• Σήμερα είναι: Τρίτη, 24 Νοεμβρίου, 2020

ΤΙ ΘΑ ΚΡΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ

Επιστροφή στην ανάπτυξη – Μείωση της ανεργίας – Εκταμίευση των τελευταίων δόσεων του μηχανισμού στήριξης – Πολιτική σταθερότητα – Απόφαση για δραστική μείωση του χρέους – Αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και η προσέλκυση επενδύσεων – Πετυχημένη δοκιμή της έκδοσης ομολόγων, έστω μικρής διάρκειας.

Γιώργος Παπαευθυμίου - Δημοσιογράφος

 

Τι θα κρίνει την «παρτίδα» του 2014 για την Ελλάδα; Η επιστροφή στην ανάπτυξη; Η μείωση της ανεργίας; Η εκταμίευση των τελευταίων δόσεων του μηχανισμού στήριξης; Η ελληνική προεδρία το α’ εξάμηνο του έτους; Η πολιτική σταθερότητα; Η απόφαση για δραστική μείωση του χρέους; Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και η προσέλκυση επενδύσεων; Μια πετυχημένη δοκιμή της έκδοσης ομολόγων, έστω μικρής διάρκειας; Η απάντηση είναι όλα μαζί.

Γίνεται; «Η Ελλάδα πρέπει να δουλέψει πολύ πιο σκληρά. Το περιβάλλον δεν είναι και τόσο φιλικό» διαπιστώνει ο επικεφαλής του ΟΟΣΑ Άνχελ Γκουρία. Ο οργανισμός, με έδρα το Παρίσι, διαφωνεί με την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) τόσο με το σενάριο της επιστροφής στην ανάπτυξη το 2014 –ο ΟΟΣΑ βλέπει ύφεση 0,4%– όσο κυρίως με τις εκτιμήσεις για το χρέος. Αντί για αποκλιμάκωση του χρέους στο 124% του ΑΕΠ το 2020, ο κ. Γκουρία εκτιμά ότι θα παραμείνει στο απαγορευτικό 157%. Και γι’ αυτό προτείνει κούρεμα εδώ και τώρα.

Παρά τα φαινόμενα, η Γερμανία, η ισχυρότερη χώρα της Ευρωζώνης, αναγνωρίζει με απερίφραστο τρόπο τη δημοσιονομική προσαρμογή που συντελέστηκε στην Ελλάδα. «Η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος συντελέστηκε ταχύτερα απ’ ό,τι προβλεπόταν» λέει ο υπουργός Οικονομικών, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, και προσθέτει ότι «όποιος δεν επιδεικνύει έστω λίγο σεβασμό σε αυτές τις επιδόσεις, δεν διαθέτει την ικανότητα για μια επαρκή και αντικειμενική συνεκτίμηση της κατάστασης».

Μαζί του δεν μπορεί παρά να συμφωνεί ο έλληνας υπουργός Οικονομικών κ. Γιάννης Στουρνάρας. «Βρεθήκαμε στο επίκεντρο της μεγαλύτερης παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης από το 1929 και σταθήκαμε όρθιοι. Το μέγεθος της προσαρμογής από το 2009 μέχρι σήμερα είναι ιστορικά πρωτοφανές για χώρες μέλη της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ» θυμίζει ο κ. Στουρνάρας, και εξιστορεί με αριθμούς μια δύσκολη πορεία.

Το 2009, όταν ξεσπούσε η κρίση, η Ελλάδα είχε πρωτογενές έλλειμμα (δηλαδή χωρίς τόκους και χρεολύσια) ύψους 24 δισ. ευρώ. Ο προϋπολογισμός του 2014 προβλέπει πλεόνασμα 1,6% του ΑΕΠ, δηλαδή 3 δισ. ευρώ από 800 εκατομμύρια που φαίνεται να διαμορφώνεται φέτος. «Η βελτίωση στο κυκλικά διορθωμένο πρωτογενές πλεόνασμα (σ.σ.: χωρίς τις επιπτώσεις της ύφεσης) από το 2009 έως σήμερα ανέρχεται σε περίπου 19% του ΑΕΠ» λέει ο υπουργός.

Σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας η Ελλάδα έχει καλύψει, με όρους σχετικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, όλη την απώλεια που είχε από την είσοδό της στο κοινό νόμισμα ώς το 2009. «Από το 2009 μέχρι σήμερα ο αντίστοιχος δείκτης ανταγωνιστικότητας έχει βελτιωθεί κατά 20%» επιμένει ο κ. Στουρνάρας. Η Ελλάδα έχει, τέλος, για πρώτη φορά μετά από 40 χρόνια, αρνητικό πληθωρισμό, τον χαμηλότερο στην Ευρωζώνη.

Επιπλέον, εντυπωσιακό είναι το κλείσιμο της ψαλίδας στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Προς το τέλος της προηγούμενης δεκαετίας ξεπερνούσε το 10% του ΑΕΠ, σχεδόν 20 δισ. ευρώ, και συνέβαλε καθοριστικά στο ξέσπασμα της κρίσης. Σήμερα έχει εξαλειφθεί πλήρως, όπως πιστοποιεί ο ΟΟΣΑ.

Τα δημοσιονομικά επιτεύγματα καταγράφονται, ανακλώνται στην υποχώρηση των spreads των δεκαετών ελληνικών ομολόγων και τις εκτιμήσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης. Η τελευταία αναβάθμιση ήρθε από τη Moody’s. Ανέβασε την Ελλάδα κατά δύο μονάδες, στην βαθμίδα «Caa3» από «C», και διατηρεί σταθερές τις προοπτικές. Η Moody’s εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 0,5% του ΑΕΠ το 2014, όμως το 2015 θα σημειώσει ανάπτυξη 1%, με τις εξαγωγές και τον τουρισμό να παραμένουν οι κύριες πηγές εσόδων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα δεν εγκαταλείπει το στόχο μιας «διερευνητικής» επαφής με τις αγορές. Όπως βεβαιώνει ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών κ. Χρήστος Σταϊκούρας, «προωθείται ο σχεδιασμός χρηματοοικονομικών τεχνικών που θα καταστήσουν εφικτή την επιστροφή της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου μέσω προσφυγής σε νέο δανεισμό, μεσοπρόθεσμης διάρκειας, κατά το β’ εξάμηνο του 2014». Βέβαια, υπάρχουν πολλοί που αμφισβητούν τη δυνατότητα της Ελλάδας να χρηματοδοτήσει πλήρως τις ανάγκες της από τις αγορές. Ο πιο «θεσμικός» είναι ο γερμανός επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) Κλάους Ρέγκλινκ. Ο ίδιος εκτιμά ότι το χρηματοδοτικό κενό του 2014, το οποίο υπολογίζεται στα 5 έως 6 δισ. ευρώ, θα μπορούσε πάντως να καλυφθεί από τα χρήματα που θα απομείνουν από το πακέτο των 50 δισ. ευρώ για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, χωρίς να απαιτηθεί νέα έγκριση των ευρωπαϊκών κοινοβουλίων.

Την ίδια στιγμή διεθνείς θεσμοί συνεισφέρουν στη διαδικασία ανάταξης της εμπιστοσύνης. Η Ελλάδα κέρδισε φέτος 8 θέσεις στη διεθνή κατάταξη με βάση την πρόσφατη έκθεση «Doing Business 2014» της Παγκόσμιας Τράπεζας. Κατατάσσεται πλέον στην 52η θέση από 60ή που ήταν το 2013. Στην έκθεση του ΟΟΣΑ με τίτλο «Οδεύοντας προς την ανάπτυξη» (Going for Growth) διαπιστώνεται ρητά ότι η Ελλάδα πρωταγωνιστεί στις διαρθρωτικές αλλαγές από το 2009 μέχρι σήμερα. «Ποτέ δεν είχαν γίνει τόσες πολλές μεταρρυθμίσεις σε μια χώρα του ΟΟΣΑ σε τόσους πολλούς τομείς» τονίζει ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ.

Δυσβάστακτο κόστος 

Η δημοσιονομική προσαρμογή δεν προέκυψε αυτομάτως. Το κόστος για την ελληνική κοινωνία και την πραγματική οικονομία ήταν τεράστιο. Η Ελλάδα έλαβε μέτρα λιτότητας 48 δισ. ευρώ για να κλείσει μια «τρύπα» 24 δισ. ευρώ στο πρωτογενές της ισοζύγιο και να φτάσει στο πρωτογενές πλεόνασμα. Πέρα από τη μείωση μισθών και συντάξεων (σε ποσοστά έως και 40%) και την κατακόρυφη αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων, οι περικοπές περιλάμβαναν μείωση 22% του βασικού μισθού στον ιδιωτικό τομέα και αλλά και του επιδόματος ανεργίας. Οι πάντες αναγνωρίζουν πλέον ότι η Ελλάδα βυθίστηκε σε μια πρωτοφανή ύφεση, που σωρευτικά ξεπέρασε το 25% του ΑΕΠ.

Στο διάστημα από το 2008 έως το 2013 η ανεργία αυξήθηκε κατά 1.000.000 άτομα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ). Από τις 500.000 το 2008 (ποσοστό 8% περίπου) σε 1.500.000, ποσοστό που αγγίζει πλέον το 27,8%.

Η εκτίναξη της φτώχειας καταγράφεται ήδη από το 2012, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Το 23,1% του πληθυσμού της χώρας ή 914.873 νοικοκυριά, με 2.535.700 άτομα ως μέλη, ήταν το 2012 σε κίνδυνο φτώχειας, ποσοστό που ήταν το υψηλότερο στην Ευρώπη, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Αυτό σημαίνει ότι 3.795.100 άτομα (επιπλέον 391.800 άτομα σε σχέση με το 2011) ή το 34,6% του συνόλου του πληθυσμού ζούσαν πέρυσι σε συνθήκες φτώχειας, ποσοστό που αποτελεί το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη μετά τη Βουλγαρία και τη Λετονία. Μιλώντας για την ίδια, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 18% των ενηλίκων έως 59 ετών ζούσε σε νοικοκυριά χωρίς κανένα εργαζόμενο.

Προεδρία στοχοθέτησης

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, στο οποίο η Ελλάδα επείγεται να προωθήσει βασικές κινήσεις «επιβίωσης» και ανάκαμψης μετά από 6 χρόνια ύφεσης, η προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης κάθε άλλο παρά διαδικαστική μπορεί να είναι.

Τα υπουργεία Εξωτερικών και Οικονομιών δεν κρύβουν ότι θέλουν να αναδείξουν προτεραιότητες που αφορούν την Ελλάδα. Μιλούν για επαρκώς χρηματοδοτούμενη ανάπτυξη που θα δημιουργεί θέσεις απασχόλησης και θα ενισχύει την κοινωνική συνοχή. Το μήνυμα είναι: όχι στην ανάπτυξη χωρίς θέσεις εργασίας (jobless growth).

Ετσι ή αλλιώς η προεδρία συμπίπτει με την πιο καθοριστική απόπειρα «τελικής λύσης» για την κρίση χρέους που άρχισε το 2009. «Ο πρώτος είναι αυτός της ανάπτυξης, απασχόλησης και κοινωνικής συνοχής. Αυτό σημαίνει ότι θα επιδιώξουμε να προωθήσουμε κοινοτικά κείμενα και πρωτοβουλίες που συνδέονται με τις εθνικές μας ανάγκες» λέει δίχως περιστροφές ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος.

Το ερώτημα είναι αν μια καταχρεωμένη στους εταίρους της χώρα, όπως η Ελλάδα, μπορεί να στρέψει την προσοχή της Ευρώπης στις δικές της πληγές, ελπίζοντας ότι θα δημιουργήσει συμμαχίες για κοινή δράση απέναντι σε κοινά προβλήματα. Για παράδειγμα, αν θα καταφέρει να μετακινήσει την ατζέντα σε θέματα όπως η φτώχεια και ανεργία που απασχολούν τον ευρωπαϊκό Νότο, χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία, ακόμη και η Γαλλία τα τελευταία χρόνια.

 «Σημασία έχει ότι η Ελλάδα μετά από έξι χρόνια ύφεσης και τρεισήμισι χρόνια βαθιάς κρίσης, συνεχούς διαπραγμάτευσης και εκκρεμότητας, ασκεί την προεδρία» απαντά ο υπουργός Εξωτερικών και αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης κ. Βενιζέλος. «Εκεί που μπορεί, θα θέσει στο τραπέζι των συζητήσεων ζητήματα που μας αφορούν, που συνδέονται με την υπέρβαση της κρίσης, την έξοδο από το μνημόνιο, την ανασυγκρότηση της ελληνικής πραγματικής οικονομίας»

Το κυριότερο πρόβλημα για την πραγματική οικονομία στην Ελλάδα είναι απουσία ρευστότητας στην αγορά, καθώς οι τράπεζες, παρότι ανακεφαλαιοποιήθηκαν, παραμένουν υπό τον ασφυκτικό έλεγχο της τρόικας (Ε.Ε.-ΕΚΤ-ΔΝΤ). Στόχος της ελληνικής προεδρίας είναι να αξιοποιηθούν τα κοινοτικά κονδύλια για να δοθούν πιστώσεις σε επιχειρήσεις και να γίνουν επενδύσεις. «Ο κίνδυνος να έχουμε ανάπτυξη χωρίς πιστώσεις και θέσεις εργασίας πρέπει να αποφευχθεί και γι’ αυτό θα επιμείνουμε στο κορυφαίο θέμα της ανεργίας των νέων, επιδιώκοντας να αξιοποιήσουμε εμπροσθοβαρώς πόρους του ΕΣΠΑ» υποστηρίζει ο κ. Βενιζέλος.

Το μότο της προεδρίας: «Europe, our common quest» («Ευρώπη, η κοινή μας αναζήτηση») έχει στόχο να επαναφέρει στο προσκήνιο τις θεμελιώδεις αρχές και αξίες του ευρωπαϊκού εγχειρήματος: της αλληλεγγύης, της αμοιβαιότητας ευθυνών και δικαιωμάτων, της αναλογικής κατανομής των βαρών, εντέλει της δημοκρατίας και της πολυφωνίας στους κόλπους της Ε.Ε.

Μάχη για το χρέος

«Η νομική βάση για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του χρέους υπάρχει, είναι η απόφαση του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου, η οποία θέτει και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες οι εταίροι μας θα λάβουν αποφάσεις για την περαιτέρω μείωση του χρέους» λέει ο κ. Στουρνάρας. Τόσο ο ίδιος όσο και ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς διαμαρτυρήθηκαν έντονα προς το Βερολίνο για τη διαφαινόμενη πρόθεση μετάθεσης του θέματος.

Προς το παρόν η Αθήνα ικανοποιείται από τη δέσμευση της καγκελαρίου Άνγκελα Μερκελ. «Περιμένουμε τα στατιστικά για να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις μας» δήλωσε το Νοέμβριο, παραπέμποντας στις αποφάσεις του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου και στο ορόσημο του Απριλίου του 2014, όταν θα επιβεβαιωθούν τα «στατιστικά», δηλαδή η επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος από την Ελλάδα το 2014.

 «Προσβλέπουμε ότι τον Απρίλιο, αμέσως μετά την επισημοποίηση του πρωτογενούς πλεονάσματος, θα ξεκινήσει η συζήτηση στο Eurogroup προκειμένου να εφαρμοστεί η απόφασή του της 27ης Νοεμβρίου, που λέει σαφώς ότι οι εταίροι θα λάβουν μέτρα κατάλληλα για την περαιτέρω μείωση του χρέους» σημειώνει ο κ. Στουρνάρας και εξηγεί το σκεπτικό του: «Πιστεύω ότι αυτό θα γίνει, δηλαδή δεν ήταν μία φράση η οποία μπήκε θεωρητικά, υπάρχει δέσμευση ότι αυτό θα γίνει, αλλά εμείς ζητάμε να γίνει έγκαιρα».

Από τον Απρίλιο του 2010 έως τον Ιούλιο του 2013 η Ελλάδα δανείστηκε 250 δισ. ευρώ από τον μηχανισμό στήριξης Ε.Ε. και ΔΝΤ. Παρά τις δύο αναδιαρθρώσεις χρέους που αφορούσαν τον ιδιωτικό τομέα το 2012, η βαθιά ύφεση διατήρησε το λόγο χρέους προς το ΑΕΠ στο απελπιστικό 175%.

Αραγε δεν άλλαξε τίποτα, παρά τα δύο κουρέματα στον ιδιωτικό τομέα; Το χρέος του 2012 μειώθηκε κατά 106 δισ. ευρώ από την ανταλλαγή των ομολόγων (PSI), στη συνέχεια όμως ακολούθησε αύξησή του λόγω της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών κατά 48,5 δισ. ευρώ, της μείωσης του ενδοκυβερνητικού χρέους κατά 20,7 δισ. ευρώ και της κάλυψης του ταμειακού ελλείμματος κατά 14,9 δισ. ευρώ.

«Θα ήταν μεγάλο λάθος να μην αντιληφθούμε ότι η πολιτική που ακολουθήθηκε την τελευταία τριετία στο θέμα του δημόσιου χρέους βοήθησε στο να μειωθεί το βάρος εξυπηρέτησής του και να μεταφερθεί στο απώτερο μέλλον» λέει ο καθηγητής Οικονομικών κ. Παναγιώτης Πετράκης. «Εάν τίποτα δεν είχε γίνει, σήμερα στον τομέα του χρέους θα έπρεπε να πληρώσουμε σε τόκους 23,591 δισ. ευρώ το χρόνο. Σήμερα πληρώνουμε 7-10 δισ. ευρώ, δηλαδή το 9,4% των συνολικών δημοσίων εσόδων, όταν στην Ιταλία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 10,8%, στην Πορτογαλία 9,4% και στην Ισπανία 8%» εξηγεί.

Παρά το ασήκωτο βάρος, η δομή του χρέους έχει αλλάξει και επιτρέπει χαραμάδα αισιοδοξίας. Είναι ενδεικτικό ότι η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης ήταν 7,14 έτη το 2008, ενώ στις 30.9.2013 τα στοιχεία δείχνουν ότι έχει υπερδιπλασιασθεί, φτάνοντας τα 16,17 έτη, την ώρα που η μέση διάρκεια στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης δεν ξεπερνά τα 7 έτη.

Μετά την ολοκλήρωση του PSI, ο χρονικός ορίζοντας των λήξεων του μεγαλύτερου μέρους του χρέους επεκτείνεται μέχρι το έτος 2057.

Ωστόσο, το μεγάλο στοίχημα της Ελλάδας, η ανάκαμψη και η μείωση της ανεργίας, συνδέεται άρρηκτα με τη μείωση του χρέους και την αποκατάσταση της ανεργίας. Όπως αναφέρει στις εκθέσεις του το ΔΝΤ, όσο το χρέος παραμένει «υπερβολικά υψηλό» θα αποθαρρύνει τις επενδύσεις στην Ελλάδα, καθώς το ρίσκο θα είναι πολύ υψηλό για τους ενδιαφερόμενους. Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2014, θα διαμορφωθεί στα 320 δισ. ευρώ ή στο 174,8% του ΑΕΠ.

Πώς φτάσαμε ώς εδώ; Από την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη έως το 2007 το χρέος αυξανόταν λιγότερο απ’ ό,τι το ΑΕΠ και παρέμενε στην περιοχή του 100% του ΑΕΠ. Χάρη στην ανάπτυξη της οικονομίας, η σχέση χρέους προς ΑΕΠ μειωνόταν αντί να αυξάνεται και έτσι η Ελλάδα μπορούσε να δανειστεί από τις αγορές για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της με αξιοπιστία. Η ζημιά έγινε τη διετία 2008-2009. Οι αλόγιστες κρατικές δαπάνες προσέθεσαν στο χρέος 57 δισ. ευρώ, τριπλάσιο απ’ ό,τι συνήθως, την ώρα που το ΑΕΠ παρέμεινε στάσιμο λόγω της ύφεσης. Η κρίση που άρχισε το 2009 έφερε ντόμινο εξελίξεων: το δημόσιο χρέος άρχισε να αυξάνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ και διογκώθηκε σε σημείο που η χώρα βρέθηκε εκτός αγορών.

Τι θα γίνει από δω και μπρος; «Μετά όμως το ελληνικό PSI και την αναδιάρθρωση του Νοεμβρίου του 2012 το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μας είναι προς επίσημους ευρωπαϊκούς φορείς» λέει ο κ. Πετράκης. Αυτοί δεν απομειώνουν εύκολα χρέος, διότι φοβούνται το πολιτικό κόστος από τους φορολογούμενούς τους. Μόνο μπορούν να επιμηκύνουν και να μειώσουν τα επιτόκια. «Αμφιβάλω εάν είναι διατεθειμένοι να μειώσουν και την καθαρή παρούσα αξία του χρέους» σημειώνει ο καθηγητής Οικονομικών.

Η στρατηγική της Ελλάδας είναι να πείσει τους εταίρους της ότι εφαρμόζει τα συμφωνηθέντα. Το κλίμα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και ιδιαίτερα στη Γερμανία παραμένει βαρύ εξαιτίας της καθυστέρησης για την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Τα διαρθρωτικά προβλήματα της Ελλάδας, όπως ο υπερχρεωμένος ιδιωτικός τομέας, το μη βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα και οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις είναι γνωστά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Όμως, παρά τις δυσκολίες, οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι οι Ευρωπαίοι θα αναζητήσουν τον τρόπο για να το ξανακάνουν βιώσιμο. Ακόμη και αν χρειαστεί μια τρίτη, θεσμική αυτή τη φορά, αναδιάρθρωση.