• Σήμερα είναι: Δευτέρα, Δεκέμβριος 16, 2019

ΠΕΡΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΩΣ

Ευαγγελία Παρίση

Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής της ΣΟΛ Α.Ε.

CROWΕ SOL

Γεράσιμος Χαλιώτης

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Msc

Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής, συνεργάτης ΣΟΛ Α.Ε.

CROWΕ SOL

Ο νομοθέτης θέλησε να θωρακίσει την ιδιωτική ασφάλιση κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να εμπεδωθεί το αίσθημα ασφάλειας στους ασφαλισμένους αλλά και τους πολίτες εν γένει, οι οποίοι θα ήθελαν (ή θα ήταν υποχρεωμένοι από τον νόμο) να ασφαλιστούν κατά διαφόρων κινδύνων ή θα ήταν δικαιούχοι (ή εν δυνάμει δικαιούχοι) ασφαλίσματος. Ιδιαιτέρως όσον αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση για αστική ευθύνη από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό, αν σκεφθεί κανείς την αντίθετη περίπτωση, την περίπτωση δηλαδή που ο μεν ασφαλισμένος θα καλούταν τελικώς να πληρώσει τη ζημία που προκάλεσε το όχημά του σε τρίτο με δικά του χρήματα ή που ο δικαιούχος ασφαλίσματος δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από μια αναξιόχρεη ασφαλιστική εταιρεία.

Η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρείας ανακαλείται οριστικά, συμφώνως προς τις διατάξεις του Ν. 4364/2016, από την αρμόδια εποπτική αρχή (Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος).

Στην περίπτωση (συνήθης) που η ανάκληση οφείλεται σε παράβαση νόμου και εφόσον απαγορευθεί ρητά η ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών της στοιχείων, ακολουθεί η ασφαλιστική (αναγκαστική) εκκαθάριση, συμφώνως προς τα άρθρα 235 και επόμενα του Ν. 4364/2016, η οποία αποτελεί ειδική μορφή εκκαθάρισης με έντονα χαρακτηριστικά συλλογικής διαδικασίας, που διαφέρει κατά πολύ από την κοινή ή εκούσια εκκαθάριση της ανωνύμου εταιρείας, έχουσα πολύ περισσότερα κοινά στοιχεία με την πτωχευτική διαδικασία, με κύριο σκοπό την ικανοποίηση των δικαιούχων ασφαλιστικών απαιτήσεων, οι οποίες ικανοποιούνται προνομιακά από την ασφαλιστική τοποθέτηση (Ράνια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου: «Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο», 2012 σελ. 91 επ.)

Ειδικότερα για την περίπτωση που η άδεια ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται οριστικά από την Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος και τίθεται αυτή σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ήταν απαραίτητη η διασφάλιση των δικαιωμάτων των δικαιούχων ασφαλίσματος. Όπως συμβαίνει και στην πτώχευση, προνόμιο (προ παντός άλλου προνομίου) έχουν τα έξοδα ασφαλιστικής εκκαθάρισης (Άρθρο 248 παρ.7 εδ. α του Ν. 4364/2016). Πρωτοτυπία εδώ έχουμε με τις απαιτήσεις από σχέση εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες προηγούνται των απαιτήσεων των δικαιούχων ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και των απαιτήσεων των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών (Άρθρο 248 παρ.7 εδ. β του Ν. 4364/2016).

Είναι γεγονός ότι ο νόμος (Ν. 4364/2016) που διέπει την ασφαλιστική εκκαθάριση είναι απολύτως σαφής και δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας. Το προνόμια που ορίζει (έξοδα εκκαθάρισης, απαιτήσεις από εξαρτημένη εργασία, δικαιούχοι ασφαλίσματος) είναι τόσο συγκεκριμένα και περιοριστικά, που οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία καθίσταται (κατά τη γνώμη μας) αδύνατη.

Τονίζεται ότι ειδικώς για τις υφιστάμενες κατά την 31.12.2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις1, οι απαιτήσεις του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης στερούνται παντελώς προνομίων κατά το διάστημα της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και επανέρχονται μετά τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και το «πέρασμα» στην κοινή εκκαθάριση, όπου βρίσκουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις και τα προνόμια. Στο γεγονός αυτό συνηγορούν μεταξύ άλλων:

α. Η περιοριστική και σαφέστατη αναφορά των προνομίων στον Ν. 4364/2016 (Άρθρο 248).

β. Η παρ. 2 του άρθρου 237 του Ν. 4364/2016, σύμφωνα με την οποία: «2. Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής ή εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, οι νόμιμοι εκπρόσωποί του, δεν υπέχει ποινική ευθύνη ούτε προσωποκρατείται ούτε υπέχει οποιαδήποτε άλλη ευθύνη για χρέη της ασφαλιστικής επιχείρησης προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους…»

γ. Η παρ. 6 του άρθρου 239 του Ν. 4364/2016 συμφώνως προς την οποία: «6. Κατάσχεση ή δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης στα χέρια της ιδίας ή τρίτου δεν επιτρέπεται κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση».

δ. Η παρ. 3 του άρθρου 243 του Ν. 4364/2016, σύμφωνα με την οποία: «3. Κατά παρέκκλιση των κείμενων φορολογικών, ασφαλιστικών και λοιπών διατάξεων, στις περιπτώσεις μεταβίβασης ή εκποίησης περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικών εταιρειών που τελούν υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, δεν είναι αναγκαία η προσκομιδή πιστοποιητικού φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας και κάθε άλλου εγγράφου γενικά που απαιτείται να προσαχθεί από δημόσια αρχή ή ΝΠΔΔ για το χρόνο που έχει προηγηθεί της ανάκλησης και θέσης της εταιρείας σε ασφαλιστική εκκαθάριση για τη σύνταξη του σχετικού συμβολαίου ή της μεταβιβαστικής εν γένει σύμβασης. Ο συμβολαιογράφος συντάσσει το συμβόλαιο χωρίς την προσκομιδή πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας ή κάθε άλλου, από τα προαναφερθέντα εγγράφου και οι αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες υποχρεούνται να προβαίνουν σε θεώρηση βιβλίων και στοιχείων των υπό εκκαθάριση ασφαλιστικών εταιρειών, χωρίς επίσης προσκομιδή των απαιτούμενων πιστοποιητικών και εγγράφων».

ε. Η παρ. 3 του άρθρου 239 του Ν. 4364/2016 ορίζει: «3. Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της ασφαλίσεων αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης» (Πρβλ και ΑΠ688/2005, Ε.Εμπ.Δ. 2005, 749)

Καθίσταται προφανής από όλα τα παραπάνω άρθρα (αλλά και από το συνδυασμό αυτών) η βούληση του νομοθέτη, ο οποίος θέλησε να καταστήσει ξεκάθαρο και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι πάσης φύσεως απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, δεν έχουν καμία σχέση ή προνόμιο καθ’ όσο διάστημα διαρκεί η ασφαλιστική εκκαθάριση. Κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, μόνον οι απαιτήσεις που ρητά εξοπλίζονται από τον νόμο με συγκεκριμένα προνόμια κατατάσσονται και ικανοποιούνται, υπό τους όρους, πάντοτε, τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ο ανωτέρω Ν. 4364/2016 ορίζει.

Ειδικότερα ζητήματα

Κατά το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, το σύνολο της περιουσίας της εταιρείας είναι δεσμευμένο από την αρμόδια εποπτική αρχή (ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος) για την εξυπηρέτηση των σκοπών του Ν. 4364/2016 που το διέπει. Συνδιαχειριστής της περιουσίας των υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρειών είναι το ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο» κατά το λόγο συμμετοχής του (ο οποίος προκύπτει με υπολογισμό από το σύνολο της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρείας και το ποσοστό των ασφαλιστηρίων που αφορά αστική ευθύνη κλάδου αυτοκινήτων).

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο εκκαθαριστής, στο τέλος κάθε εξαμήνου (30/6 και 31/12) υποβάλλει απολογισμό εξόδων και προϋπολογισμό εξόδων του επομένου εξαμήνου. Αυτοί εγκρίνονται από το Επικουρικό Κεφάλαιο (για ασφαλιστική εταιρεία με αντικείμενο την ασφάλιση αστικής ευθύνης αυτοκινήτου) ή το Εγγυητικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεων Ζωής (για ασφαλιστική εταιρεία με αντικείμενο την ασφάλιση ζωής) και την αρμόδια εποπτική αρχή (Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος) και εν συνεχεία οι παραπάνω εγκρίνουν και υλοποιούν την αποδέσμευση των αιτηθέντων ποσών. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι κατά τη διαχείριση των χρημάτων της εκκαθάρισης, που είναι δεσμευμένα ήδη, υπάρχει και τηρείται διεξοδικότατη διαδικασία, εποπτευόμενη από την καθ’ ύλη αρμόδια εποπτική αρχή (που έχει επιβάλει και τη δέσμευση) και ως εκ τούτου, κάθε άλλη δέσμευση ή παρέμβαση –εκτός του ότι δεν είναι ανεκτή από τον νόμο– απλώς παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία των εκκαθαρίσεων και την εφαρμογή του νόμου.

Οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδικοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο, εκτός από τα προνόμια του πρώτου και δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 248 του Ν. 4364/2016 (δηλαδή τα προνόμια των εξόδων εκκαθάρισης και των απαιτήσεων από σχέση εξαρτημένης εργασίας).

Το προνόμιο αυτό ασκείται αποκλειστικά από τους δικαιούχους ασφαλίσεων ζωής, από τους δικαιούχους ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και από τους δικαιούχους των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών, στα περιουσιακά στοιχεία για καθεμιά από τις ασφαλίσεις αυτές. Το ως άνω προνόμιο ισχύει και μετά τη λύση της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Ο εκκαθαριστής ικανοποιεί από το προϊόν της εκποίησης τους δικαιούχους ασφαλίσματος συμμέτρως.

Ειδικά για την απόδοση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών

Εκτός από τα παραπάνω, θα πρέπει εδώ να αναφερθούν και τα εξής:

Στις περισσότερες περιπτώσεις, προ της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, η αρμόδια εποπτική αρχή προβαίνει σε δέσμευση της περιουσίας της και σε χαρακτηρισμό αυτής ως ασφαλιστική τοποθέτηση. Από το χρονικό αυτό σημείο, η λειτουργία της ασφαλιστικής επιχείρησης περιορίζεται δραστικά, εφόσον εκτός της άνω δέσμευσης της περιουσίας και μέχρι η ασφαλιστική εταιρεία να συμμορφωθεί με όσα επιβάλλονται από τον νόμο και την εποπτική αρχή, δεν μπορεί να εκδίδει νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια ή πρόσθετες πράξεις. Είναι αυτονόητο ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεν υπάρχουν διαθέσιμα χρήματα (μη δεσμευμένα) για την πληρωμή φόρων και η οποιαδήποτε κίνηση σε λογαριασμούς απαιτεί προηγουμένως την υποβολή αιτήσεως αποδέσμευσης και την αντίστοιχη άδεια από την εποπτική αρχή.

H λεπτομερέστατη και διεξοδικότατη διαδικασία που προηγείται της δέσμευσης από την αρμόδια εποπτική αρχή της περιουσίας των ασφαλιστικών εταιρειών, καθώς επίσης και της έκτασης της δέσμευσης αυτής στο σύνολο της περιουσίας των ασφαλιστικών εταιρειών, καθιστά ξεκάθαρο το γεγονός ότι δεν είναι δυνατή καμία πληρωμή μετά τη δέσμευση. Μετά τη δέσμευση ΔΕΝ υφίσταται ούτε πραγματική αλλά ούτε και νομική δυνατότητα για οιονδήποτε (ασφαλιστικό εκκαθαριστή ή πρώην διοίκηση της εταιρείας) να καταβάλει οφειλόμενους φόρους και εισφορές. Είναι λοιπόν απαραίτητος ο διαχωρισμός μεταξύ της περιπτώσεως που υπήρξε όντως φοροδιαφυγή με τη μη καταβολή των αναλογούντων φόρων από αυτήν που δεν υπήρχε, λόγω δέσμευσης κατά τα άνω, πραγματική δυνατότητα καταβολής των αναλογούντων φόρων ήδη προ της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ακριβώς αυτός είναι ο δικαιολογητικός σκοπός της δέσμευσης, να μη γίνει δηλαδή καμία απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων της ελεγχόμενης εταιρείας προκειμένου να διασφαλισθούν τα εκ του νόμου προβλεπόμενα προνόμια σε περίπτωση ανακλήσεως της αδείας της. Συνεπώς, κάθε άλλη δέσμευση από οιονδήποτε στερούμενο προνομίου πιστωτή (ως εν προκειμένω από το Δημόσιο ή φορέα κοινωνικής ασφάλισης) θα συνιστούσε ευθεία παραβίαση των εκ του νόμου (Ν. 4364/2016) θεσπισθέντων προνομίων (και συνεπώς θα συνιστούσε ευθεία παραβίαση νόμου), εφόσον θα είχε τον μη νόμιμο (υπό τις ειδικές διατάξεις που αναλυτικώς εκθέσαμε) σκοπό της προστασίας μη προνομιούχου απαίτησης (φόρων ή εισφορών) και μάλιστα προ της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας εις βάρος των προνομιούχων δανειστών, όπως αυτοί περιοριστικά περιγράφονται στο άρθρο 248 παρ. 7 του Ν. 4364/2016 και αναλύθηκε ανωτέρω. Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί πότε γεννήθηκαν οι υποχρεώσεις, πότε βεβαιώθηκαν, πότε μπορούσαν (και έπρεπε) να πληρωθούν και εάν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα υπήρχε και η πραγματική και νομική δυνατότητα πληρωμής των είτε υπό του εκκαθαριστού είτε και υπό της πρώην διοικήσεως της ασφαλιστικής εταιρείας.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων, την παραπάνω απόφαση λήψης διοικητικών μέτρων (δέσμευσης κ.λπ.) ακολουθεί η απόφαση οριστικής ανάκλησης άδειας λειτουργίας και θέσης σε ασφαλιστική εκκαθάριση και ο χαρακτηρισμός του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας ως ασφαλιστική τοποθέτηση.

Από όλα τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι για τις υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσες εταιρείες δεν υφίσταται περιθώριο εφαρμογής του νόμου για λήψη μέτρων, εφόσον υφίσταται αφενός μεν νομική υποχρέωση των οργάνων της εκκαθάρισης να μην καταβάλλουν οτιδήποτε σε οιονδήποτε μη προνομιούχο δανειστή, μεταξύ των οποίων και του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αφετέρου δε πραγματική και νομική αδυναμία των μελών της πρώην διοικήσεως.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

1. Το υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΠΕΙΣ Γ 1015294/23-1-2014 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – Γενική Γραμματεία Εσόδων – Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων – Διεύθυνση Πολιτικής Εισπράξεων – Τμήμα Γ’ με θέμα «Παροχή οδηγιών σχετικά με επιχειρήσεις υπό ασφαλιστική εκκαθάριση», όπου –μεταξύ άλλων– η ως άνω Υπηρεσία ενημερώνει σχετικά τις ΔΟΥ, στις οποίες υπάγονται οι υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικές εταιρείες, ότι:

«Το νομοθετικό πλαίσιο για θέματα που αφορούν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι το Ν.Δ. 400/19702. Ειδικότερα, το άρθρο 12Α του Ν.Δ. 400/1970 με τίτλο “Ασφαλιστική Εκκαθάριση” περιγράφει την τηρητέα διαδικασία κατά το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, όπου σύμφωνα με την παρ. 5 αυτού3 “Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων ασφαλίσεων αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης” και την παρ. 144 αυτού “Ο εκκαθαριστής και ο επόπτης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης δεν υπέχουν ποινική ευθύνη ούτε προσωποκρατούνται ούτε υπέχουν οποιαδήποτε άλλη ευθύνη για χρέη της ασφαλιστικής επιχείρησης προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους…”. Επίσης το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 400/1970 με τίτλο “Προνόμια επί ασφαλιστικών τοποθετήσεων – Κατάσχεση – Πτώχευση” θεσπίζει κανόνα ακατάσχετου της ασφαλιστικής τοποθέτησης και ειδικότερα σύμφωνα με την παρ. 2 αυτού5 “Κατάσχεση ασφαλιστικής τοποθέτησης στα χέρια της ασφαλιστικής επιχείρησης ή τρίτου επιτρέπεται μόνο υπέρ των δικαιούχων της προηγούμενης παραγράφου 1 με βάση τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου…” Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο νόμος θεσπίζει κανόνα ακατάσχετου των αποτελούντων ασφαλιστική τοποθέτηση περιουσιακών στοιχείων για τις επιχειρήσεις που τελούν σε ασφαλιστική εκκαθάριση και για όσο χρονικό διάστημα αυτή διαρκεί απαγορεύεται να προβείτε στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης (επιβολή κατασχέσεων, έκδοση προγραμμάτων πλειστηριασμού) εναντίον αυτών ή των διορισθέντων εκκαθαριστών, ενώ σε περίπτωση που έχετε προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση θα πρέπει αυτή να ανασταλεί».

Σημειώνεται ότι το παραπάνω έγγραφο είχε εκδοθεί ήδη υπό την ισχύ του προϋφιστάμενου Ν.Δ. 400/1970, το οποίο καταργήθηκε μεν από τον Ν. 4364/2016, περιλαμβάνει όμως πανομοιότυπες διατάξεις με αυτές επί των οποίων η σύνταξη του άνω εγγράφου βασίστηκε.

Περαιτέρω, στο άνω έγγραφο γίνεται αναφορά στην υπ’ αριθ. 179/2002 Γνωμοδότηση του Β’ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία έγινε δεκτή από τον υφυπουργό Οικονομικών, στην οποία γνωμοδοτήθηκαν τα εξής:

«…Η καθολικότητα της απαγόρευσης της κατάσχεσης της ασφαλιστικής τοποθέτησης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατη (απαγορεύεται) η κατάσχεση ακινήτων που ανήκουν στην ασφαλιστική τοποθέτηση, όπως επίσης και η εγγραφή υποθήκης σ’ αυτά, εφόσον αυτά δεν είναι δεκτικά εκποιήσεως σύμφωνα με το άρθρο 1259 ΑΚ, κατά το οποίο η υποθήκη αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν, πέραν του ότι και σαν ακατάσχετα δεν θα μπορούσε να ασκηθεί η υποθηκική αγωγή για την ικανοποίηση της εγγραφόμενης τυχόν υποθήκης, αφού και αυτή ακολουθεί τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, δηλαδή κατάσχεση των ενυπόθηκων και διά πλειστηριασμού εκποίηση αυτών, πράγμα που απαγορεύεται από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν.Δ. 400/1970».

Σημειώσεις

1. Στις οποίες, συμφώνως προς το άρθρο 248 παρ. 2 του Ν. 4364/2016, ΔΕΝ εφαρμόζεται το άρθρο 240 του αυτού Νόμου 4364/2016.

2. Ο οποίος καταργήθηκε από τον Ν. 4364/2016.

3. Το οποίο αντικαταστάθηκε από το με το αυτό περιεχόμενο άρθρο 239 παρ. 3 του Ν. 4364/2016.

4. Το οποίο αντικαταστάθηκε από το με το αυτό περιεχόμενο άρθρο 237 παρ. 2 του Ν. 4364/2016.

5. Το οποίο αντικαταστάθηκε από το με όμοιο περιεχόμενο άρθρο 239 παρ. 6 του Ν. 4364/2016.