• Σήμερα είναι: Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου, 2020

Τα αποτελέσματα της έρευνας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στον κλάδο ενέργειας και πόρων, Deloitte

Οι εταιρείες του κλάδου ενέργειας και πόρων είναι εν γένει ευάλωτες, όσον αφορά τα περιουσιακά τους στοιχεία, και οι καθημερινές τους δραστηριότητες εξαρτώνται στενά από την απόδοση των πόρων τους.

Κατά συνέπεια, οι εταιρείες αυτές αγωνίζονται διαρκώς να βελτιστοποιήσουν την απόδοση των περιουσιακών στοιχείων τους. Επιπλέον, έρχονται συχνά αντιμέτωπες με την παλαιότητά τους, με τις απαιτήσεις συμμόρφωσης σχετικά με το περιβάλλον, την ασφάλεια και τις ρυθμίσεις που γίνονται ολοένα και πιο αυστηρές, τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και με τις περιβαλλοντικές απειλές, τις νέες τεχνολογίες και τις άλλες προκλήσεις που συνδέονται με την ιδιοκτησία και τη λειτουργία τους. Εκτός όμως αυτών, υπάρχει συνεχής πίεση για μείωση κόστους, σε συνδυασμό με τους προϋπολογισμούς που συρρικνώνονται. Όλα αυτά αποτελούν μια τεράστια πρόκληση για τους υπευθύνους τους να καταμερίζουν τον προϋπολογισμό τους με τον βέλτιστο τρόπο για τα περιουσιακά στοιχεία τους.

Η πρόσφατη έρευνα της Deloitte με τίτλο «Διαχείριση περιουσιακών στοιχείων: Μια προσέγγιση στη διαχείριση κινδύνου στον κλάδο ενέργειας και πόρων» (Asset Management: A Risk-Based Approach. Energy and Resources Benchmark Survey) έχει στόχο τόσο να συγκεντρώσει πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο ανάπτυξης των δράσεων αναφορικά με τη διαχείριση κινδύνου ενεργητικού όσο και να εντοπίσει τις νέες προκλήσεις, τα κρίσιμα ζητήματα και τους κινδύνους με τους οποίους έρχονται αντιμέτωπες οι εταιρείες του κλάδου ενέργειας και πόρων.

Τα αποτελέσματα της έρευνας μπορούν να βοηθήσουν τις εταιρείες να αξιολογήσουν την ετοιμότητα των δράσεων που αναπτύσσουν για τη διαχείριση κινδύνου περιουσιακών στοιχείων σε σχέση με τον υπόλοιπο κλάδο. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, η πλειοψηφία (95%) των συμμετεχόντων έχουν ενσωματώσει εξ ολοκλήρου ή έστω εν μέρει τη διαχείριση κινδύνου στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων τους, ενώ το υπόλοιπο 5% σκοπεύουν να ενσωματώσουν τη διαχείριση κινδύνου στη διαχείρισή τους στο μέλλον.

Τα κυριότερα ευρήματα περιλαμβάνουν: α) Μεγάλους κινδύνους που απειλούν τον κλάδο. Η παλαιότητα των περιουσιακών στοιχείων και ο σχετικός κίνδυνος αποτυχίας απόδοσης διακρίθηκαν ως ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους με τους οποίους έρχεται αντιμέτωπος ο κλάδος. Για να ανταποκριθούν επαρκώς σε αυτόν τον κίνδυνο, οι εταιρείες εκτιμούν το υπόλοιπο του κύκλου ζωής με ανάλυση του κόστους κύκλου ζωής, προκειμένου να λάβουν τα πιο κατάλληλα μέτρα κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής των περιουσιακών τους στοιχείων. β) Τη διαχείριση κινδύνου περιουσιακών στοιχείων, η οποία αξιοποιείται κυρίως για την ιεράρχηση των επενδυτικών προτεραιοτήτων. Η διαχείριση κινδύνου αξιοποιείται κυρίως ως εργαλείο, το οποίο βοηθά στη λήψη αποφάσεων για επενδύσεις. Αυτό μπορεί να ερμηνευτεί από το γεγονός ότι η σταδιακή αλλοίωση/παλαιότητα των περιουσιακών στοιχείων αναδεικνύεται ως ο σημαντικότερος κίνδυνος στην απόκτηση και στη λειτουργία τους. γ) Αύξηση των εξειδικευμένων υπευθύνων διαχείρισης κινδύνου περιουσιακών στοιχείων. Όσο το μέγεθος της πολυπλοκότητας και της απαιτούμενης εξειδίκευσης μεγαλώνει, εξειδικευμένοι υπεύθυνοι διαχείρισης κινδύνου περιουσιακών στοιχείων προσλαμβάνονται, ώστε να αντιμετωπίζουν τους πολλούς και διαφορετικούς κινδύνους που τα απειλούν.

«Η εξασφάλιση των απαραίτητων οικονομικών πόρων και ρευστότητας για την εύρυθμη λειτουργία και διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών του κλάδου είναι το κύριο μέλημα των διοικήσεών τους και καλούνται να το επιλύσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όπως φαίνεται και στην πρόσφατη έρευνα της Deloitte», δήλωσε ο Άκης Γεωργόπουλος, επικεφαλής των υπηρεσιών στον κλάδο πετρελαιοειδών και αερίου της Deloitte Ελλάδος.