• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 2 Ιουλίου, 2020
ΤΖΕΙΜΣ ΓΚΑΛΜΠΡΕΙΘ

 

<<Η ΕΥΡΩΠΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΚΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ>>


Ο αμερικανός οικονομολόγος και πρώην σύμβουλος του Γιώργου Παπανδρέου, μιλάει για τις λύσεις που έχει μπροστά της η Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά συνέπεια η Ελλάδα.

Συνέντευξη στον Γιώργο Παπαευθυμίου

 

 

Ο αμερικανός οικονομολόγος Τζέιμς Γκάλμπρειθ υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε λύση για την Ευρωπαϊκή κρίση περνάει απαραιτήτως από την  επανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών και τον έλεγχό τους από ένα πανευρωπαϊκό τραπεζικό φορέα –και όχι από την κάθε χώρα ξεχωριστά. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Τέξας (υιός του διάσημου προοδευτικού οικονομολόγου Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ) παρακολουθεί στενά τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα και την Ευρώπη και στην αρχή της ελληνικής περιπέτειας (το 2010) διατέλεσε άτυπος σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού κ. Γ. Παπανδρέου. Μιλώντας στο Accountancy Greece, ασκεί σκληρή κριτική στη Γερμανία και στον νέο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) κ. Μάριο Ντράγκι και υποστηρίζει ότι η τύχη της ευρωζώνης θα κριθεί από την αλλαγή του ρόλου και της λειτουργίας της ΕΚΤ μέσω πλήρους «αναστροφής της ιδεολογίας και των πρακτικών της».

 

 

Κύριε καθηγητά, παρακολουθούμε εδώ και καιρό ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα με παγκόσμιες επιπτώσεις… Ή ίσως ένα παγκόσμιο πρόβλημα με ευρωπαϊκές επιπτώσεις.Ωστόσο, ανά τακτά χρονικά διαστήματα εκδηλώνεται μια νέα ευρωπαϊκή απόπειρα για λύση, η οποία κάθε φορά αποδεικνύεται ανεπαρκής. Παραμένει ο κίνδυνος μιας νέας παγκόσμιας κρίσης;

Πιστεύω ότι δεν έχουμε ξεφύγει ακόμη από την κρίση που άρχισε πριν από τρία χρόνια και ότι παρακολουθούμε τις συνεχιζόμενες επιπτώσεις της.

 

 

Εκτιμάτε ότι θα υπάρξει αποτελεσματική ευρωπαϊκή απάντηση στην κρίση της ευρωζώνης και του ευρώ;

Βλέπω σίγουρα την πιθανότητα σταθεροποίησης της διαρκούς επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών στην Ευρώπη. Αλλά, για να συμβεί αυτό, θα χρειαζόταν, για να το θέσω πολύ απλά, η πλήρης αναστροφή της ιδεολογίας και των πρακτικών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

 

 

Ο επικεφαλής της ΕΚΤ, ο κ. Ντράγκι, θα μπορούσε να κινηθεί πιο κοντά προς το μοντέλο λειτουργίας της FED, της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ;

Είναι πιθανή η αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ, αλλά μόνο ως μέτρο έσχατης καταφυγής και μέσα σε συνθήκες γενικής πολιτικής που θα εξαναγκάζουν τις τράπεζες να συνεχίσουν τις πωλήσεις ομολόγων. Έτσι οι τιμές των ομολόγων θα υποχωρούν, τα επιτόκια θα αυξάνονται και η κρίση θα γίνεται όλο και βαθύτερη. Δεν πιστεύω ότι ο κ. Ντράγκι έχει υπολογίσει πλήρως τις επι- πτώσεις της πολιτικής που ακολουθεί ο θεσμός του οποίου ηγείται. Αν το έχει κάνει, τότε δεν ενδιαφέρεται για την σταθεροποί- ηση των οικονομικών συνθηκών στην Ευρώπη.

 
 

Επομένως τι θα έπρεπε να κάνει ο κ. Ντράγκι;

Η ΕΚΤ θα έπρεπε να αγοράσει τα ομόλογα των κρατών της ευρωζώνης, ακριβώς όπως η FED αγοράζει τα ομόλογα των Ηνωμένων Πολιτειών και τα άλλα προβληματικά περιουσιακά τους στοιχεία. Όταν καταρρέουν οι ιδιωτικές πιστωτικές αγορές, και έχουν ήδη καταρρεύσει, η χρηματοδότηση πρέπει να συνεχιστεί από μια άλλη οντότητα, και η μόνη που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη είναι η ΕΚΤ.

Όμως ο ισχυρός πόλος της Ευρώπης είναι η Γερμανία, η οποία απορρίπτει κάθετα αυτή τη λύση. Αυτό ήταν το πρόβλημα από την αρχή και παραμένει το βασικό πρόβλημα. Και απαιτεί αλλαγή ιδεολογίας και πολιτικής για να λυθεί. Και αν με ρωτάτε αν πρόκειται για ιδεολογικό πρόβλημα της Γερμανίας, θα σας πω ότι έχετε δίκιο, παρότι δεν πιστεύω ότι η ιδεολογία της Γαλλίας είναι πολύ διαφορετική.

 
 

Σήμερα όλα δείχνουν ότι οι αγορές κυριαρχούν, επιτίθενται σε χώρες και απειλούν με κατάρρευση ολόκληρα συστήματα, όπως αυτό της ευρωζώνης.  Πιστεύετε ότι τα κράτη θα ανακτήσουν τον έλεγχο;

Υπάρχουν δύο αιτίες για την επίθεση που δέχονται τα κράτη και για την απειλή που δέχεται το σύστημα. Την πρώτη δεν θα την ονόμαζα αγορές αλλά τράπεζες. Οι τράπεζες δέχονται πίεση, πωλούν τα ομόλογα που κατέχουν και αυτό οδηγεί σε πτώση της αξίας των ομολόγων. Γιατί πιέζονται οι τράπεζες; Γιατί η φερεγγυότητά τους είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αβέβαιη και, δεύτερον, γιατί πιέζονται από την ΕΚΤ να κάνουν αυτό ακριβώς, να προχωρήσουν σε απομόχλευση, σύμφωνα και με τους κανόνες που απαιτεί το πλαίσιο «Βασιλεία» (σ.σ.: ρυθμιστικοί κανόνες για τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος που ορίζουν, μεταξύ άλλων, το ποσοστό των κεφαλαίων που πρέπει να διατηρεί κάθε τράπεζα ως αποθεματικό). Επομένως, οι τράπεζες πωλούν τα πιο αδύναμα και επισφαλή περιουσιακά στοιχεία τους. Για να ισχυροποιηθεί η δημοκρατική πολιτική διαδικασία, η Ευρώπη πρέπει να ανακτήσει τον έλεγχο του τραπεζικού τομέα. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες πρέπει να επανακεφαλαιοποιηθούν, να περάσουν στον έλεγχο της Ευρώπης και η ίδια η Ευρώπη να λειτουργήσει ως τραπεζίτης για ολόκληρη την ήπειρο. Δεν είναι απαραίτητο να κρατικοποιηθούν οι γερμανικές, οι γαλλικές ή οι ελληνικές τράπεζες, αυτό μπορούσε να συμβεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Και θα ήταν πολύ λογικό, καθώς θα έσπαγε την εξάρτηση των πολιτικών κάθε κράτους από τις τράπεζές του.

 

 

Τους τελευταίους μήνες η Γαλλία και, εμμέσως, η Γερμανία υφίστανται όλο και εντονότερες πιέσεις από τις αγορές. Εκτιμάτε ότι θα αναγκαστούν να δεχθούν την έκδοση ευρωομολόγων ή ακόμη και το τύπωμα χρήματος από την ΕΚΤ;

Καταρχάς δεν δέχομαι τον όρο «αγορές». Η πίεση προέρχεται από τις τράπεζες και η πίεση προς τις τράπεζες προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την ΕΚΤ. Η χρήση του όρου «αγορές» συσκοτίζει αυτό που ακριβώς συμβαίνει. Η ΕΚΤ θα συνεχίσει, για παρά- δειγμα, να αγοράζει ιταλικά ομόλογα γιατί δεν έχει άλλη επιλογή. Η Γερμανία, οι Γιούργκεν Σταρκ αυτού του κόσμου (σ.σ.: ο Γιούργκεν Σταρκ είναι Γερμανός, μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ) θα ανθίστανται και θα φωνά- ζουν. Όμως αν η ΕΚΤ δεν συνεχίσει να αγοράζει ιταλικά ομόλογα, τότε μια ενδεχόμενη μεγάλη διαγραφή αξιών των ιταλικών ομολόγων θα «βούλιαζε» τις γαλλικές τράπεζες και ίσως ακόμη και τις γερμανικές. Και προφανώς δεν θέλουν να συμβεί αυτό. Από την πλευρά της γαλλικής κυβέρνησης, και ενόψει εκλογών, το τελευταίο που θέλουν να συμβεί είναι να χάσουν την ακριβοθώρητη αξιολόγηση AAA από τους διεθνείς οίκους. Επομένως, ο μόνος τρόπος για να αποφύγουν τις συνέπειες Γαλλία και Γερμανία είναι να συνεχίσει η ΕΚΤ τη στήριξη των ιταλικών ομολόγων, προσπαθώντας ταυτοχρόνως να επιβάλλουν ένα βαρύ τίμημα στην Ιταλία. Αυτό καθησυχάζει τους γερμανούς ψηφοφόρους και επιβεβαιώνει τις ιδεολογικές αρχές που έχουν υιοθετήσει έως τώρα. Η πολιτική λιτότητας που επιβάλλεται στην Ιταλία είναι το τίμημα για την προστασία των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών. Αυτή είναι η πολιτική που εφαρμόζουν.

 

 

Πιστεύετε ότι η Γερμανία και η Γαλλία φοβούνται τη διάλυση της ευρωζώνης ή μήπως εκτιμούν ότι η δημιουργία μιας μικρότερης ευρωζώνης, χωρίς τις χώρες του Νότου, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, θα ήταν προς το συμφέρον τους;

Η δική μου αντίληψη είναι ότι δεν υπάρχει νομικός μηχανισμός για την αποβολή μιας χώρας από την ευρωζώνη. Επομένως δεν είναι δυνατόν να αποβληθούν με νομικά μέσα, επί παραδείγματι, η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Μπορούν να εξαναγκασθούν οι χώρες αυτές να κάνουν οι ίδιες το βήμα της εξόδου από την ευρωζώνη και τηνΕυρωπαϊκή Ένωση; Η απάντηση σε αυτό είναι: θα δούμε. Η Ελλάδα και η Ιταλία έχουν αυτή τη στιγμή κυβερνήσεις που είναι βασικώς επιτροπές των πιστωτών. Δεν είναι κυβερνήσεις που επελέγησαν από τους πολίτες. Αυτές οι κυβερνήσεις ενδέχεται να λάβουν τέτοιες εντολές και τότε θα δούμε τι θα συμβεί. Δεν πιστεύω ότι θα λάμβανε μια τέτοια απόφαση μια εκλεγμένη κυβέρνηση, ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ιταλία.

 

 

Υπάρχει όμως γνήσια εναλλακτική λύση για την Ελλάδα, ακόμη και από μια εκλεγμένη κυβέρνηση μετά τον μάρτιο, από το να ακολουθήσει αυτή τη διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης, παρότι έως τώρα έχει φανεί ότι δεν αποδίδει;

Αυτή τη στιγμή δεν είναι εντελώς αδιανόητη η εναλλακτική λύση. Εννοώ ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να οδηγηθούν προς τα εκεί, αλλά θα ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη μετάβαση. Διότι χωρίς αναθεώρηση των Συνθηκών θα απαιτούσε από την Ελλάδα την έξοδο όχι μόνο από την ευρωζώνη αλλά και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

 

Η επιστροφή στη δραχμή θα μπορούσε να ιδωθεί ως λύση του προβλήματος της Ελλάδας ή ως ένα σενάριο απόλυτης καταστροφής;

Η Ελλάδα θα εισερχόταν σε ένα εξαιρετικά σκληρό περιβάλλον. Η Ελλάδα δεν είναι Αργεντινή, δεν έχει σόγια ή πετρέλαιο το οποίο θα μπορούσε να πουλήσει στον υπόλοιπο κόσμο. Κι έτσι, εκτός αν κάποιος ανασυστήσει το αρχαίο μόρφωμα της Κυρηναϊκής και ενώσει την Ελλάδα με τη Λιβύη, ειλικρινά δεν βλέπω πώς θα μπορούσε η Ελλάδα μέσω διαρκών υποτιμήσεων του νομίσματος να επιστρέψει σε ένα περιβάλλον σταθερότητας. Αυτό που θα συνέβαινε θα ήταν μια μεγάλη υποχώρηση του επιπέδου ζωής και μεγάλη αύξηση της μετανάστευσης. Γι’ αυτό και δεν πιστεύω ότι η Ελλάδα θα έπαιρνε αυτήν την απόφαση. Δεν είναι όμως ξεκάθαρο αν η ηγεσία της Ευρώπης ενδιαφέρεται να βοηθήσει την ελληνική οικονομία και να υποστηρίξει μια αυθεντική μεταρρύθμιση της οικονομίας. Η Ελλάδα χρησιμοποιείται κυρίως ως παράδειγμα που δείχνει τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να υποστούν άλλες χώρες.

 

 

Η Ελλάδα είχε επί δεκαετίες μια οικονομία με επίκεντρο το κράτος, η οποία βασιζόταν σε δάνεια και ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, χαρακτηριζόταν από την υπερανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών και μια συγκριτικά αδύναμη παραγωγική βάση. Πόσο εύκολο είναι να αλλάξει γρήγορα το παραγωγικό μοντέλο μιας οικονομίας σε συνθήκες όπως οι σημερινές;

Είναι προφανώς πολύ δύσκολο. Μια χώρα που βρίσκεται στη θέση της Ελλάδας χρειάζεται νέες δραστηριότητες. Η δημιουργία αυτών των δραστηριοτήτων απαιτεί πόρους. Το περιβάλλον λιτότητας, το οποίο καταστρέφει θεσμούς που δεν ήταν ούτως ή άλλως ισχυροί (όπως τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, το σύστημα υγείας, οι δημόσιες υποδομές κ.λπ.), δεν είναι ένα περιβάλλον που θα φέρει επενδύσεις, είτε ιδιωτικές είτε δημόσιες. Επομένως, κάποιος πρέπει να εισέλθει σε αυτό το περιβάλλον και να δη- μιουργήσει επενδύσεις. Θα μπορούσε να υπάρξει σημαντική συνεισφορά, για παράδειγμα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επεν- δύσεων (EIB). Αυτήν την ώρα ακολουθείτε ένα πρόγραμμα συνεχών περικοπών που δεν οδηγεί στη μεταρρύθμιση και τη δημι- ουργία. Σε μια χώρα όπως οι ΗΠΑ η λύση θα ήταν η στήριξη των εισοδημάτων μέσω πληρωμών από το κέντρο, από την Ουάσιγκτον και το υπουργείο Οικονομικών, προς τα άτομα, με τη μορφή της ενίσχυσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, των παροχών υγειονομικής περίθαλψης, των συντάξεων κ.λπ. Όλα αυτά δημιούργησαν και διατήρησαν βιώσιμες οικονομίες, για παράδειγμα στο Νότο των ΗΠΑ. Όμως η Ευρώπη δεν έχει ένα ανάλογο πλέγμα θεσμών και αυτό που δημιουργήθηκε για να αντι- σταθμίσει τη συγκέντρωση δραστηριοτήτων στο Βορρά, τα διαρθρωτικά ταμεία, δεν είναι ούτε επαρκή ούτε λειτουργικά αυτή τη στιγμή, λόγω των απαιτήσεων συγχρηματοδότησης.