• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου, 2020

Πώς θα επιστρέψουμε στην ανάπτυξη

Νικόλαος Καραμούζης

Διευθύνων σύμβουλος ομίλου Eurobank EFG, καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς

Τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες εκτιμά ότι θα στηριχθεί η επιστροφή της ελληνικής οικονομίας στην ανάπτυξη περιέγραψε ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου Eurobank EFG και καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Νικόλαος Καραμούζης, στο πλαίσιο της ομιλίας του στην εκδήλωση του ΕΒΕΑ «SOS Ανάπτυξη: Πώς θα βγούμε από την ύφεση για να μείνουμε στην Ευρωζώνη».

 

Παράλληλα, μίλησε για τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, αλλά και για τις υστερήσεις στις ελληνικές προσπάθειες να αντιμετωπισθούν οι προκλήσεις που άφησαν την κρίση να φύγει εκτός ελέγχου. «Ατυχώς, ο κίνδυνος χρεοκοπίας της χώρας είναι πιθανότερος σήμερα σε σχέση με την έναρξη της κρίσης, κάτι που επι- βεβαιώνει το μέγεθος της αποτυχίας της προσπάθειας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Αναλυτικά στην ομιλία του ο κ. Καραμούζης ανέφερε τα εξής:

Ελλάδα και οικονομική ανάπτυξη: Υπάρχει ακόμα προοπτική;

Αγωνιούμε όλοι, σήμερα, για το πώς η Ελλάδα, σε ένα δύσκολο και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, θα κατορθώσει να χαράξει και να υλοποιήσει μια επιτυχή στρατηγική εξόδου από την κρίση.

Το μέτρο της πρόκλησης είναι το μέτρο του κινδύνου –αν δεν αντιδράσουμε συγκροτημένα και συλλογικά, αν δεν συμφωνήσουμε σε ένα νέο ξεκίνημα στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, θέτουμε σε κίνδυνο την εθνική μας προοπτική και κυρίως το μεγαλύτερο επίτευγμα της μεταπολεμικής Ελλάδας: την ευρωπαϊκή ένταξη, που αποτελεί ιστορική θεσμική κατάκτηση.

Υπάρχουν τουλάχιστον δύο αλληλένδετες θεμελιώδεις οικονομικές προϋποθέσεις εξόδου από την κρίση, η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας σε σύγχρονη ανοικτή οικονομία αγοράς, με μικρό αλλά επιτελικό και παραγωγικό δημόσιο τομέα.

Η ανάπτυξη είναι ο καθοριστικός παράγοντας για τον περιορισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, την ταχεία μείωση του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τη μείωση της ανεργίας. Η οικονομία της αγοράς και η μείωση του κράτους είναι καθοριστικοί παράγοντες για την επικράτηση οικονομικού ορθολογισμού και πειθαρχίας, κοινωνικής και οικονομικής αποτελεσματικότητας και βέλτιστης κατανομής των οικονομικών πόρων.

Για να μιλήσουμε για τον αναπτυξιακό δρόμο εξόδου από την κρίση, επιβάλλεται να κατανοήσουμε πρώτα το περιβάλλον, το σημείο εκκίνησης της νέας αναπτυξιακής προσπάθειας, καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.

 

Η αρχική φάση της διεθνούς κρίσης

H κρίση ανέδειξε τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας αλλά, εξίσου, εκείνες του υπερτροφικού, γραφειοκρατικού, αναποτελεσματικού, αντιπαραγωγικού και διεφθαρμένου κρατικού τομέα, όπως και του πολιτικού συστήματος που το εξέθρεψε μέσα από την αποδυνάμωση των θεσμών, των παραγωγικών και κοινωνικών προτύπων και την αντίστοιχη ενδυνάμωση των πελατειακών σχέσεων, σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε εχθρικό για τον ιδιωτικό τομέα και την επιχειρηματικότητα.

Οι αδυναμίες είχαν συσσωρευθεί, αλλα μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης, το 2007, μολονότι οι οικονομικοί δείκτες χειροτέρευαν, δεν ελήφθησαν επαρκή μέτρα, γιατί οι μεταρρυθμίσεις, όσο κι αν είναι φανερά επιβεβλημένες, παραμένουν και σήμερα δύσκολες, ιδιαίτερα όταν συμπίπτουν με τον ιδιότυπο ελληνικού τύπου εκλογικό κύκλο.

Η υλοποίησή τους απαιτεί συγκρούσεις με κατεστημένα συμφέροντα και καθιερωμένα κοινωνικά πρότυπα. Απαιτεί, επίσης, ιστορικές υπερβάσεις σε επίπεδο κράτους, θεσμών, νοοτροπίας, οικονομικής λειτουργίας και πολιτικού συστήματος.

 

Η ελληνική κρίση

Το μέγεθος και η έκταση του προβλήματος, που είχε διογκωθεί με αμαρτίες δεκαετιών, αφενός, έγιναν αντιληπτά με σημαντική καθυστέρηση και, αφετέρου, δεν αποτολμήθηκαν ρήξεις με το παρελθόν και σύγκρουση με τα κατεστημένα συμφέροντα και τις αντιπαραγωγικές δομές. Καταβλήθηκαν, βέβαια, προσπάθειες για τη δημιουργία νέων ευρωπαϊκών συλλογικών θεσμών αλληλεγγύης (EFSF) και χρηματοδότησης της Ελλάδας, για τη διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος, στο πλαίσιο των προβλημάτων της Ευρωζώνης, και παράλληλα για τη μείωση, κυρίως μέσω μισθών και συντάξεων, του πρωτογενούς δημοσιονομικού ελλείμματος από €24 δισ. το 2009 σε €5 δισ. το 2011.

Γνωρίζουμε όλοι, σήμερα, ότι οι προσπάθειες αυτές δεν επαρκούσαν μπροστά στις προκλήσεις που αντιμετώπιζε η χώρα και, κυρίως, δεν έγιναν κινήσεις που θα μπορούσαν να έχουν συμβάλει τόσο στον έλεγχο των επιπτώσεων της κρίσης όσο και στη διαμόρφωση ευνοϊκότερου περιβάλλοντος για την ανάπτυξη.

Τις υστερήσεις αυτές τις κατατάσσω σε τρεις βασικούς τομείς: Πρώτον και κυριότερο, δεν διαμορφώθηκε έγκαιρα ένα ολοκληρωμένο και πειστικό εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης, μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης, με ευρύτερη κοινωνική αποδοχή, αν όχι εναλλακτικό πάντως συμπληρωματικο του Μνημονίου και ουσιαστικά βάση διαπραγμάτευσης με τους εταίρους μας και την τρόικα. Ένα πρόγραμμα που θα συνδύαζε την ανάπτυξη με τις μεταρρυθμίσεις και τη δημοσιονομική προσαρμογή, που θα επικεντρωνόταν στη μείωση των δημοσιονομικών δαπανών και την εξυγίανση του δημοσίου τομέα και όχι την αύ- ξηση των φόρων, που θα εξισορροπούσε το μεγάλο κόστος προσαρμογής του ιδιωτικού τομέα με ανεργία και κλείσιμο επιχειρήσεων, με εκείνο του δημοσίου τομέα.

Δεύτερον, στο πλαίσιο του Μνημονίου, αποτύχαμε στο να προτεραιοποιήσουμε την υλοποίηση ενός εμπροσθοβαρούς προγράμματος σοβαρών μεταρρυθμίσεων, που θα έκτιζαν έγκαιρα απόθεμα αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης στις διεθνείς αγορές και τους εταίρους. Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα τη διόγκωση της δυσπιστίας στις διεθνείς αγορές, την προβολή ολοένα νέων απαιτήσεων από την τρόικα για ακόμη περισσότερα οριζόντια μέτρα και τη γενικευμένη αμφισβήτηση της ειλικρίνειας και των προθέσεών μας. Ένα εμπροσθοβαρές, αξιόπιστο πρόγραμμα θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει:

– σημαντικές ιδιωτικοποιήσεις,

– μείωση των δημοσίων δαπανών και του μεγέθους του κράτους,

– σοβαρές μεταρρυθμίσεις, κυρίως στον ευρύτερο δημόσιο τομέα,

– την απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και εργασίας,

– φιλικά μέτρα για την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη,

όλα σχετικά χαμηλού κοινωνικού κόστους και υφεσιακής επίπτωσης, μέτρα, που, όμως, θα είχαν αμβλύνει τη συνεχή πίεση, αφενός, για οριζόντια μείωση μισθών και συντάξεων και, αφετέρου, για την επιβολή υπερβολικών φορολογικών μέτρων, που διαλύουν σήμερα την ιδιωτική οικονομία, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Τρίτον, η εμφανής αναποτελεσματικότητα και αποτυχία στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων με την τρόικα. Ατυχώς, ο κίνδυνος χρεοκοπίας της χώρας είναι πιθανότερος σήμερα σε σχέση με την έναρξη της κρίσης, κάτι που επιβεβαιώνει το μέγεθος της αποτυχίας της προσπάθειας. Αποτέλεσμα, κάθε επισκόπηση του Μνημονίου από την τρόικα να μετατρέπεται σε μια μίνι κρίση υπό το βάρος των συνεχών αποτυχιών στο πρόγραμμα και, έτσι, τρέχαμε κάθε φορά πίσω από τις διεθνείς αγορές και εξελίξεις μέσα στην Ευρωζώνη, αδυνατώντας να συγκροτήσουμε αποτελεσματικό πλαίσιο πολιτικής και συμμαχιών, μέσα και έξω από την Ελλάδα, που θα αγόραζαν χρόνο και θα βελτίωναν τους όρους και τις προοπτικές των συμφωνιών.

Μπήκαμε, έτσι, σε ένα μοιραίο, σωρευτικό φαύλο κύκλο, που, ατυχώς, όξυνε η αποσταθεροποιητική συμπεριφορά και οι πολιτικές επιλογές των ευρωπαίων εταίρων μας.

Έτσι, οι διεθνείς αγορές δεν πίστευαν στις δυνατότητες επιτυχίας, η δυσπιστία τους δυσχέραινε την προσπάθεια, με την τρόικα να απαιτεί διαρκώς σκληρότερα μέτρα, δοκιμάζαμε συνεχώς την ανοχή των ευρωπαϊκών λαών και κυβερνήσεων, ενώ ταυ- τόχρονα η ύφεση δοκίμαζε την αντοχή του ελληνικού λαού –μετατρέποντας τη θεραπεία σε τιμωρία και την ελπίδα σε ζόφο.

Η υψηλή συμμετοχή της κατανάλωσης στο ΑΕΠ Την τελευταία δεκαετία σημειώθηκε μία ακραία αύξηση της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης και μία ραγδαία μείωση της εθνικής αποταμίευσης. Σήμερα, η ιδιωτική κατανάλωση φτάνει το 75% του ΑΕΠ και, σε συνδυασμό με την υψηλή δημόσια κατανάλωση, αθροίζονται στο 92%, περίπου, του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη των 27.

Η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, που τροφοδοτήθηκε από την ταχύτατη πιστωτική επέκταση, τη μείωση της αποταμίευσης και την αύξηση των πραγματικών μισθών, σε συνδυασμό με τη διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, οδήγησαν στη ραγδαία επιδείνωση του εξωτερικού ελλείμματος και του πληθωρισμού, σε περιβάλλον διαρκούς χειροτέρευσης της ανταγωνιστικότητας της χώρας.

Με την πρόσφατη κρίση έγινε προφανές ότι οι παραπάνω ανισορροπίες δεν ήταν διατηρήσιμες και ότι η διόρθωσή τους απαιτούσε σοβαρές πολιτικές περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος και της κατανάλωσης, με παράλληλη, όμως, την αναγκαία αύξηση, ως αντιστάθμισμα, της εθνικής αποταμίευσης, των επενδύσεων, των παραγωγικών δραστηριοτήτων και των εξαγωγών.

Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, μία από τις βασικότερες αναπτυξιακές προκλήσεις μπροστά μας. Αν ένας τέτοιος σημαντικός μετασχημα- τισμός, που είναι βέβαιο ότι θα έχει σοβαρό οικονομικό και κοινωνικό κόστος προσαρμογής, δεν υλοποιηθεί σταδιακά και σε θετικό περιβάλλον, αλλά στηριχθεί, κυρίως, στη μείωση των μισθών και συντάξεων, χωρίς την παράλληλη ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και την υλοποίηση γενναίων μεταρρυθμίσεων, και όλα τα παραπάνω λειτουργούν σε περιβάλλον ακραίας νομισματικής στενότητας, οξύτατης δημοσιονομικής προσαρμογής, αρνητικών προσδοκιών και επενδυτικής απαξίωσης, είναι βέβαιο ότι η οικονομία θα οδηγηθεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και, τελικά, διεύρυνση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και της ανεργίας. Αυτή είναι η κατάσταση που ζούμε σήμερα.

Η κατάρρευση των ιδιωτικών επενδύσεων Καθοριστική αποτυχία του Μνημονίου και της οικονομικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια αποτελεί η κατάρρευση των ιδιωτικών επενδύσεων, η σοβαρή μείωση των δημόσιων επενδύσεων και η αποχώρηση ξένων επενδύσεων.

Συγκεκριμένα, η αξία του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της χώρας σε τρέχουσες τιμές έχει μειωθεί κατά 62% (!) τα τελευταία τέσσερα χρόνια, συμπληρώνουμε 15 συνεχή τρίμηνα με αρνητική τη μεταβολή των ιδιωτικών επενδύσεων, ο συνολικός σχηματισμός σταθερού κεφαλαίου μειώνεται με διψήφιο ρυθμό ετησίως επί τέσσερα συνεχόμενα χρόνια και το ποσοστό των επενδύσεων έχει μειωθεί στο 14,7% του ΑΕΠ το 2011 από 24% το 2007.

Η παραπάνω δραματική απαξίωση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της χώρας, σε συνδυασμό, αφενός, με τη μεγάλη ανεργία, που απαξιώνει συσσωρευμένες δεξιότητες των εργαζομένων και, αφετέρου, με τα σημαντικά αντικίνητρα και το αρνητικό περιβάλλον για την επιχειρηματικότητα, υπονομεύουν, αν δεν καθιστούν αδύνατη, την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας τα επόμενα χρόνια. Βρισκόμαστε, λοιπόν, αντιμέτωποι με ένα μεσοπρόθεσμο υφεσιακό φαύλο κύκλο σε εξέλιξη. Χρειαζόμαστε επειγόντως, παράλληλα και συμπληρωματικά με το Μνημόνιο, ένα νέο αναπτυξιακό μείγμα οικονομικής πολιτικής, που θα στηρίζεται στη θεαματική ανάκαμψη των ιδιωτικών και δημοσίων επενδύσεων.

Διεθνείς μελέτες έχουν καταδείξει ότι το 50% της βελτίωσης της παραγωγικότητας και κατά συνέπεια και της ανταγωνιστικό- τητας σε μια χώρα οφείλεται στα ποιοτικά στοιχεία, στη συνολική παραγωγικότητα (όπως η φιλικότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, οι δαπάνες για έρευνα και τεχνολογία, η ποιότητα της παιδείας, η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, η ευελιξία στις αγορές, η χαμηλή γραφειοκρατία κ.λπ.) και μόνο το 50% στους συντελεστές της παραγωγής, κεφάλαιο και εργασία.

Είναι στα παραπάνω ποιοτικά στοιχεία και στη χαμηλή συσσώρευση κεφαλαίου όπου η Ελλάδα έχει τα σημαντικότερα αναπτυξιακά προβλήματα και όχι αναγκαστικά στο κόστος εργασίας σαν το κυρίαρχο ζητούμενο.

Η Ελλάδα, μια σχετικά κλειστή οικονομία υπηρεσιών Η διάρθρωση του ΑΕΠ, όσον αφορά την παραγωγική δομή, έχει αλλάξει ριζικά τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Η αγροτική παραγωγή έχει μειωθεί στο 4,6% του ΑΕΠ από 10% πριν από 20 χρόνια, περίπου. Παρά τα δεκάδες δισεκατομμύρια κοι- νοτικών επιδοτήσεων και ενισχύσεων την τελευταία τριακονταετία, που δεν έπιασαν τόπο (€ 177 δισ. σε τρέχουσες τιμές), το εξωτερικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων της Ελλάδας παραμένει, σήμερα, ελλειμματικό κατά €4 δισ. και η ανταγωνιστικότητα στον αγροτικό τομέα έχει χειροτερεύσει κατά 40% τα τελευταία δέκα χρόνια.

Παράλληλα, η βιομηχανία αντιπροσωπεύει μόνο το 10% του ΑΕΠ και το υπό- λοιπο 87% αποτελούν οι υπηρεσίες, στην πλειονότητα τους μη εμπορεύσιμα διεθνώς αγαθά.

Επιπλέον, το ποσοστό των εξαγωγών αγαθών αποτελεί, σήμερα, μόνο το 8% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη των 27, και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών το 20%, περίπου, του ΑΕΠ, έναντι 35% μέσο όρο στην Ευρώπη των 27.

Είμαστε μια σχετικά κλειστή, μη ανταγωνιστική οικονομία, που παρουσίασε τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της τελευταίας δεκαπενταετίας κυρίως λόγω της ραγδαίας αύξησης της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης σε μη βιώσιμα επίπεδα, δηλαδή χωρίς να συνοδεύεται από παράλληλη βελτίωση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας.

Επειδή η διαδικασία προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας θα επιφέρει σοβαρή συγκράτηση της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης, είναι επιβεβλημένο, στη νέα αναπτυξιακή στρατηγική μας, να επικεντρωθούμε στην επίτευξη θεαματικής αύξησης της παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών, μέσω μιας επιθετικής πολιτικής επενδύσεων, εξωστρέφειας και υποκατάστασης εισαγωγών, στο πλαίσιο της μετακίνησης παραγωγικών πόρων από μη εμπορεύσιμα αγαθά σε διεθνώς εμπορεύσιμα, με υψηλή προστιθέμενη αξία και τεχνολογικό περιεχόμενο.

Στο παραπάνω πλαίσιο που περιέγραψα, εκτιμώ ότι η επιστροφή στην ανάπτυξη έχει και μία σειρά από μακροοικονομικούς και πολιτικούς όρους και προϋποθέσεις. Θα αναφερθώ σύντομα σε έξι.

α) Σταθερό διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον Να επικρατήσουν διεθνώς υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και να αποκατασταθεί η σταθερότητα και η αναπτυξιακή προοπτική της Ευρωζώνης τα επόμενα χρόνια, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ενίσχυση της στρατηγικής εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας, η προσέλευση ξένων επενδύσεων και η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Να θυμίσω ότι πάνω από 75% των εξαγωγών μας κατευθύνονται στην Ευρώπη των 27 και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ως προς αυτά, θα πρέπει να προετοιμαστούμε για αντιξοότητες στο διεθνές περιβάλλον τουλάχιστον για το ορατό μέλλον.

β) Απομάκρυνση της πιθανότητας επιστροφής στη δραχμή Θα πρέπει να υποχωρήσει σημαντικά το σενάριο της δραχμής. Όσο οι διεθνείς και οι εγχώριες αγορές κατακλύζονται απο τέτοιες εκτιμήσεις ή φόβους, επενδύσεις στην Ελλάδα δεν θα γίνουν, οι ιδιωτικοποιήσεις θα καρκινοβατούν ή θα γίνονται σε εξευτελιστικές τιμές, η ρευστότητα και οι καταθέσεις θα συνεχίζουν να μειώ- νονται, οι προσδοκίες και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επιχειρήσεων θα παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα και η ύφεση θα παρατείνεται.

Πώς διώχνει όμως κανείς από το τραπέζι τους δραχμολάγνους;

Να αναφέρω δύο βασικές προϋποθέσεις: Πρώτον, με έργα και μετρήσιμα αποτελέσματα στην οικονομική πολιτική και τις μεταρρυθμίσεις, που βελτιώνουν την αξιοπιστία μας, το κύρος μας, την εμπιστοσύνη των αγορών και των εταίρων μας και ανεβάζουν το κόστος της κερδοσκοπίας στην καταστροφική εκδοχή.

Δεύτερον, απαιτούνται η ταχύτατη ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών στήριξης και αλληλεγγύης και, κυρίως, το σαφές πολιτικό στίγμα κορυφής από τους ευρωπαίους ηγέτες, με δέσμευση για την παραμονή της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό πυρήνα, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις που υπονομεύουν καθημερινά την προοπτική και τη σταθερότητα της χώρας, παρότι κατανοώ την κόπωση όλων με το ελληνικό πρόβλημα.

γ) Ανάταξη του τραπεζικού τομέα και βελτίωση της ρευστότητας στην ελληνική αγορά Σημαντική προϋπόθεση επανεκκίνησης της οικονομίας είναι η διαμόρφωση ενός λειτουργικού και ισχυρού χρηματοπιστωτικού συστήματος, η αποκατάσταση της πιστωτικής ροής χρηματοδότησης της οικονομίας και το άνοιγμα των διεθνών αγορών χρήματος και κεφαλαίου στον ελληνικό κίνδυνο. Η επικείμενη επανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών και η ενίσχυση της αξιοπιστίας τους, στο πλαίσιο της εφαρμογής του νέου Μνημονίου, πρέπει να συνδυαστούν με ένα σημαντικό πακέτο ενίσχυσης της τραπεζικής ρευστότητας στην αγορά. Όλοι γνωρίζουμε ότι, με αρνητικούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης, ανάκαμψη της οικονομίας δύσκολα θα σημειωθεί.

δ) Αναβάθμιση του πολιτικού συστήματος Προϋπόθεση για την υλοποίηση μιας σύγχρονης αναπτυξιακής στρατηγικής είναι η αναβάθμιση του πολιτικού συστήματος. Το ζητούμενο, για την ανάπτυξη σήμερα, είναι η διαμόρφωση μιας πολιτικής ηγεσίας που:

– θα ενστερνίζεται τη λειτουργική αποτελεσματικότητα της οικονομίας αγοράς, μετατρέποντας το Μνημόνιο σε ευκαιρία ανάπτυξης,

– θα προωθήσει, συνειδητά και χωρίς ακρότητες, ένα γενναίο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων στην κοινωνία και την οικονομία,

– θα στηρίζει την υγιή επιχειρηματικότητα, τον ανταγωνισμό και την αποτελεσματική εποπτεία στις αγορές,

– θα εποπτεύει μια μικρότερη, λιτή, πειθαρχημένη, λειτουργική και αποτελεσματική για τον πολίτη και την οικονομία δημόσια διοίκηση,

– θα πρεσβεύει την ιδιωτική αλληλεγγύη, τον κοινωνικό ρόλο και την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων και των οικονομικά ισχυρών,

– θα βλέπει την κοινωνική πολιτική σαν ένα ευρύ πλέγμα ευκαιριών για τους ασθενέστερους, σε συνδυασμό με ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό δίκτυο κοινωνικής προστασίας και δικαιοσύνης.

ε) Νέα εξωστρεφής επιχειρηματική τάξη Ηγεσία δεν απαιτείται μόνο στην πολιτική. Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει εξίσου ηγετική επιχειρηματική παρουσία στην οικονομία και στην κοινωνία, για να μην κυριαρχήσει το ξένο κεφάλαιο, που έχει τις δικές τους επιλογές και τις δικές του προτεραιότητες, στην αναπτυξιακή ανάταξη της χώρας. Χρειαζόμαστε την αναβάθμιση και κινητοποίηση της εγχώριας επιχειρηματικής τάξης και κυρίως του δυναμικού εξωστρεφούς και μη κρατικοδίαιτου κομματιού της. Μία επιχειρηματική τάξη που αναλαμβάνει ηγετικές επενδυτικές πρωτοβουλίες, με εμπιστοσύνη στις προοπτικές της χώρας, χωρίς να απαιτεί διαρκώς προνόμια και ευνοϊκές ρυθμίσεις από το κράτος. Μια επιχειρηματική τάξη που:

– έχει κοινωνικές αναφορές, που βλέπει την εταιρική ευθύνη, την εταιρική διακυβέρνηση και την κοινωνική ευθύνη ως αναπόσπαστα κομμάτια της επιχειρηματικότητας και του ρόλου της,

– δεν βολεύεται στη θαλπωρή και το εύκολο κέρδος της κρατικής προστασίας και των κρατικών προμηθειών. Η ιστορία έχει δείξει ότι η οικονομία της αγοράς λειτουργεί αποτελεσματικά μόνο όταν λειτουργούν αποτελεσματικά οι θεσμοί της αγοράς (π.χ. δικαιοσύνη, αντα- γωνισμός, ασφάλεια, εποπτεία, διάκριση εξουσιών), αλλά κυρίως όταν υπάρχει ηθική και κοινωνική διάσταση στην επιχειρηματικότητα και το κέρδος.

στ) Εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση

Τέλος, όπως τόνισα και στην αρχή της ομιλίας μου, η χώρα χρειάζεται να διαμορφώσει ένα δικό της σχέδιο εξόδου από την κρίση. Να αποκτήσει το δικό της βηματισμό, δηλαδή, μια ολοκληρωμένη στρατηγική ανάπτυξης και μελλοντικής ευημερίας, που θα αξιοποιεί και θα υλοποιεί τη νέα συμφωνία με την τρόικα, μετατρέποντάς την σε ευκαιρία και προοπτική, που θα στηρίζεται στην αναβάθμιση των θεσμών, το ριζικό εκσυγχρονισμό του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τη βαθιά μεταρρύθμιση των πυλώνων του κοινωνι- κού μισθού, το άνοιγμα των αγορών, την οικονομική εξωστρέφεια και τις ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις. Ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα που θα αξιοποιεί τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, σε κλάδους όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία, οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας, οι υποδομές, οι μεταφορικές υπηρεσίες, οι αγροεπιχειρήσεις, τα τρόφιμα και ποτά, οι τραπεζικές υπηρεσίες, τα φάρμακα, τα εξειδικευμένα βιομηχανικά προϊόντα. Ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα που αξιοποιεί αποτελεσματικά τους υφιστάμε- νους πόρους του ΕΣΠΑ, αλλά και νέους πόρους που μπορεί να προκύψουν από τη διαμόρφωση ενός νέου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης και Ανασυγκρότησης, για την περιφέρεια της Ευρώπης, που οφείλουμε να διαπραγματευτούμε.

Με δυο λόγια: η φυγή προς τα εμπρός απαιτεί να πνεύσει στη χώρα ένας ισχυρός άνεμος οικονομικής ελευθερίας και επιχειρηματικότητας, μακριά από τον κρατισμό και την εσωστρέφεια, ένα δημιουργικό σοκ αναβάθμισης των θεσμών και ευρύτατων και βιώσιμων μεταρρυθμίσεων, που θα αναμορφώσουν ριζικά τη χώρα, θα βελτιώσουν τις παραγωγικές της δυνατότητες και τις κοινωνικές ευκαιρίες, και θα αναβαθμίσουν τα κοινωνικά και παραγωγικά πρότυπα.