• Σήμερα είναι: Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2020

Ο προϋπολογισμός προγραμμάτων και η συμβολή του στον εξορθολογισμό της δημόσιας διαχείρισης




Βασίλης Δρούλιας

Ορκωτός ελεγκτής λογιστής, Senior Manager, Grant Thornton

Ιωάννα Πετρουλάκη

Manager, Grant Thornton

Όταν στις αρχές της δεκαετίας η Ελλάδα επιβιβαζόταν στο όχημα του κοινού νομίσματος, το γενικότερο κλίμα και οι συνθήκες απέπνεαν αισιοδοξία και θετικές προοπτικές. Την περίοδο που ακολούθησε, το υπέδαφος της παγκόσμιας οικονομίας επώαζε μια κρίση, τα συμπτώματα της οποίας έμελλε να γίνουν ορατά χρόνια αργότερα. Έτσι, οι προβλέψεις για οικονομική ανάπτυξη και η πλεονάζουσα ρευστότητα της παγκόσμιας αγοράς έδωσαν τη θέση τους στον κίνδυνο της ύφεσης, στην αβεβαιότητα και στη μείωση της αξιοπιστίας του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, δικαιώνοντας με τρόπο δυσάρεστο τις προβλέψεις των λιγότερο αισιόδοξων.

 

Οι πιέσεις που υφίστανται οι κρατικοί προϋπολογισμοί είναι σαφείς και επηρεάζουν όχι μονό τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας αλλά και τις λεγόμενες ισχυρές, που αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις της ευρωπαϊκής οικονομίας. Αυτό άλλωστε γίνεται φανερό και από τις περιοριστικές πολιτικές που υιοθετούνται πλέον, κατά την κατάρτιση των κρατικών προϋπολογισμών, από κραταιές δυνάμεις όπως η Γερμανία και η Γαλλία.

Σημαντικό κεφάλαιο στην οικονομική ιστορία που θα γραφτεί χρόνια αργότερα, σχετικά με την περίοδο που ζούμε, θα αποτελεί η κρίση δανεισμού που πλήττει τη χώρα μας. Πυρήνας του προβλήματος είναι τα οικονομικά του δημοσίου τομέα, η κατάσταση των οποίων επηρεάζει μοιραία το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί ένα κράμα από μέτρα δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.

Η πορεία που έχει προκαθοριστεί από το μνημόνιο με την τριμερή (ΔΝΤ-Ε.Ε.-ΕΚΤ), προβλέπει εντός του 2013 την εμφάνιση πρωτογενούς πλεονάσματος στον κρατικό προϋπολογισμό. Στο βαθμό που το πλεόνασμα αυτό συνιστά διατηρήσιμη κατάσταση, θα αποτελεί μια ένδειξη βελτίωσης των δημοσίων οικονομικών. Όπως εκτιμάται, το κλίμα που θα διαμορφωθεί, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, θα καταστήσει εφικτή την έκδοση κρατικών τίτλων μέσης και μακράς διάρκειας με λογικά επιτόκια, διασφαλίζοντας την αναγκαία χρηματοδότηση για τη λειτουργία του κράτους.

Η εμφάνιση τέτοιων πλεονασμάτων μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αύξησης των εσόδων, της μείωσης των δαπανών ή και με συνδυασμό των δύο. Από τις τελευταίες εξελίξεις φαίνεται ότι η βελτίωση των κρατικών εσόδων είναι ένας στόχος ο οποίος δεν είναι εύκολα επιτεύξιμος. Η είσπραξη των ήδη βεβαιωμένων εσόδων απαιτεί μια προσπάθεια της οποίας η όποια απόδοση θα προκύψει μεσο- μακροπρόθεσα, ενώ η επιβολή νέας φορολογίας στερεί σημαντικά κεφάλαια από την οικονομία, διευρύνοντας τις υφεσιακές πιέσεις. Έτσι, εύκολα μπορεί να καταλήξει κανείς ότι το πεδίο εκείνο στο οποίο θα δοθεί η μάχη για τη βελτίωση των οι- κονομικών του κράτους είναι αυτό των δαπανών.

Η μέχρι τώρα μέθοδος που χρησιμοποιείται για τον προϋπολογισμό των δαπανών λειτουργεί επαυξητικά, καθορίζοντας το ύψος του κάθε κονδυλίου σε σχέση με αυτό του προηγούμενου έτους. Επιπλέον, το υφιστάμενο σύστημα περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας (π.χ. καταγραφή στον προϋπολογισμό) και κανονικότητας (υποστήριξη με τα απαραίτητα έγγραφα), χωρίς να αποδίδει σημασία στη σκοπιμότητα της δαπάνης και στην αποτελεσματικότητά της για την ικανοποίηση του κοινωνικού συνόλου. Το γεγονός αυτό στερεί από την κατάρτιση του προϋπολογισμού τη δυνατότητα της αξιολόγησης των δαπανών με βάση τις ανάγκες, οι οποίες δεν είναι στατικές αλλά  εξελίσσονται.

Τα παραπάνω υποδηλώνουν την αναγκαιότητα εξεύρεσης τρόπων και μεθόδων που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες ενός σύγχρονου κράτους και ταυτόχρονα θα συμβάλλουν στη μεγιστοποίηση του κοινωνικού οφέλους μέσω της αξιοποίησης των κρατικών πόρων.

Μία από τις λύσεις που προτάθηκαν είναι ο προϋπολογισμός προγραμμάτων. Με τον όρο «προϋπολογισμός προγραμμάτων» νοείται ένα νέο σύστημα για την κατάρτιση, εκτέλεση και παρακολούθηση του κρατικού προϋπολογισμού, το οποίο δίνει έμφαση στην ορθολογική κατανομή και αξιολόγηση της αποδοτικότητας των κρατικών δαπανών. Με την εφαρμογή του, πέρα από την κατανομή της κρατικής δαπάνης στα υπουργεία, που αποτελούν και τους φορείς υλοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής, επιχειρείται η σύνδεση της απόδοσης των εφαρμοζόμενων πολιτικών του κράτους σε συνάρτηση με τους δαπανώμενους πόρους.

Η κατάρτιση του προϋπολογισμού προγραμμάτων

Η κατάρτιση του προϋπολογισμού προγραμμάτων ξεκινά από τη διατύπωση των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στρατηγικών επιδιώξεων του κράτους, καθώς κάθε φορέας καταστρώνει το επιχειρησιακό σχέδιο δράσης του.

Αρχικά, η κυβερνητική πολιτική αναλύεται σε κύριους άξονες λειτουργικής δραστηριότητας που ονομάζονται «Τομείς πολιτικής» (π.χ. υποδομές, άμυνα, υγεία). Οι άξονες αυτοί αναλύονται περαιτέρω σε «Προγράμματα» (π.χ. υποδομές σε συγκοινωνίες, υποδομές σε επικοινωνίες) και μετά σε «Δράσεις» (π.χ. λιμενικές συγκοινωνίες, οδικές συγκοινωνίες). Κάθε επίπεδο διαθέτει εξειδικευμένα χαρακτηριστικά. Σε κάθε επίπεδο λειτουργικής δραστηριότητας προσδιορίζεται ο φορέας που ευθύνεται για τη διαχείριση και επίτευξη των στόχων.

Ο καθορισμός των κυβερνητικών στόχων γίνεται σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, συνήθως τριετή. Εκεί καταγράφεται σε γενικό πλαίσιο (που αντιστοιχεί στο επίπεδο του τομέα πολιτικής) ο προσανατολισμός της κυβερνητικής δράσης και οι βασικές πολιτικές επιδιώξεις, ενώ δεσμεύονται και οι σχετικοί πόροι.

Η ανάλυση σε επίπεδα είναι απαραίτητη προκειμένου να είναι εφικτή η διοίκηση και παρακολούθηση του προϋπολογισμού. Τα επίπεδα μπορεί να είναι τρία ή περισσότερα, ανάλογα με τις ανάγκες της διοικητικής δομής που θα κληθεί να εφαρμόσει τον προϋπολογισμό προγραμμάτων, αλλά και τις ανάγκες της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής.

Σημαντικό στοιχείο της κατάρτισης του προϋπολογισμού προγραμμάτων είναι η ανάθεση ευθύνης. Αυτό πραγματοποιείται με τον καθορισμό των υπευθύνων για κάθε πρόγραμμα και δράση. Οι υπεύθνοι μπορεί να είναι πολιτικοί ή υπηρεσιακοί παράγοντες, με κατάλληλη εμπειρία και θέση ώστε να μπορούν να διοικούν τα προγράμματα και τις δράσεις. Ρόλος τους είναι να κατευθύνουν και να συντονίσουν την προσπάθεια για την επίτευξη των στόχων. Τα καθήκοντά τους δεν περιορίζονται μόνο στην παρακολούθηση των επιχειρησιακών αναγκών του προγράμματος αλλά επεκτείνονται και στη διαχείριση των πόρων. Η απεικόνιση του κυβερνητικού έργου δεν σταματά στην κατανομή του στους άξονες λειτουργικής δραστηριότητας που αναφέραμε παραπάνω, αλλά διατυπώνει στόχους που κάθε τομέας πολιτικής, πρόγραμμα και δράση καλείται να επιτύχει. Ο προσδιορισμός αυτός καθορίζεται με σαφήνεια και με τη θέσπιση συγκεκριμένων δεικτών για τη μέτρηση των αποτελεσμάτων. Απολογιστικά, οι τιμές των δεικτών αυτών θα προσδιορίσουν και το βαθμό επίτευξης των στόχων. Οι δείκτες αυτοί καθορίζονται με σαφήνεια, είναι αντικειμενικοί, μετρήσιμοι και αντιπροσωπευτικοί του βαθμού ικανοποίησης των στόχων.

Στη συνέχεια, η πολιτική εξουσία, με βάση την αξιολόγηση των προτεραιοτήτων κατανέμει τους διαθέσιμους πόρους σε κάθε στοιχείο της λειτουργικής δομής. Η κατανομή γίνεται από μηδενική βάση. Αυτό σημαίνει ότι η κάθε ανάγκη αξιολογείται από την αρχή και, στο βαθμό που η δαπάνη κριθεί σκόπιμη, εγκρίνεται για καταγραφή στον προϋπολογισμό. Έτσι, τα συνολικά ποσά του προϋπολογισμού κατανέμονται στους τομείς πολιτικής, στα προγράμματα και στις δράσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτουν κατά το δυνατό τις ανάγκες υλοποίησης των στόχων. Στο βαθμό που οι περιορισμένοι πόροι καθιστούν ανέφικτη την υλοποίηση ενός ή περισσοτέρων στόχων, γίνονται οι απαραίτητες προσαρμογές, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι στόχοι που τίθενται είναι λογικοί και επιτεύξιμοι. Ο ρόλος των φορέων του δημοσίου τομέα (υπουργεία, οργανισμοί κ.λπ.) στην όλη διαδικασία είναι κομβικός. Η τεκμηρίωση του όλου σχεδιασμού αναφορικά με το κομμάτι των προτεραιοτήτων, της πολιτικής, των στόχων και της επιμέτρησής τους, είναι μια λειτουργία στην οποία ο κύριος ρόλος αναλαμβάνεται από τους φορείς. Εκτελείται δηλαδή μια διεργασία από την κεντρική εξουσία προς τους φορείς στο στάδιο χάραξης της πολιτικής και, αντίστροφα, από τους φορείς προς την κεντρική εξουσία στο στάδιο της τεκμηρίωσης και εξεύρεσης των τρόπων υλοποίησης και αξιολόγησής της.

Για την καλύτερη κατανόηση ενδεικτικά παραθέτουμε το παρακάτω παράδειγμα: Στον Τομέα Πολιτικής «Υγεία» στόχος είναι η βελτίωση των συνθηκών περίθαλψης. Ο τομέας πολιτικής αναλύεται σε δύο προγράμματα με συγκεκριμένους στόχους. Καθένα από τα προγράμματα αυτά αναλύεται περαιτέρω, σε επιμέρους δράσεις που κατανέμουν την επίτευξη του κεντρικού στόχου. Για καθένα από τα προγράμματα και τις δράσεις ορίζονται δείκτες μέτρησης των αποτελεσμάτων. Η επίτευξή τους θα οδηγήσει στην επίτευξη του στόχου του συγκεκριμένου τομέα πολιτικής.

Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατάρτισης, οι στόχοι της πολιτικής και ο τρόπος δράσης έχουν διατυπωθεί και κο- στολογηθεί, ενώ στη συνέχεια καταγράφονται ως στοιχείο του προϋπολογισμού προγραμμάτων που κατατίθεται στα αρμόδια νομοθετικά όργανα για έγκριση.

Εκτέλεση του προϋπολογισμού προγραμμάτων και απολογισμός

Μετά την οριστικοποίηση του προϋπολογισμού προγραμμάτων, οι κρατικοί φορείς καλούνται να κάνουν πράξη το έργο που έχει καθοριστεί στον –εγκεκριμένο πια– προϋπολογισμό. Οι υπηρεσίες, ακολουθώντας το σχεδιασμό που έχει προηγηθεί, κάνουν χρήση των πόρων, ώστε να καταλήξουν στην υλοποίηση των στόχων. Σε αρκετές περιπτώσεις, κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού μπορεί να παρατηρηθούν αδυναμίες στον τρόπο που καταρτίσθηκε. Για το λόγο αυτό, πρέπει να παρέχεται στους φορείς εκτέλεσης πεδίο ευελιξίας, ώστε να είναι σε θέση να προσαρμόσουν επιμέρους στοιχεία του σχεδιασμού και να αποφύγουν θέματα που πιθανά αποτελούν τροχοπέδη στην αποδοτική εκτέλεση του έργου. Στο πλαίσιο των προσαρμογών αυτών και προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα υπερβάσεων και αντιοικονομικής χρήσης των πόρων, επιβάλλεται η θέσπιση δικλίδων, οι οποίες θα διασφαλίζουν την τήρηση των ορίων στη χρήση των πόρων. Μετά την εκτέλεση του προϋπολογισμού, ακολουθεί το στάδιο της αξιολόγησης των αποτελεσμάτων. Στην πράξη κάθε φορέας καταρτίζει μια αναφορά, η οποία αναλύει τις ενέργειες που έγιναν στη χρονιά που πέρασε, τους πόρους που δαπανήθηκαν και τις επιδόσεις που σημειώθηκαν σε σχέση με εκείνες που είχαν καθοριστεί κατά το στάδιο της κατάρτισης.

Οι δείκτες και οι πόροι που είχαν καθοριστεί για την οριοθέτηση των στόχων αντιπαραβάλλονται πλέον με τις πραγματικές τιμές. Οι όποιες αποκλίσεις αναλύονται και αιτιολογούνται. Η επιτυχία ή αποτυχία κάθε προγράμματος ή δράσης επηρεάζει την επίτευξη των στόχων των τομέων πολιτικής. Έτσι, η αξιολόγηση της από- δοσης των επιπέδων της διοίκησης που εκτελεί τα προγράμματα και τις δράσεις, συναθροίζεται κατά την αξιολόγηση του έργου της κεντρικής εξουσίας, δηλαδή του υπουργείου και της κυβέρνησης συνολικά.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι μεμονωμένοι στόχοι και δείκτες εκφράζουν μονομερώς επιμέρους παραμέτρους της πολιτικής. Για παράδειγμα, στόχοι και δείκτες που έχουν σχέση με τη μείωση του κόστους, σε κάθε περίπτωση πρέπει να αξιολογούνται λαμβάνοντας υπόψη και άλλες ποιοτικές μεταβλητές. Δηλαδή, ένας δείκτης που στοχεύει στη μείωση του κόστους των υπηρεσιών υγείας και κυμαίνεται σε επίπεδα αντίστοιχα των προβλέψεων δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και επιτυχία του σχετικού προγράμματος. Η μείωση του κόστους ενδέχεται να προκαλέσει και υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας. Η εξαγωγή συμπερασμάτων, συνεπώς, είναι μια σύνθετη διαδικασία και θα πρέπει να προκύπτει από τη συνδυαστική αξιολόγηση και μελέτη του βαθμού επίτευξης των στόχων.

 

Προϋποθέσεις υλοποίησης

Η υιοθέτηση του προϋπολογισμού προγραμμάτων συνιστά μια γιγάντια προσπά- θεια εξορθολογισμού της διαχείρισης των κρατικών πόρων, ενώ η προσπάθεια αυτη φαντάζει μεγαλύτερη αν αναλογιστεί κανείς την πολυπλοκότητα και τις ιδιαιτερό- τητες που έχει ο δημόσιος τομέας. Οι απαιτήσεις για την αποδοτική λειτουργία του μοντέλου είναι σημαντικές και αφορούν πολλούς τομείς της δράσης του κράτους. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις εξής:

– Η αναδιάρθρωση της διοικητικής δομής, με ένα τρόπο που θα είναι συμβατός με τη δομή των αντίστοιχων προγραμμάτων και δράσεων. Το έργο των οργανωτικών μονάδων του κράτους πρέπει να ανταπο- κρίνεται σε αυτό των προγραμμάτων και δράσεων, έτσι ώστε να είναι ευχερής η εκτέλεση, παρακολούθηση και ανάθεση της ευθύνης.

– Η ανταπόκριση του ανθρώπινου παράγοντα είναι αποφασιστικής σημασίας και βαραίνει σημαντικά στην τελική έκβαση του εγχειρήματος. Η υιοθέτηση της νέας αυτής λογικής είναι σαφές ότι προϋποθέτει και συνεπάγεται την αλλαγή νοοτροπίας στη διεκπεραίωση των δημοσίων υποθέσεων. Τα στελέχη που θα κληθούν να λειτουργήσουν στο πλαίσιο αυτό πρέπει να έχουν τις αναγκαίες γνώσεις και τα προσόντα που θα τους καθιστούν ικανούς για την εκτέλεση του ρόλου τους. Παράλληλα, η δημόσια διοίκηση πρέπει να διαμορφώσει μηχανισμούς υποκίνησης οι οποίοι θα βελτιώσουν την ποιότητα της προσφερόμενης εργασίας και την παραγωγικότητα των εργαζομένων.

– Η επιμέτρηση της αποτελεσματικότητας αποτελεί μια καινοτομία του προϋπολογισμού προγραμμάτων. Για να γίνει όμως σωστά, πρέπει πρώτα να διαμορφωθεί από κάθε υπηρεσία ένας αξιόπιστος μηχανισμός συλλογής και αξιολόγησης των πληροφοριών που θα διασφαλίζει, με ένα λογικό κόστος, τον ορθό υπολογισμό των δεικτών διαχρονικά.

– Η εφαρμογή του προϋπολογισμού προγραμμάτων συνεπάγεται την αλλαγή στον τρόπο κατανομής ευθυνών και αρμοδιοτήτων. Η ανάθεση της ευθύνης στον υπεύθυνο της δράσης ή του προγράμματος αποτελεί μια σημαντική καινοτομία. Παράλληλα, όμως, δημιουργεί μια νέα θέση μικτής ευθύνης, όπου καλύπτει διαχειριστικές αλλά και επιχειρησιακές αρμοδιότητες. Η επαρκής κατάρτιση, εγρήγορση και ανταπόκριση των υπευθύνων προγραμμάτων και δράσεων στους ρόλους τους αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα για τα οφέλη που τελικά θα προκύψουν.

– Αποφασιστικής σημασίας για την επιτυχία του προϋπολογισμού προγραμμάτων είναι η συμβολή της ηγεσίας των υπουργείων. Για το λόγο αυτό απαιτείται η επιμονή στους στόχους που σχετίζονται με την υιοθέτηση του συγκεκριμένου μοντέλου, η προώθηση των απαιτούμενων διαδικασιών για την εφαρμογή και κυρίως η ενεργή ενασχόληση με τη διαδικασία της κατάρτισης, εκτέλεσης και παρακολούθησης του προϋπολογισμού.

Τι προσδοκάται από την εφαρμογή του προϋπολογισμού προγραμμάτων; Η αλλαγή που συντελείται για ένα κράτος που επιχειρεί να εφαρμόσει τον προϋπολογισμό προγραμμάτων είναι σημαντική. Τα οφέλη πιθανότατα δεν θα προκύψουν άμεσα, αφού απαιτείται και ένα διάστημα προσαρμογής, στο οποίο η κρατική λειτουργία θα εμπεδώσει τις νέες διαδικασίες και μεθόδους, ενώ κάθε συμμετέχοντας θα αξιολογεί και θα κρίνει με τα νέα κριτήρια. Η διαμορφωμένη κουλτούρα και νοοτροπία δύσκολα αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Αργά ή γρήγορα, όμως, από την εφαρμογή του μοντέλου θα προκύψουν πολλαπλά οφέλη:

– Η μεγιστοποίηση του κοινωνικού οφέλους από τη χρήση των κρατικών πόρων είναι κεντρικός στόχος της πολιτικής εξουσίας, ιδιαίτερα σε περιόδους που οι πόροι αυτοί είναι σημαντικά περιορισμένοι. Ο προϋπολογισμός προγραμμάτων, με την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των χρησιμοποιούμενων πόρων, συμβάλλει στην οικονομικότερη αξιοποίηση κεφαλαίων και ανθρώπων, με προορισμό τη βελτίωση των υπηρεσιών του κράτους με το χαμηλότερο δυνατό κόστος.

– Σε περιόδους εφαρμογής περιοριστικής πολιτικής και μείωσης των κρατικών δαπανών, με τον προϋπολογισμό προγραμμάτων μπορούν να αποφευχθούν οι οριζόντιες περικοπές, οι οποίες επιφέρουν μεγάλο κοινωνικό κόστος. Αντίθετα, έχοντας μια αξιόπιστη απεικόνιση της κρατικής λειτουργίας και των πόρων που απαιτούνται για την εκτέλεσή της, μπορούν να γίνουν στοχευμένες παρεμβάσεις σε συγκεκριμένες δραστηριότητες του κράτους, οι οποίες είτε είναι αντιοικονομικές είτε η κοινωνική τους συνεισφορά είναι περιορισμένη.

– Επιπλέον, ο προϋπολογισμός προγραμμάτων, εγκαθιστώντας ένα αξιόπιστο ανοικτό σύστημα αξιολόγησης της κρατικής δράσης, διαμορφώνει ένα περιβάλλον διαφάνειας και αξιοπιστίας, όπου κάθε πολίτης μπορεί να γνωρίζει τι κόστισε κάθε λειτουργία του κράτους και πόσο επιτυχημένη ήταν η δημόσια διαχείριση. Αποφεύγει λοιπόν να εστιάσει στο «πόσο», αλλά δίνει έμφαση και στο «γιατί» και «με τι αποτέλεσμα» δαπανά το κράτος. Με τον τρόπο αυτό συμβάλλει στην αξιολόγηση της κρατικής εξουσίας και παρέχει στοιχεία για τη διαμόρφωση τεκμηριωμένης πολιτικής άποψης από κάθε πολίτη ξεχωριστά.

Ο δρόμος για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διαχείρισης στη χώρα μας είναι δύσβατος και ανηφορικός. Η χάραξη στρατηγικής αποτελεί ένα ορόσημο στην πορεία αυτή. Οι αγγλοσάξωνες λένε: «if you fail to plan, you plan to fail», κάτι που δεν είναι μακριά από την πρόσφατη πραγματικότητα για τη χώρα μας. Οι αλλαγές που απαιτείται να γίνουν είναι σημαντικές και αφορούν τόσο το πεδίο των θεσμών και των διαδικασιών όσο και αυτό της εγκατεστημένης νοοτροπίας και αντίληψης για το χαρακτήρα και το ρόλο της δημόσιας διοίκησης. Αυτό το τελευταίο μάλιστα ίσως είναι και το πιο δύσκολο από όσα πρέπει να γίνουν.

Όσα αναφερθήκαν παραπάνω δεν είναι πανάκεια, ούτε μπορούν να δώσουν μαγικές λύσεις. Αυτές θα προκύψουν από ένα συνδυασμό παραγόντων οι οποίοι θα καθορίσουν το μέλλον της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και διαχείρισης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προϋπολογισμόςπρογραμμάτων μπορεί να αποτελέσει ένα κομμάτι στο μωσαϊκό ενός σύγχρονου κράτους που καλείται να ανταποκριθεί στις δυσκολίες του παρόντος και στις προκλήσεις του μέλλοντος.