• Σήμερα είναι: Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου, 2020

Χάρης Γεωργιάδης: «Η Κύπρος εξασφάλισε μια δεύτερη ευκαιρία»

Συνέντευξη στην Μαρία Ακριβού

Στα χνάρια της Κύπρου προσπαθεί να βαδίσει η ελληνική κυβέρνηση, επιχειρώντας την έξοδο της χώρας από το μνημονιακό καθεστώς και την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε τροχιά ανάπτυξης. Όμως γιατί, έπειτα από έξι χρόνια διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς, συνεχίζει να επικρατεί η αίσθηση ότι βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν; Γιατί τα οικονομικά μεγέθη έχουν αρνητικό πρόσημο, η ανεργία είναι στα ύψη και καθημερινά ακούμε για πρόσθετους φόρους; Ποια συνταγή ακολούθησαν οι κύπριοι πολιτικοί και ποια είναι η επόμενη μέρα μετά το κούρεμα των καταθέσεων και την απαγκίστρωση από τον μνημονιακό ζυγό; Μπορεί η Ελλάδα να αντιστρέψει τους όρους και να κερδίσει την παρτίδα, έστω και την τελευταία στιγμή;

Ένα από τα πρόσωπα που ταυτίστηκαν με την έξοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας από το μνημόνιο ήταν, αναμφίβολα, ο υπουργός Οικονομικών της χώρας, Χάρης Γεωργιάδης. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Accountancy Greece, ο κ. Γεωργιάδης αναφέρει πως η έξοδος από το μνημόνιο εξασφάλισε στην πατρίδα του μια δεύτερη ευκαιρία –γεγονός που δεν θα είχε συμβεί εάν δεν προέβαιναν στην εφαρμογή του επώδυνου μέτρου του κουρέματος των καταθέσεων– ενώ παράλληλα οδήγησε σε ανάκτηση της αξιοπιστίας στις διεθνείς αγορές. Τα πρώτα σημάδια στο «νησί της Αφροδίτης» είναι θετικά, με τις αποκρατικοποιήσεις να προχωρούν με γοργούς ρυθμούς και τους ξένους επενδυτές να εκφράζουν το ενδιαφέρον τους για την τοποθέτησή τους στην εν λόγω αγορά.

Ο κ. Γεωργιάδης επισημαίνει πως η κυπριακή κυβέρνηση έδωσε ειδικό βάρος στη διατήρηση του ελκυστικού φορολογικού καθεστώτος της και πως, μετά την επιτυχημένη εμπορικοποίηση του λιμανιού της Λεμεσού, στα άμεσα σχέδιά της είναι η ανάπτυξη και λειτουργία ενός μεγάλου καζίνο και ενός Τεχνολογικού Πάρκου στην περιοχή. Όσο για τη συμβουλή που δίνει στον έλληνα υπουργό Οικονομικών, είναι να μην πέσει στην παγίδα της ατολμίας και της αναβλητικότητας και να αποφύγει τη συνεχή επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, η οποία είναι εξ ορισμού αντιπαραγωγική.

Κύριε υπουργέ, είχατε την τύχη να δείτε την Κύπρο να εξέρχεται από το μνημόνιο και να επιστρέφει σε ρυθμούς ανάπτυξης. Σίγουρα μιλάμε για διαφορετικής φύσεως κρίσεις και μεγέθη οικονομίας, όμως πού αποδίδετε το γεγονός ότι η Ελλάδα παλεύει, χωρίς αποτέλεσμα, εδώ και 6 χρόνια να βγει από το καθεστώς του μνημονίου, ενώ η Κύπρος τα κατάφερε; Μια χώρα μπορεί να απαλλαγεί από τα μνημόνια και τα προγράμματα στήριξης μόνο όταν πετύχει την αποκατάσταση της επενδυτικής εμπιστοσύνης και της πιστοληπτικής της ικανότητας. Όταν είναι δηλαδή ξανά σε θέση να εξασφαλίζει χρηματοδότηση και να καλύπτει ελεύθερα τις ανάγκες της από τις διεθνείς αγορές. Λέω το αυτονόητο, αλλά αυτός ήταν ο βασικός άξονας όλων μας των κινήσεων. Είχαμε βρεθεί αντιμέτωποι με μια δραματικά δύσκολη κατάσταση, η εμπιστοσύνη προς την Κύπρο είχε χαθεί και ξέραμε πως έπρεπε με εντατική και συστηματική προσπάθεια να επανακτήσουμε την αξιοπιστία μας ως χώρα και ως οικονομία. Λάβαμε δύσκολες αλλά σωστές αποφάσεις, που έφεραν αποτελέσματα, που επέτρεψαν στους παραγωγικούς μας τομείς να λειτουργήσουν, που αποκατέστησαν την πρόσβαση στις αγορές και με αυτόν τον τρόπο μπορέσαμε να ολοκληρώσουμε το μνημονιακό πρόγραμμα στην ώρα του. Βεβαίως, η έξοδος από το μνημόνιο δεν σημαίνει ότι έχουν αντιμετωπιστεί όλα τα προβλήματα και όλες οι προκλήσεις. Αλλά σημαίνει ότι η χώρα έχει εξασφαλίσει μια δεύτερη ευκαιρία, στέκεται στα πόδια της και μπορεί να συνεχίσει την προσπάθεια με δική της ευθύνη.

Από τη μέχρι σήμερα εμπειρία σας, τι συμβουλή θα δίνατε στον έλληνα υπουργό Οικονομικών; Πραγματικά δεν θεωρώ πως μια χώρα, που ως προχθές λειτουργούσε με τα δεκανίκια της τρόικας, είναι κιόλας σε θέση να δίνει συμβουλές σε άλλους. Ίσως όμως θα μπορούσα να υποδείξω πως θα πρέπει να αποφευχθούν εκείνα τα λάθη που είχαν οδηγήσει την Κύπρο στον εκτροχιασμό. Αναφέρομαι στην ατολμία και την αναβλητικότητα και σε μια προσέγγιση που δυστυχώς μας χαρακτήριζε στο παρελθόν και η οποία ουσιαστικά ισοδυναμούσε με απόκρυψη των προβλημάτων κάτω από το χαλί, αντί με αποφασιστική αντιμετώπισή τους.

Διαρκώς ακούμε από τους θεσμούς το αίτημα για επιβολή νέων μέτρων και από την άλλη βλέπουμε μια κυβέρνηση να βάζει πρόσθετους φόρους για να εισρεύσουν έσοδα στα κρατικά ταμεία. Καθώς οι αριθμοί δεν βγαίνουν και η ανεργία «χτυπάει κόκκινο», πιστεύετε ότι υπάρχουν περιθώρια διαπραγμάτευσης και στοιχεία που η ελληνική πλευρά ίσως να μην τα έχει αξιοποιήσει σωστά; Και πάλι δεν είμαι βέβαιος εάν είναι ζήτημα διαπραγματευτικής δεινότητας. Έχω όμως μια ξεκάθαρη άποψη, η οποία δεν αφορά ειδικά την Ελλάδα, ότι δηλαδή η συνεχής επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις είναι, πράγματι, αντιπαραγωγική. Σπρώχνει την οικονομία σε βαθύτερο τέλμα. Και πρέπει να σας πω ότι έχω εκφράσει αυτή την άποψη και στο Eurogroup. Θεωρώ πολύ πιο αποτελεσματική την προώθηση μεταρρυθμίσεων και κινήσεων εξυγίανσης σε σχέση με τα δημόσια οικονομικά, τη δημόσια υπηρεσία, το τραπεζικό σύστημα, τις δομές της οικονομίας γενικότερα.

Τι έχει αλλάξει στην καθημερινότητα του κύπριου πολίτη έπειτα από το «κούρεμα» των καταθέσεων; Ήταν μια δραματική αλλά, δυστυχώς, αναπόφευκτη εξέλιξη. Η οποία μας υπενθυμίζει ότι οι ανεύθυνες τραπεζικές πρακτικές και οι πολιτικές της δογματικής άρνησης επιφέρουν κόστος, το οποίο τελικά φορτώνεται ο πολίτης. Στην Κύπρο συμπολίτες μας έχασαν τις δουλειές τους και άλλοι έχασαν τις καταθέσεις τους λόγω αυτών των ανεύθυνων επιλογών. Ήταν ένα τεράστιο πλήγμα. Μέσα όμως από τη συστηματική προσπάθεια, τις αντοχές της κυπριακής κοινωνίας και την αλλαγή πολιτικής πλεύσης εδώ και τρία χρόνια, έχουμε βάλει τη χώρα μας σε τροχιά ανάκαμψης. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω, αλλά μπορούμε και πρέπει να συνεχίσουμε αυτήν την προσπάθεια, που είναι η μόνη που θα απαλύνει τις συνέπειες της κρίσης.

Είναι γεγονός πως ένας μεγάλος αριθμός ελληνικών επιχειρήσεων προτίμησε να δραστηριοποιηθεί στην Κύπρο, εξαιτίας των ελκυστικών φορολογικών συντελεστών που προσφέρει στους επιχειρηματίες. Από ποιους κλάδους κυρίως εκφράζεται ενδιαφέρον και πόσες είναι περίπου οι ελληνικές επιχειρήσεις που στα χρόνια της κρίσης ίδρυσαν θυγατρικές στην Κύπρο; Η Κύπρος ήταν και παραμένει ένας ελκυστικός προορισμός για ντόπιες και ξένες επενδύσεις και για δραστηριοποίηση επιχειρήσεων. Διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, που περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται στο φορολογικό καθεστώς. Ειδικά το φορολογικό καθεστώς, πρέπει να σας πω, το έχουμε διαφυλάξει ως κόρην οφθαλμού. Δεν διστάσαμε να περιορίσουμε τις αλόγιστες δαπάνες του κράτους για να μην χρειαστούν πρόσθετοι φόροι που θα «σκότωναν» την ήδη εξουθενωμένη οικονομία μας. Αντιθέτως, δώσαμε κίνητρα και ελαφρύνσεις τα οποία απέδωσαν. Η παρουσία ελληνικών επιχειρηματικών ομίλων στην Κύπρο είναι σημαντική και εκτείνεται, μεταξύ άλλων, στους τομείς των τραπεζών, του λιανικού εμπορίου, της ναυτιλίας, των μέσων ενημέρωσης, των μεταφορών.

Πού βρισκόμαστε με τις αποκρατικοποιήσεις και ποιες θα είναι προτεραιότητες που θέτει από εδώ και μπρος το ΥΠΟΙΚ; Είχαμε πολύ πρόσφατα την ολοκλήρωση μιας εξαιρετικά σημαντικής συμφωνίας παραχώρησης του λιμανιού της Λεμεσού σε επενδυτικούς ομίλους από Γερμανία και Ντουμπάι. Θα ακολουθήσει εντός του έτους η αδειοδότηση της ανάπτυξης και λειτουργίας ενός μεγάλου καζίνο και ενός Τεχνολογικού Πάρκου. Προωθείται επίσης η παραχώρηση του λαχείου, του Χρηματιστηρίου και κάποιων ακινήτων και θα ακολουθήσει και το δεύτερο λιμάνι της Κύπρου, αυτό της Λάρνακας. Πολύ σημαντική θεωρούμε την περίπτωση της CYTA, του αντίστοιχου ελληνικού ΟΤΕ, για την οποία όμως δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να εξασφαλίσουμε την απαραίτητη πολιτική συναίνεση. Ελπίζω πως θα καταφέρουμε να κάνουμε κάποια, έστω, βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, γιατί δεν νοείται να υπάρχει τηλεπικοινωνιακός οργανισμός στη σύγχρονη εποχή που να λειτουργεί ως προέκταση του κράτους.

Σε ό,τι αφορά τους ρώσους επενδυτές, ποια είναι η στάση τους απέναντι στο νησί; Έχει ανακτηθεί η εμπιστοσύνη; Ναι, γενικά θεωρώ πως η εμπιστοσύνη της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας έχει αποκατασταθεί και αυτό εξηγεί, σε ένα μεγάλο βαθμό, την ανάκαμψη της κυπριακής οικονομίας. Δεχθήκαμε τα προηγούμενα χρόνια ένα πλήγμα, το οποίο μας κλόνισε, αλλά το αντιμετωπίσαμε με μια αποφασιστική διόρθωση των αδυναμιών στις δομές της οικονομίας και του τραπεζικού μας συστήματος.

«Μέσα από τη συστηματική προσπάθεια, τις αντοχές της κυπριακής κοινωνίας και την αλλαγή πολιτικής πλεύσης εδώ και τρία χρόνια, έχουμε βάλει τη χώρα μας σε τροχιά ανάκαμψης. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω, αλλά μπορούμε και πρέπει να συνεχίσουμε αυτήν την προσπάθεια, που είναι η μόνη που θα απαλύνει τις συνέπειες της κρίσης.»