδειγμα μοντέλα RAROC (Risk Adjusted Return on Capital) ή RARORAC (Risk Adjusted Return on Risk Adjusted Capital). Οι συγκεκριμένες μεθοδολογίες θα τους προσδώσουν τη δυνατότητα σύγκρισης των διαφορετικών δραστηριοτήτων και τελικά τη δυνατότητα δυναμικής και προσαρμοσμένης στον κίνδυνο τιμολόγησης.

Σύμφωνα με πρόσφατη ευρωπαϊκή μελέτη της KPMG σχετικά με τη συμβολή της διαχείρισης κινδύνων στις ασφαλιστικές εταιρείες, το 61% των επιχειρήσεων αναγνωρίζει ότι η διαχείριση κινδύνων συμβάλλει πολύ σημαντικά στη γενικότερη πορεία της εταιρείας, το 27% αναγνωρίζει ότι συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό και μόνο το 2% δεν έχει αναγνωρίσει τη σπουδαιότητα αυτής στη συνολική επιτυχία της εταιρείας.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, το 85% των εταιρειών του χρηματοπιστωτικού κλάδου προβλέπουν ότι το ποσοστό του μεριδίου των εξόδων που επενδύεται για τη διαχείριση κινδύνων σε σχέση με τα συνολικά έξοδα θα τριπλασιαστεί την επόμενη τριετία, αναδεικνύοντας την ανάγκη για ακόμα καλύτερη και αποτελεσματικότερη διαχείριση κινδύνων.

 

Εταιρική διακυβέρνηση και οργάνωση

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ακολουθήσουν οργάνωση που να είναι συμμορφωμένη με την εταιρική κουλτούρα και να μην παραμένουν στο μοντέλο συγκέντρωσης όλων των εξουσιών σε ένα μόνο άτομο. Οι ρόλοι θα πρέπει να είναι σαφείς, ξεκάθαροι και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων. Επιτροπές όπως η Επιτροπή Ελέγχου, η Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων, τμήματα όπως ο Εσωτερικός Έλεγχος και διαδικασίες όπως η κανονιστική συμμόρφωση και η διαχείριση κινδύνων, είναι απαιτούμενα. Ο Εσωτερικός Έλεγχος θα πρέπει να ελέγχει τις κρίσιμες διαδικασίες της εταιρείας με βάση το ετήσιο πλάνο του και να υποβάλλει τις αναφορές προς την Επιτροπή Έλεγχου. Αυτή η διαδικασία δεν θα πρέπει να αποτελεί μια παθητική διαδικασία, αλλά μια διαδικασία που στόχο θα έχει τη συνεχή βελτίωση και ενδυνάμωση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου. Είναι συχνό το φαινόμενο οι γραμμές αναφοράς μεταξύ των τμημάτων να μην είναι ξεκάθαρες, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να προσδιοριστεί σε ποιο τμήμα ανήκει ο κίνδυνος που έχει εντοπιστεί, προκειμένου να προβεί ο οργανισμός σε διορθωτικές κινήσεις (π.χ. δημιουργία δικλίδων ασφαλείας – controls) και να τον μειώσει.

Υπενθυμίζεται πως σε περιβάλλον Solvency II και ειδικότερα κατά την αυτοαξιολόγηση των κινδύνων (Πυλώνας 2 – ORSA) παρόμοιες αδυναμίες θα έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή από την εποπτική αρχή πρόσθετων κεφαλαιακών επιβαρύνσεων στις εταιρείες.

 

Πληροφοριακά συστήματα και διοικητική πληροφόρηση

Οι εταιρείες καλούνται να διαθέτουν πληροφοριακό σύστημα που θα τους παρέχει τη δυνατότητα να παράγουν κάθε τρίμηνο τις απαιτούμενες εποπτικές αναφορές. Οι αναφορές που θα υποβάλλονται στις εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι σε συμφωνία με τις λογιστικές καταστάσεις, οι οποίες προτείνεται να συντάσσονται σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, για να είναι αμεσότερη και ευκολότερη η συμφωνία των εποπτικών αναφορών με τις λογιστικές καταστάσεις. Το πληροφοριακό σύστημα δεν μπορεί όμως να λύσει τα προβλήματα που θα εμφανιστούν αναφορικά με την ποιότητα των δεδομένων, τη διαθεσιμότητά τους, την ιστορικότητά τους και τη δυνατότητα εξαγωγής τους από τα διάφορα συστήματα της εταιρείας. Οι επιχειρήσεις θα χρειαστεί να προβούν σε επενδύσεις στον χώρο της πληροφορικής και θα πρέπει να έχουν ως γνώμονα την αρχή της θέσης του πελάτη στο επίκεντρο. Η έννοια «πελάτης» θα πρέπει να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, ώστε η εταιρεία να μπορεί να αναλύει όλα τα προϊόντα που έχει, τις ιδιαιτερότητες συμπεριφοράς που εμφανίζει και να προβλέπει μελλοντικές συμπεριφορές, ώστε να τις προλαβαίνει και να τις ικανοποιεί, με κύριο μέλημα τη διατήρηση του πελάτη που αποφέρει κέρδος, σε όρους προσαρμοσμένης στον κίνδυνο απόδοσης. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης πως η σχέση διαμεσολαβητή – ασφαλιστικής εταιρείας αποτελεί και αυτή μια σχέση πελάτη – εταιρείας.

Εκτός όμως από την προετοιμασία που θα πρέπει να γίνει στις παραπάνω περιοχές, υπάρχει μια ακόμα μεγάλη δυσκολία, ίσως η μεγαλύτερη. Αυτή δεν είναι άλλη από τη μετάβαση από τον σχεδιασμό της στην υλοποίηση και την καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης. Η δυσκολία έγκειται στο να κατανοήσουν οι εταιρείες σε βάθος τις πρακτικές και τις διαδικασίες που έχουν σχεδιάσει, λόγω της συμμόρφωσης με το Solvency II, και να μπορέσουν να τις αφομοιώσουν στο μοντέλο λειτουργίας τους με τέτοιο τρόπο ώστε να προσδίδεται η αναμενόμενη αξία και να αποκτάται ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι άλλων εταιρειών. Η υλοποίηση αναμένεται αναμφίβολα να είναι δύσκολη, διότι οι εταιρείες θα πρέπει να έχουν στελέχη επαρκώς προετοιμασμένα, μέσω της κατάλληλης εκπαίδευσης, στις νέες εποπτικές απαιτήσεις και στις νέες μεθοδολογίες που ο οργανισμός έχει καταρτίσει. Eπίσης, κατά την υλοποίηση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η αρχή της αναλογικότητας και ιδιαίτερα οι μικρές εταιρείες θα πρέπει να διατηρήσουν το πλεονέκτημα της ευελιξίας των αποφάσεων και της άμεσης ανταπόκρισης στις ανάγκες των πελατών.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης ο τρόπος με τον οποίο οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν σκοπό να αντιμετωπίσουν το νέο εποπτικό πλαίσιο σε καθεστώς πλήρους εφαρμογής του. Το Solvency II αντιμετωπίζεται ως μια άσκηση συμμόρφωσης ή ως μια ευκαιρία αλλαγής του τρόπου που δραστηριοποιούνται για να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα; Εσωτερικά μοντέλα εκτίμησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων θα μπορούσαν να προσδώσουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ειδικότερα για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο ζημιών, δεδομένου ότι γι’ αυτές που δραστηριοποιούνται στον κλάδο ζωής είναι σχεδόν μονόδρομος η επιλογή. Οι εταιρείες του ασφαλιστικού κλάδου, σε πρώτη φάση, θα προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν το Solvency II ως μια άσκηση συμμόρφωσης, όμως πολύ γρήγορα θα συνειδητοποιήσουν πως εξελιγμένες μεθοδολογίες διαχείρισης κινδύνων και εσωτερικά μοντέλα εκτίμησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων είναι μοναδική επιλογή γι’ αυτές που θα θέλουν να ξεχωρίσουν και να αποκτήσουν σημαντικό προβάδισμα.

Οι μεγάλες προκλήσεις τώρα αρχίζουν για τις ασφαλιστικές εταιρείες και εκείνες που θα το συνειδητοποιήσουν εγκαίρως και θα δράσουν αναλόγως αναμένεται να έχουν περισσότερο ελπιδοφόρο μέλλον.