• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου, 2020

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Τα βιβλία που προβληματίζουν

το μελλον της ευρωπης

To μέλλον της Ευρώπης

του Γιάννη N. Mπασκόζου

Κάποτε, μιλώντας με τον Τζέησον Μανωλόπουλο, διαχειριστή ενός μεγάλου διεθνούς fund και συγγραφέα του βιβλίου Το επαχθές χρέος της Ελλάδος, συζητώντας για το μέλλον της Ευρώπης, μου είπε κάτι που στην αρχή με σόκαρε: «Γιατί πιστεύεις ότι ένας παλιός πολιτισμός δεν εξαφανίζεται; δες τον αιγυπτιακό, τους Μάγια και τόσους άλλους. Ποιος μας έχει υποσχεθεί ότι ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός θα υπάρχει πάντα;» Πραγματικά, αν το σκεφτεί κανείς πιο ρεαλιστικά, τίποτα στην ιστορία δεν μας διαβεβαιώνει ότι ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός θα παραμείνει ως έχει, κυρίαρχος και δεσπόζων.

Τα τρία βιβλία που έχουμε μπροστά μας είναι γραφές που συνειδητοποιούν την τεράστια κρίση του δυτικού πολιτισμού και προσπαθούν να μαντέψουν το δέον γενέσθαι. Ο Χερτ Μακ στο Τι γίνεται αν η Ευρώπη διαλυθεί; (Μεταίχμιο) αντιμετωπίζει την Ευρώπη πιο συναισθηματικά, μαζεύει υλικό δημοσιογραφικό για να δείξει το μέγεθος του προβλήματος, αφού παρουσιάζει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό σαν τον σκύλο που βρίσκεται σε ένα κομμάτι πάγου στη μέση του ποταμού, ανίκανος να κάνει οτιδήποτε για να σωθεί. Στο βιβλίο τους Ξύπνα, Ευρώπη (Μεταίχμιο) οι Ντανιέλ Κον Μπεντίτ και Γκι Βερχόφσταντ αντιμετωπίζουν το ζήτημα πιο πολιτικά και καλούν την Ευρώπη να ενοποιηθεί πολιτικά σε μια ομοσπονδία, μόνη λύση για να εξακολουθήσει να είναι ένας ισχυρός παίκτης στα διεθνή πράγματα και ταυτόχρονα να προασπίσει τα κεκτημένα της. Τέλος, ο Χάικι Πατομάκι, στο βιβλίο του Η μεγάλη αποτυχία της Ευρωζώνης (Μεταίχμιο), βλέπει έναν παγκόσμιο κίνδυνο, γι’ αυτό και η πρότασή του είναι μια ολιστική πολιτική διακυβέρνηση, ένας νέος παγκόσμιος κεϋνσιανισμός για τον κόσμο.

Καταρχάς υπάρχουν οι διαπιστώσεις. «Η Ευρώπη είναι μια ήπειρος με γκρίζα μαλλιά, μοιάζει όλο και πιο πολύ με ιστορικό μνημείο», λένε οι Κον Μπεντίτ και Βερχόφσταντ. O Χέιρτ Μακ αναρωτιέται «μήπως μείναμε για υπερβολικά μεγάλο διάστημα προσκολλημένοι σε μια πραγματικότητα που βασιζόταν σ’ αυτό που ελπίζαμε να συμβεί και όχι σε αυτό που συνέβαινε;» Φέρνει ως παράδειγμα την αποτυχία της ατζέντας της Λισαβόνας (2000), που είχε στόχο το 2010 να είναι η Ε.Ε. πιο δυναμική και ανταγωνιστική οικονομία βασισμένη στη γνώση, αλλά απέτυχε, αφού σήμερα μόλις το 10% της ευρωπαϊκής βιομηχανίας είναι προηγμένη, στηριγμένη στις καινοτομικές τεχνολογίες.

Όλοι σημειώνουν τα εγγενή προβλήματα: Γήρανση του πληθυσμού, ασυδοσία των αγορών και, από την άλλη, εφησυχασμός, καλή ζωή, προσδοκίες στον αυτόματο… Σε αυτά προσθέστε και έναν κακώς εννοούμενο εθνικισμό. Όπως έλεγε ο ιστορικός Τόνι Τζαντ, «η ευρωπαϊκή ένωση είναι προϊόν διαπραγματεύσεων ευρωπαίων πολιτικών για την προώθηση των συμφερόντων τους στην Ε.Ε.»

Παρόλα αυτά, ο Χέιρτ Μακ πιστεύει ότι πάντα υπάρχει ελπίδα, φέρνει, μάλιστα, το παράδειγμα του Ρούζβελτ, ο οποίος μετά την καταστροφή του ’30 σε 100 μέρες τα άλλαξε όλα. Αλλά γιατί σήμερα δεν γίνεται αυτό; Δεν υπάρχει μια τόσο εμφανής καταστροφή; Δεν έχουμε μεγάλους ηγέτες, που να επωμιστούν το βάρος της ευθύνης για μια συνολική αλλαγή; Μήπως οι αγορές είναι ανίκητες και δεν μπορούν να ελεγχθούν; Δεν υπάρχει ένα όραμα;

Ο Πατομάκι βάζει στην αρχή της κρίσης την ημέρα αποσύνδεσης της τιμής δολαρίου – χρυσού ή, όπως μου έλεγε σε μια συνέντευξη ο Στέλιος Ράμφος, «όταν αποσυνδέθηκε το σημαίνον από το σημαινόμενο». Ο Πατομάκι πιστεύει ότι οι κρίσεις χρέους ξεκινούν από τον ιδιωτικό τομέα και μετακινούνται στον δημόσιο. Άρα το πρόβλημα χρέους είναι υπαρκτό αλλά δεν είναι –κυρίως– του δημόσιου τομέα. Η κρίση κρατικού χρέους του 2010-11 είχε ξεκινήσει από τη χρηματοπιστωτική κρίση 2008-9. Και διατυπώνεται το ερώτημα: Τι έκαναν τότε οι επενδυτές, οι τράπεζες, οι διαχειριστές των κεφαλαίων; Προσωπικά θυμάμαι πολλά τραπεζικά στελέχη και οικονομικούς παράγοντες σε κείμενα του 2009 να προβλέπουν ότι το β’ εξάμηνο του 2009 η κρίση θα ανασχεθεί κ.λπ., κ.λπ.

Εν πάση περιπτώσει το ζήτημα είναι τι κάνουμε. Η ρήση της Θάτσερ ότι ο μονεταρισμός είναι μονόδρομος αποδείχθηκε ότι δεν ισχύει. Ο Πατομάκι επικαλείται κάποιες παλιότερες προτάσεις, όπως αυτές του Τόμπιν για φορολόγηση των νομισματικών συναλλαγών, αλλά προχωρεί παραπέρα.

Πολλοί, μεταξύ αυτών και οι συγγραφείς των παραπάνω βιβλίων, πιστεύουν ότι σε έναν κόσμο που ενοποιείται η μόνη λύση είναι η διεθνοποίηση στη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Τα παλαιά έθνη – κράτη είναι αδύνατον μόνα τους να διαφυλάξουν τις κοινωνικές κατακτήσεις, καθώς τα εθνικά σύνορα δεν μας προστατεύουν.

Ο Χέικι Πατομάκι θέτει το ζήτημα γενικότερα. Επικαλείται τον Ντάνι Ρόντρικ (και το βιβλίο του Το παράδοξο της παγκοσμιοποίησης), που έλεγε ότι «οι παγκόσμιες αγορές, τα κυρίαρχα κράτη και η δημοκρατία δεν μπορούν να συνυπάρξουν» και ως εκ τούτου οι λύσεις είναι τρεις:

α. Περιορισμός της δημοκρατίας, ώστε να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη των αγορών και να αυξηθεί το εμπόριο και η εισροή κεφαλαίων.

β. Να περιοριστεί η παγκοσμιοποίηση (ίσως και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση), ώστε να ενισχυθεί η δημοκρατία στα κράτη.

γ. Να υπάρξει μια ενιαία παγκόσμια δημοκρατία ή έστω μια ενιαία ευρωπαϊκή δημοκρατία, σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας.

Ο Πατομάκι σημειώνει ότι όσο κι αν ακούγεται ουτοπική, η τρίτη λύση είναι αυτή που μπορεί να κινητοποιήσει το κοινωνικό φαντασιακό και να αποτελέσει το όραμα.

Ονειρεύεται έναν παγκόσμιο κεϋνσιανισμό (όπως μας πληροφορεί, ο παγκόσμιος κεϋνσιανισμός είναι ορολογία που άρχισε να χρησιμοποιείται από το 1980), πράγμα το οποίο θα απαιτούσε ένα κοινό παγκόσμιο νόμισμα, μια κεντρική τράπεζα και στη συνέχεια μια παγκόσμια νομισματική πολιτική και μια κοινή δημοσιονομική πολιτική. Στόχος μια παγκόσμια αναδιανομή του πλούτου, με μια παγκόσμια συναθροιστική ζήτηση, με κοινή διαχείριση επενδύσεων και χρηματοδοτήσεων, οικολογική βιωσιμότητα και φυσικά πολλά επίπεδα και πλαίσια διακυβέρνησης και διασυνδέσεων μεταξύ τους. Ως συνέπεια αυτών θα έπρεπε να υπάρξουν παγκόσμιοι νέοι θεσμοί: Μηχανισμός για ελλείμματα και πλεονάσματα, μηχανισμός διαιτησίας χρεών και αναμόρφωσης νομισματικού και πιστωτικού συστήματος, παγκόσμιοι φόροι σε χρηματοοικονομικές συναλλαγές, σε εξοπλισμούς κ.ά, μηχανισμός ελέγχου του εκπαιδευτικού συστήματος ώστε να είναι προσιτό σε όλους, ρύθμιση και διατήρηση της ζήτησης σε παγκόσμιο επίπεδο, κάτι που προϋποθέτει συντονισμένη θεσμοποίηση οικονομικών πολιτικών, μέσα π.χ. από ένα παγκόσμιο κοινοβούλιο.

Όλα αυτά απαιτούν να κατακτηθεί το παγκόσμιο φαντασιακό των ανθρώπων, να γίνει το επερχόμενο όραμα. Φαντασιακό είναι οι εικόνες και οι χάρτες που δημιουργούν οι άνθρωποι, τα πρότυπα, τα πλαίσια για το ποιοι είναι και πού πάνε ή πού θέλουν να πάνε. Και αυτά τα βιβλία, αν προσθέτουν κάτι σε μας, είναι μια ψηφίδα προβληματισμού σε μια τέτοια κατεύθυνση.