• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου, 2020

Οριακά σταθερό το μέλλον της Ευρώπης

Μία έρευνα της Grant Thornton (International Business Report 2013) 

 

Η δεύτερη έκδοση της έρευνας «Το μέλλον της Ευρώπης» αντλεί δεδομένα τόσο από στοιχεία κορυφαίων οίκων οικονομικών προβλέψεων όσο και από 3.100 συνεντεύξεις που διεξήχθησαν με ανώτερα στελέχη, σε χώρες εντός και εκτός της Ευρώπης, στο πλαίσιο της έρευνας International Business Report (IBR) της Grant Thornton. Η έρευνα ασχολείται με τρεις διαφορετικές πτυχές της συνεχούς κρίσης χρέους: τη στασιμότητα των οικονομιών της Ευρώπης, τη μεγαλύτερη ενοποίηση, ως μέσο άμβλυνσης της αβεβαιότητας και το τι σημαίνει αυτό για τη μελλοντική επέκταση της Ευρώπης. 

 

Το μέλλον της Ευρώπης παραμένει οριακά σταθερό. Η αίσθηση στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του 2013 στο Νταβός ήταν ότι η χειρότερη φάση της κρίσης έχει περάσει, όμως οι προοπτικές ανάπτυξης για το 2013 φαίνονται πολύ αδύναμες. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προβλέπει μείωση 0,5% στην ευρωζώνη το 2013 –με μόνο ήπιες βελτιώσεις να αναμένονται για το 2014. Ακόμη και η πανίσχυρη γερμανική οικονομία, η οποία μέχρι πρόσφατα ήταν σχετικά απομονωμένη από την κρίση, σημείωσε μείωση 0,6% τους τρεις τελευταίους μήνες του 2012, οριοθετώντας την ανάπτυξη για το 2012 μόλις στο 0,7%. Από την άλλη, το 2012 η ανάπτυξη της Γαλλίας παρέμεινε στάσιμη.

Η ολοκλήρωση της μεγαλύτερης αναδιάρθρωσης χρέους στην ιστορία τον Μάρτιο του 2012 ενθάρρυνε κάπως τους ευρωπαίους ηγέτες, καθώς το 86% των ιδιωτών επενδυτών που κατείχαν ελληνικά ομόλογα συμφώνησαν να ενταχθούν σε μια συμφωνία διαγραφής, μειώνοντας το χρέος της χώρας κατά περίπου €105 δισ. ή ακριβώς λίγο πάνω από το ήμισυ του ιδιωτικού χρέους της χώρας. Ωστόσο, οι αμφιβολίες σχετικά με τον ισπανικό τραπεζικό τομέα επιβεβαιώθηκαν τελικά στις αρχές Ιουνίου, όταν η κυβέρνηση ζήτησε δάνειο ύψους μέχρι €100 δισ. από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της. Με τους επενδυτές να ταλαντεύονται, τα κόστη δανεισμού (ειδικά στη Νότια Ευρώπη) άρχισαν να ανεβαίνουν ξανά σε μη βιώσιμα επίπεδα. Χρειάστηκε μια ανακοίνωση στις 26 Ιουλίου από τον Mario Draghi, πρόεδρο της ΕΚΤ, πως θα «έκανε ό,τι χρειάζεται για να διαφυλάξει το ευρώ», έτσι ώστε να επανέλθει η ηρεμία στις αγορές.

Η πρόταση της ΕΚΤ για «σαφείς νομισματικές συναλλαγές» (αγορές ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές) στόχευε στο να μειώσει το κόστος δανεισμού των φορτωμένων με χρέη μελών της ευρωζώνης. Ενώ καμία κυβέρνηση δεν ζήτησε ένα σχέδιο διάσωσης το οποίο θα μπορούσε να πυροδοτήσει αυτές τις συναλλαγές, με την ύπαρξη και μόνο του μηχανισμού φάνηκαν να εξευμενίζονται οι αγορές ομολόγων. Με το νέο έτος όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στις τεταμένες δημοσιονομικές διαπραγματεύσεις πάνω από τον Ατλαντικό, ενώ στην Ευρώπη το επίκεντρο μετατοπίστηκε στην ευθυγράμμιση της ανάπτυξης με λιτότητα.

Όμως, τα δυσμενή οικονομικά στοιχεία του Ιανουάριου 2013 ακολούθησε ένα ανησυχητικό αδιέξοδο στις εκλογές της Ιταλίας, το οποίο άφησε τον πρώην κωμικό και αγωνιστή της αντιλιτότητας Beppe Grillo ως τον πιθανό ρυθμιστικό παράγοντα. Πιο πρόσφατα, οι ωδίνες του μικρότερου μέλους της Ευρωζώνης, της Κύπρου –η οποία αντιπροσωπεύει μόλις το 0,5% του ΑΕΠ της νομισματικής ζώνης– αναθέρμαναν την κρίση. Το σχέδιο πρότεινε την υποχρεωτική αγορά μετοχών των προβληματικών τραπεζών από το 9,9% των αποταμιευτικών καταθέσεων, γεγονός, όμως, που απορρίφθηκε ομόφωνα από το κυπριακό κοινοβούλιο. Έτσι, στο πλαίσιο μιας αναθεωρημένης συμφωνίας διάσωσης, μία από τις δύο προβληματικές τράπεζες βρίσκεται υπό εκκαθάριση, με βαριές απώλειες για τους μεγάλους καταθέτες και των δύο. Ο αντίκτυπος στην ευρύτερη οικονομία θα μπορούσε να είναι σοβαρός και η μετάδοση του φαινομένου και σε άλλες οικονομίες με ασταθείς τραπεζικούς τομείς αποτελεί σημαντικό κίνδυνο.

 

Κύρια σημεία έρευνας

Οι οικονομίες της Ευρώπης είναι στάσιμες: οι προοπτικές για οικονομική και επιχειρηματική ανάπτυξη είναι αδύναμες και τα ποσοστά ανεργίας θα παραμείνουν υψηλά· η αύξηση, όμως, των επιχειρηματικών επενδύσεων δίνει μερικές ελπίδες.

Η υποστήριξη του ευρώ παραμένει ισχυρή: το 94% των επιχειρηματιών της ευρωζώνης θέλουν να δουν το ευρώ να επιβιώνει μόλις το 6% θέλουν η χώρα τους να αποχωρήσει από αυτό. Tο 78% βλέπει το ενιαίο νόμισμα θετικά, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 2012 (71%).

Τα μέλη της ευρωζώνης είναι δεκτικά σε περαιτέρω ενοποίηση: το 66% θέλει να δει περαιτέρω οικονομική ενοποίηση, με το 40% να είναι δεκτικό και σε μεγαλύτερη πολιτική ενοποίηση· επίσης ένα 65% υποστηρίζει τα ευρωομόλογα, αν και το ποσοστό αυτό πέφτει σε μόλις 32% στη Γερμανία.

Μικρότερη αποδοχή για «Grexit»: Η αναλογία των μελών της ευρωζώνης που θέλουν να δουν χώρες να εγκαταλείπουν το ευρώ έχει μειωθεί από 24% το 2012 σε 17% κατά το τρέχον έτος.

Δυνητικά νέα μέλη εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για συμμετοχή: πάνω από το 50% των επιχειρηματιών στη Δανία, στη Λετονία, στη Λιθουανία και στην Πολωνία επιθυμούν να συμμετάσχουν στο ευρώ· αν και η πλειοψηφία στη Δανία και την Πολωνία δεν το βλέπουν πιθανό να πραγματοποιηθεί πριν το 2018.

Τα ευρωσκεπτικιστικά έθνη είναι δύσπιστα σχετικά με την περαιτέρω ενοποίηση της Ε.Ε.: περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις στη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν επιθυμούν περαιτέρω ενοποίηση, ενώ μία στις δέκα χώρες πιστεύει ότι το ευρώ πρέπει να διαλυθεί.

Οι γειτονικές αγορές βλέπουν μείωση 2013 της αξίας όσον αφορά τη βελτίωση των σχέσεων: το 52% των γειτονικών χωρών της Ε.Ε. πιστεύει ότι η περαιτέρω ενοποίηση θα αποτελέσει πλεονέκτημα (ποσοστό μειωμένο από το 62% το 2012)· με βασικό πλεονέκτημα να θεωρείται η αύξηση των ευκαιριών για εξαγωγές, μία στις πέντε χώρες θα ήθελε να ενταχθεί τελικά στο ευρώ.

 

ΣΤΑΣΙΜΟΤΗΤΑ

Προβλέψεις για το ΑΕΠ

Οι προοπτικές ανάπτυξης στην Ευρώπη φαίνονται, στην καλύτερη περίπτωση, μέτριες. Το 2013 αναμένεται μια ήπια συρρίκνωση για την ευρωζώνη στο σύνολό της. Η παραγωγή αναμένεται να μειωθεί σε όλες τις ταραγμένες χώρες της Νότιας Ευρώπης: Ελλάδα (-5%), Πορτογαλία (-3%), Ισπανία (-1,6%) και Ιταλία (-1,2%). Η ανάπτυξη στη Γαλλία αναμένεται να είναι στάσιμη για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, ενώ η οικονομία της Γερμανίας προβλέπεται να ανπτυχθεί κατά μόλις 0,7% ρυθμός πολύ χαμηλότερος σε σχέση με το 2012.

Πολλές από τις χρεωμένες χώρες, που θέλουν να ανακουφιστούν, συμφώνησαν να στοχεύσουν σε ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, παρά τις ισχυρές οικονομικές αντιξοότητες. Η Γερμανία, όμως, έχει υποσχεθεί να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό της, μειώνοντας τον καθαρό δανεισμό σε χαμηλά επίπεδα 40ετίας, επικαλούμενη ως κίνητρο τα χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ. Αντίθετα, η Γαλλία αναμένεται να υπερβεί τη συμφωνία για τον στόχο ελλείμματος σε 3% αυτό το έτος, μια ανακοίνωση που προκάλεσε έντονη επίπληξη από την Bundesbank.

Οι προοπτικές για τα παλαιότερα μέλη της Ε.Ε., εκτός του ενιαίου νομίσματος, δεν φαίνονται να είναι καλύτερες. Η παραγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο αναμένεται να αυξηθεί κατά μόλις 0,5% το 2013, πράγμα που σημαίνει ότι η οικονομία παραμένει περισσότερο από τρεις ποσοστιαίες μονάδες πιο συρρικνωμένη απ’ ό,τι πριν την οικονομική κρίση. Οι ρυθμοί ανάπτυξης στη Σουηδία (1,4%) και στη Δανία (0,8%) δεν αναμένονται να είναι πολύ πιο γρήγοροι.

Οι ρυθμοί ανάπτυξης έχουν αυξηθεί ελαφρώς στην Ανατολική Ευρώπη, όμως η οικονομία της Πολωνίας έχει συρρικνωθεί σημαντικά και η χώρα αναμένεται να ανακοινώσει ανάπτυξη ύψους μόλις 1,4% το 2013. Η Λετονία (3,7%), η Εσθονία (2,6%) -η οποία εντάχθηκε στην ευρωζώνη το 2011- και η Λιθουανία (2,5%) έχουν θετικές προβλέψεις, αλλά εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής.

Εκτός Ε.Ε., τα προβλεπόμενα επίπεδα ανάπτυξης είναι πιο εντυπωσιακά. Η οικονομική ανάπτυξη στην Τουρκία αναμένεται να αυξηθεί κατά 3,7% το τρέχον έτος και στο 5,2% το 2014. Η ανάπτυξη στη Ρωσία αναμένεται να διαμορφωθεί σε 3,3% το 2013 και στο 3,9% το 2014, όμως η Γεωργία κρατά τα ηνία, με τις προβλέψεις παραγωγής να αυξάνονται κατά 6,2% φέτος και κατά 7,3% το επόμενο έτος.

 

Χρέος

Η ανησυχία για την Ευρώπη έγκειται στους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τα δαιδαλώδη προγράμματα δημοσιονομικής λιτότητας, τα οποία χαμηλώνουν τα επίπεδα των δημοσίων δαπανών, στο πλαίσιο μιας συντονισμένης προσπάθειας για μείωση των επιπέδων του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, η αργή ανάπτυξη και τα υψηλά επίπεδα ανεργίας μειώνουν τα φορολογικά έσοδα, ενώ αυξάνουν τα οφέλη πληρωμών.

Το ΔΝΤ επισημαίνει σε μια νέα έρευνα ότι επειδή οι χώρες που εφαρμόζουν απαιτητικά προγράμματα λιτότητας ξεκινούν από ένα σχετικά υψηλό επίπεδο χρέους, οι αρνητικές επιπτώσεις των περικοπών που κάνουν είναι μεγάλες, και έτσι αντί να μειώνεται, το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, φαίνεται ουσιαστικά να αυξάνεται για κάποιο χρονικό διάστημα.

Το καθαρό δημόσιο χρέος της Ελλάδας αναμένεται να φθάσει στο 181% του ΑΕΠ το τρέχον έτος, από 165% το 2011, παρά το «κούρεμα» που πραγματοποίησαν οι ιδιώτες κάτοχοι ομολόγων. Τα χρέη της Πορτογαλίας (119%), της Ιρλανδίας (107%) και της Ιταλίας (104%), αναμένεται να συνεχίσουν την αναρρίχηση πάνω από το 100%. Το χρέος της Ισπανίας αναμένεται να φτάσει στο 84% του ΑΕΠ το τρέχον έτος, από 57% το 2011, και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη διάσωση των υπερχρεωμένων τραπεζών

Καθαρό % επιχειρήσεων που είναι αισιόδοξες ως προς τις προοπτικές της οικονομίας (επόμενοι 12 μήνες) και των περιφερειακών κυβερνήσεων. Εν τω μεταξύ, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν και οι δύο πέσει από το επίπεδο ΑΑΑ στις αξιολογήσεις πιστοληπτικής τους ικανότητας, αφού οι στάσιμες οικονομίες τους παρακωλύουν τις προσπάθειες για να τεθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα υπό έλεγχο. Οι κυβερνήσεις και των δύο χωρών έχουν το χαμηλότερο κόστος δανεισμού στην ιστορία τους, αλλά, σε περίπτωση που οι αποδόσεις που ζητούν οι επενδυτές αρχίσουν να αυξάνονται και πάλι, η διαχείριση του χρέους θα γίνει σοβαρό ζήτημα.

 

Η αισιοδοξία των επιχειρήσεων

Η έλλειψη αισιοδοξίας είναι εμφανής στις προσδοκίες των επιχειρήσεων για ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους κατά τους επόμενους μήνες. Μόλις το 14% των επιχειρήσεων της ευρωζώνης και το 22% της Ε.Ε. αναμένει αύξηση κερδών κατά τη διάρκεια των επόμενων 12 μηνών, ποσοστό πολύ μικρότερο από αυτό του παγκόσμιου μέσου όρου (39%). Ενώ οι επιχειρηματίες στην Εσθονία (44%), στη Λετονία (40%), στο Ηνωμένο Βασίλειο (40%) και στη Γερμανία (36%) είναι πιο αισιόδοξοι, η πλειοψηφία εκείνων στη Νότια Ευρώπη στην πραγματικότητα αναμένουν μείωση κερδών(-6%).

Οι φόβοι για την ευρωζώνη συνεχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά το επιχειρηματικό κλίμα σε όλη την περιοχή. Η αισιοδοξία για το επόμενο έτος μεταξύ των επιχειρηματιών της Ε.Ε. ανήλθε σε μόλις 2% το 1ο τρίμηνο του 2013, πολύ πιο κάτω από τον παγκόσμιο μέσο όρο (27%). Ενώ το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει μια σημαντική άνοδο σε σχέση με το 4ο τρίμηνο του 2012 (όπου το αντίστοιχο ποσοστό ήταν -17%, καθοδηγούμενο από την ανάκαμψη της Γερμανίας από 21% σε 42%), τα ευρωπαϊκά ποσοστά είναι πολύ πιο χαμηλά από άλλες περιοχές του κόσμου, όπως στη Λατινική Αμερική (58%), στη Βόρεια Αμερική (32%) στη Ρωσία (53%) και στην Τουρκία (46%). Παρά το γεγονός ότι η Ιταλία, η Ελλάδα και η Ισπανία υποφέρουν (-27%), οι επιχειρηματίες της Γαλλίας είναι αυτοί που βρίσκονται στην τελευταία θέση της κατάταξης στην παγκόσμια αισιοδοξία (-50%).

Οι ανησυχίες σχετικά με την ανάπτυξη των επιχειρήσεων σημαίνει ότι οι αγορές εργασίας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες παραμένουν σε ύφεση και επιβαρύνουν περαιτέρω τις καταναλωτικές δαπάνες. Τον Φεβρουάριο του 2013 η ανεργία στην Ευρωζώνη ανήλθε σε επίπεδο ρεκόρ ύψους 12,0% και σε 10,9% συνολικά στην Ε.Ε. Τα προβλήματα στην Ελλάδα (27%) και την Ισπανία (26%) είναι ακόμη πιο σοβαρά, με το ποσοστό των νέων ανέργων να ανέρχεται σε περισσότερα από ένα στα δύο άτομα, τη στιγμή που σε επίπεδο Ε.Ε. το αντίστοιχο ποσοστό είναι 23,6%. Η έλλειψη ευκαιριών απασχόλησης κινδυνεύει να δημιουργήσει ακόμα μια «χαμένη γενιά», σύμφωνα με τον επίτροπο Απασχόλησης της Ε.Ε.

Δυστυχώς, οι επιχειρηματίες στην Ευρώπη δεν φαίνεται να ανοίγουν τις πόρτες τους στις μάζες των ανθρώπων που αναζητούν μια θέση εργασίας. Μόλις το καθαρό 6% των επιχειρήσεων της Ε.Ε. αναμένουν να προσλάβουν προσωπικό κατά τη διάρκεια των επόμενων 12 μηνών, ποσοστό το οποίο πέφτει σε 2% για όλη την ευρωζώνη. Οι γερμανοί και οι βρετανοί επιχειρηματίες (και οι δύο με ποσοστό 18%) είναι πιο πιθανό να προσλάβουν προσωπικό μέσα στους επόμενους 12 μήνες, αλλά εκείνοι της Νότιας Ευρώπης αναμένουν περαιτέρω μειώσεις (-8%).

Με τις κυβερνήσεις και τα νοικοκυριά να κάνουν περικοπές, και τις εξαγωγές σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες να εξασθενούν, υπάρχει ελπίδα ότι οι επενδύσεις των επιχειρήσεων μπορεί να βοηθήσουν στην ώθηση των στάσιμων οικονομιών της περιοχής. Ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι το ποσοστό των επιχειρήσεων της Ε.Ε. που αναμένουν να αυξήσουν τις επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και μηχανήματα κατά τη διάρκεια των επόμενων 12 μηνών εκτινάχθηκε στο 44% το 1ο τρίμηνο του 2013, από 26% το 4ο τρίμηνο του 2012 –το υψηλότερο από το 4ο τρίμηνο του 2010. Παρόμοια άλματα παρατηρήθηκαν στην ευρωζώνη (από 22% σε 38%) και στη Νότια Ευρώπη (από 12% σε 40%) κατά το τελευταίο τρίμηνο. Πράγματι, οι επιχειρήσεις στη Λιθουανία (66%), την Ιρλανδία (50%), την Πολωνία (46%) και την Ιταλία (44%) παρουσιάζουν μερικά από τα πιο θετικά επενδυτικά κλίματα παγκοσμίως.

 

ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ

Σε αυτό το αβέβαιο σκηνικό, υπήρξαν εκκλήσεις, ιδιαίτερα από τη γερμανίδα καγκελάριο Angela Merkel, για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η ίδια ισχυρίζεται ότι η ευρωζώνη χρειάζεται μεγαλύτερη πολιτική ενότητα, έτσι ώστε να συνάδει με την ήδη υπάρχουσα οικονομική και νομισματική ενοποίηση. Ο Φρανσουά Ολάντ, πρόεδρος του άλλου σκληροπυρηνικού μπλοκ, της Γαλλίας, είναι πιο προσεκτικός, επιθυμώντας να διασφαλίσει την εθνική κυριαρχία και τον έλεγχο του προϋπολογισμού της χώρας του.

Συνολικά, το 89% των επιχειρηματιών της ευρωζώνης θέλουν να δουν περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση, με την Ισπανία (98%), τη Φινλανδία (97%), την Ιταλία (95%) και τη Γαλλία (95%) να παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά. Το χαμηλότερο ποσοστό παρουσιάζει η Ιρλανδία, όπου περίπου ένας στους τρεις επιχειρηματίες (30%) δεν επιθυμεί περαιτέρω ενοποίηση.

Δεδομένων των απόψεων των αντίστοιχων επιχειρηματιών, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι Γερμανοί και Γάλλοι διαφέρουν σημαντικά ως προς την ιδέα της περαιτέρω ενοποίησης. Το 61% των γερμανικών επιχειρήσεων είναι δεκτικές προς μεγαλύτερη πολιτική ενοποίηση, ενώ μόλις το 35% των επιχειρήσεων στη Γαλλία συμφωνούν. Οι επιχειρήσεις σε Ισπανία (61%) και Βέλγιο (45%) φαίνεται επίσης να ενδιαφέρονται για μετάβαση προς μια μεγαλύτερη πολιτική ενοποίηση.

Ενώ η μεγαλύτερη πολιτική ενοποίηση υποστηρίζεται από μόλις 40% των επιχειρηματιών της ευρωζώνης, η πιθανότητα περαιτέρω οικονομικής ενοποίησης υποστηρίζεται με ισχυρή πλειοψηφία (66%). Οι επιχειρηματίες στην Ισπανία (80%), τη Φινλανδία (79%), την Ολλανδία (77%) και τη Γερμανία (76%) είναι όλοι τους δεκτικοί σε μεγαλύτερη οικονομική ενοποίηση, ενώ οι επιχειρήσεις στην Ιρλανδία (50%) και την Ιταλία (56%) δεν δείχνουν το ίδιο ενδιαφέρον.

Τα πρώτα βήματα για τραπεζική ενοποίηση της ευρωζώνης συμφωνήθηκαν στα τέλη του 2012, όπου η ΕΚΤ, από τον Μάρτιο του 2014, θα επιβλέπει περίπου 200 από τις μεγαλύτερες τράπεζες της ευρωζώνης. Η συμφωνία δίνει τη δύναμη στην ΕΚΤ να κλείσει τις τράπεζες της ευρωζώνης που παραβιάζουν τους κανόνες και αναμένεται, εν καιρώ, να επιτρέψει στο κύριο ταμείο διάσωσης της Ε.Ε. να διασώσει εγκαίρως τράπεζες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες.

Υπάρχουν ήδη φόβοι, ωστόσο, ότι το προτεινόμενο «ταμείο εξυγίανσης» θα αποδυναμωθεί –ή τουλάχιστον θα παραμείνει στάσιμο μέχρι τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου– καθώς αποτελεί το πρώτο βήμα προς τη συνδιαχείριση του χρέους. Οι γερμανικές επιχειρήσεις είναι εναντίον της ιδέας συγκέντρωσης χρέους της ευρωζώνης μέσω των ευρωομολόγων: μόλις το 10% δηλώνει ότι υποστηρίζει σίγουρα την ιδέα, με το 62% να αντιτίθεται. Η πλειοψηφία των επιχειρηματιών από άλλες χώρες χωρίς χρέος, όπως η Εσθονία (56%) και η Φινλανδία (50%), είναι επίσης αντίθετοι στην ιδέα. Αντίθετα, ορισμένοι από τους επιχειρηματίες που βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα της ευρωζώνης –Ισπανία (82%), Ελλάδα (69%) και Ιρλανδία (63%)– είναι, χωρίς έκπληξη, πιο πρόθυμοι να δουν τα χρέη να συγκεντρώνονται σε κοινό ταμείο.

 

Η ενοποίηση θα μπορούσε να προκαλέσει προστριβές

Εκτός ευρωζώνης υπάρχει πολύ μεγαλύτερος σκεπτικισμός σχετικά με την περαιτέρω ενοποίηση: το 29% των επιχειρηματιών της υπόλοιπης Ε.Ε. αντιτίθενται, με τη Σουηδία (55%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (55%) να προηγούνται.

Η υποστήριξη για την πολιτική ενοποίηση είναι πολύ χαμηλή (14%) σε αυτές τις χώρες, όμως το 32% τάσσεται υπέρ της μεγαλύτερης οικονομικής ενοποίησης, με την Πολωνία (54%), τη Λιθουανία (40%), τη Δανία (37%) και τη Λετονία (34%) να προηγούνται.

Τα αποτελέσματα φέρνουν στο επίκεντρο τους φόβους ότι ο τελικός αντίκτυπος της κρίσης στην ευρωζώνη θα είναι η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συστήματος δύο επιπέδων, όπου οι 17 χώρες της ευρωζώνης λαμβάνουν αποφάσεις, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις 10 που βρίσκονται εκτός. Διαχωρισμοί έχουν ήδη αναπτυχθεί, και επικεντρώνονται συνήθως γύρω από το Ηνωμένο Βασίλειο. Στα τέλη του 2011, ο πρωθυπουργός της Βρετανίας David Cameron άσκησε βέτο με μια νέα διακυβερνητική συνθήκη, με σκοπό να θέσει αυστηρά ανώτατα όρια όσον αφορά τις δαπάνες της κυβέρνησης και τα δάνεια που προβλέπουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες. Ωστόσο, όλα τα άλλα μέλη της Ε.Ε. –με εξαίρεση τη Δημοκρατία της Τσεχίας– άσκησαν πιέσεις και υπέγραψαν τη Δημοσιονομική Συμφωνία στις αρχές του 2012. Πράγματι, οι σχέσεις της Βρετανίας με την Ευρώπη έχουν γίνει τόσο τεταμένες, ώστε ο κ. Cameron έχει υποσχεθεί να διεξαγάγει δημοψήφισμα για την ένταξη στην Ε.Ε. μέχρι το 2017, εφόσον επιστρέψει στην εξουσία μετά τις επόμενες εκλογές.

 

Επέκταση

Σε μια τέτοια εποχή αβεβαιότητας στην Ευρώπη θα ήταν κατανοητό αν οι χώρες τόσο εντός όσο και εκτός της Ε.Ε. είχαν κατοχυρώσει σχέδια για περαιτέρω ανάπτυξη. Καμία χώρα δεν έχει ενταχθεί από τότε που προσχώρησαν η Βουλγαρία και η Ρουμανία το 2007, αλλά την 1η Ιουλίου 2013 θα ενταχθεί η Κροατία, ενώ άλλες χώρες –όπως η Ισλανδία, το Μαυροβούνιο και η Τουρκία– παραμένουν σε διαπραγματεύσεις. Η ίδια η ευρωζώνη μπορεί να αναπτυχθεί: η Λετονία έχει υποβάλει αίτηση για να γίνει το 18ο μέλος της ζώνης του ευρώ, ενώ η Δανία και η Λιθουανία είναι μέρος του μηχανισμού ERM-II (αν και η πρώτη έχει επίσημα αποχωρήσει).

Η υποστήριξη για την επιβίωση του ευρώ παραμένει ισχυρή εντός ευρωζώνης –το 94% των επιχειρηματιών θέλει να δει το ευρώ να επιβιώνει (92% το 2012). Μόλις το 6% θέλει η χώρα του να αποχωρήσει, με την Ιταλία να προηγείται (10%), αν και, ακόμη και εδώ, το κλίμα εξόδου έχει υποχωρήσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών (από 16% σε 10%).

Επιπλέον, το 78% των επιχειρηματιών είναι πλέον θετικοί για τον συνολικό αντίκτυπο της ένταξης στο ενιαίο νόμισμα (71% το 2012). Οι επιχειρηματίες στην Ιρλανδία (88%), στη Γερμανία (86%) και στη Φινλανδία (85%) είναι πιο θετικοί για το συνολικό αντίκτυπο της ένταξης στο ευρώ, ενώ οι ομόλογοί τους στη Γαλλία, στην Ολλανδία (64%) και στην Ιταλία (67%) είναι πολύ λιγότερο θετικοί, πιο χαμηλά ακόμα και από την Ελλάδα (73%) και την Ισπανία (82%).

 

Αναπτύσσοντας την ευρωζώνη

Το κλίμα σχετικά με την επέκταση έχει οξυνθεί μεταξύ των επιχειρήσεων της ευρωζώνης κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών. Το 38% των επιχειρηματιών της ευρωζώνης δηλώνουν ότι θα ήθελαν να δουν το ευρώ να επιβιώνει και ότι θα πρέπει να συνεχίσει να επεκτείνεται (31% το 2012).

Ωστόσο, το 39% δήλωσαν ότι θα ήθελαν να δουν το ευρώ να επιβιώνει, χωρίς όμως να ενταχθούν περισσότερες χώρες στο εγγύς μέλλον (37% το 2012).

Οι επιχειρήσεις στην ταραγμένη Νότια Ευρώπη είναι από τις πιο ανυπόμονες να δουν το ευρώ να επεκτείνεται. Η Ελλάδα (60%), η Ιταλία (59%) και η Ισπανία (43%) είναι όλες πρόθυμες να καλωσορίσουν τους νεοεισερχόμενους, όπως επίσης και το Βέλγιο (48%). Στο άλλο άκρο του φάσματος, μόλις το 18% των επιχειρηματιών στην Ιρλανδία –η οποία αναλαμβάνει γρήγορα τον ρόλο της Λετονίας ως «παιδί-πρότυπο» για τη λιτότητα– συμφωνεί. Οι υπόλοιπες ΑΑΑ οικονομίες της ευρωζώνης, η Γερμανία (28%), η Φινλανδία (25%) και η Ολλανδία (21%), είναι, επίσης, λιγότερο πρόθυμες να δουν περαιτέρω επέκταση, αν και τα πνεύματα έχουν κατευναστεί τόσο στη Γερμανία (15% το 2012) όσο και στη Φινλανδία (8% το 2012).

Μαζί με την Ιρλανδία (68%), την Ολλανδία (52%) και τη Γερμανία (44%), οι επιχειρηματίες στη Γαλλία (46%) είναι εκείνοι που αντιτίθενται στην ένταξη περισσότερων χωρών στο ευρώ στο άμεσο μέλλον.

Οι επιχειρηματίες της Ε.Ε. εκτός ενιαίου νομίσματος είναι ελαφρώς πιο ενθουσιώδεις σχετικά με την υπάρχουσα ευρωζώνη: το 82% θέλει να δει το ευρώ να επιβιώνει (79% το 2012). Ωστόσο, ο ενθουσιασμός τους δεν φαίνεται να υιοθετείται από τις κυβερνήσεις των χωρών τους. Το 85% των επιχειρηματιών στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θέλει να συμμετάσχει στο ευρώ (83% το 2012). Επίσης, συνεχόμενες έντονες ανοδικές τάσεις του αρνητικού κλίματος υπήρξαν και στη Σουηδία (από 58% σε 69%), στην Πολωνία (από 28% σε 39%) και στη Δανία (από 32% σε 37%).

Ενώ το 71% των επιχειρηματιών της Λετονίας αναμένουν να ενταχθούν στο ευρώ το 2014, το 43% στην γειτονική Λιθουανία δεν το βλέπει να συμβαίνει μέχρι το 2016 το νωρίτερο. Οι επιχειρήσεις της Δανίας και της Πολωνίας είναι λιγότερο πεπεισμένες: το 49% και το 45%, αντίστοιχα, δεν νομίζει ότι θα ενταχθούν πριν από το 2018. Στη Δανία το ποσοστό των επιχειρηματιών, οι οποίοι πιστεύουν ότι η χώρα τους δεν πρόκειται ποτέ να ενταχθεί, αυξήθηκε από 26% σε 39% κατά τους τελευταίους 12 μήνες, μια αλλαγή που παρατηρείται και στη Σουηδία (από 38% σε 50%).

 

Μειωμένη προσέλκυση από την Ε.Ε.

Εκτός της Ε.Ε., υπάρχουν ενδείξεις που υποστηρίζουν τη φθίνουσα σπουδαιότητα του εμπορικού συνασπισμού. Το 2012, το 62% των επιχειρηματιών πίστευαν ότι η βελτίωση των σχέσεων με την Ε.Ε. θα είναι προς όφελος των εργασιών τους, αλλά το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 52% φέτος.

Η μεγαλύτερη μείωση στις αντιλήψεις σχετικά με τη σπουδαιότητα της Ε.Ε. παρατηρήθηκε στην ταχέως αναπτυσσόμενη Τουρκία (από 88% σε 63%), ενώ μόλις πάνω από το ένα τρίτο των επιχειρήσεων στη Νορβηγία (37%) και στη Ρωσία (36%) πιστεύουν ότι η περαιτέρω ενοποίηση των οικονομιών των χωρών τους με την Ευρώπη θα αποτελέσει πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις τους.

Οι επιχειρήσεις στην Τουρκία θεωρούν την αύξηση της αγοράς εξαγωγών (56%) ως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της περαιτέρω ενοποίησης με την Ε.Ε., αν και με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις να έχουν φαινομενικά κολλήσει, το εμπόριο με τη Μέση Ανατολή έχει αυξηθεί. Κατά την τελευταία δεκαετία οι εξαγωγές της Τουρκίας στο Ιράκ, μετά τις συγκρούσεις, έχουν αυξηθεί κατά 25% ετησίως, γεγονός που το καθιστά τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά της χώρας, μετά τη Γερμανία. Οι επιχειρήσεις στην Αρμενία (46%) και τη Γεωργία (32%), επίσης, βλέπουν το μέγεθος της ενιαίας αγοράς ως δυνητικό πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις τους.

Για τις επιχειρήσεις στη Ρωσία, της οποίας η κυβέρνηση διατηρεί κάπως εριστικές σχέσεις με την Ε.Ε., οι οποίες οδηγούν σε δυσκολίες θεώρησης διαβατηρίων και δασμούς εισαγωγών, το βασικό πλεονέκτημα της περαιτέρω ενοποίησης θα ήταν η μείωση της γραφειοκρατίας (38%). Για τους Νορβηγούς, οι οποίοι βρίσκονται εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου αλλά δεν επωφελούνται από την ελεύθερη μετακίνηση των εργαζομένων, το βασικό πλεονέκτημα θα ήταν η ευκολότερη πρόσβαση σε εξειδικευμένο προσωπικό από άλλες χώρες (32%).

Ενώ κάποια από αυτά τα έθνη θα πρέπει να ενταχθούν στην Ε.Ε. προτού μπορέσουν να υιοθετήσουν το ενιαίο νόμισμα, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, ακόμη και με την κρίση της ευρωζώνης σε εξέλιξη, ένας στους πέντε επιχειρηματίες θα ήθελε η χώρα του να υιοθετήσει τελικά το ευρώ. Οι επιχειρηματίες στη Γεωργία (35%), στην Αρμενία (31%) και στην Τουρκία (26%) δείχνουν μεγαλύτερη προθυμία. Ωστόσο, ενώ το αίσθημα στη Γεωργία (18% το 2012) έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, στην Τουρκία έχει μειωθεί (από 32%), αντανακλώντας ίσως την επιθυμία της πρώτης να ξεφύγει από τη ρωσική επιρροή και τη στροφή της Τουρκίας προς τις ταχύτερα αυξανόμενες και ανοικτές αγορές της Μέσης Ανατολής.

 

IBR 2013: Μεθοδολογία

Η έρευνα International Business Report (IBR) της Grant Thornton είναι μια τριμηνιαία έρευνα σε περίπου 3.500 ανώτερα στελέχη εισηγμένων και ιδιωτικών επιχειρήσεων που πραγματοποιείται σε όλο τον κόσμο. Ξεκίνησε το 1992 σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες, ενώ τώρα η έκθεση ερευνά περισσότερους από 13.000 επιχειρηματίες σε 44 χώρες σε ετήσια βάση, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με οικονομικά και εμπορικά θέματα που επηρεάζουν τις επιχειρήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τα δεδομένα σε αυτήν την έρευνα έχουν αντληθεί από 3.100 συνεντεύξεις με διευθύνοντες συμβούλους, προέδρους και άλλα ανώτερα στελέχη, από όλους τους τομείς της βιομηχανίας, οι οποίες διεξήχθησαν μεταξύ Νοεμβρίου 2012 και Φεβρουaρίου 2013. Οι χώρες και οι συνολικές συνεντεύξεις που περιλαμβάνονται στην παρούσα έρευνα αναφέρονται παραπάνω.