• Σήμερα είναι: Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου, 2020

Χρηματοδότηση και «υβριδική» ανάπτυξη ΜΜΕ: Σημερινές ανάγκες – αυριανές προκλήσεις, Παναγιώτης Πρόντζας

Παναγιώτης Πρόντζας, Senior Manager, Grant Thornton Greece

Είναι προφανές ότι το ζήτημα της χρηματοδότησης αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ). Πόσο προφανείς είναι όμως και οι αιτίες των προβλημάτων που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση των ΜΜΕ; Ποια προβλήματα πηγάζουν από την πλευρά των φορέων χρηματοδότησης και ποια από την πλευρά των ΜΜΕ που έχουν ανάγκη για λήψη χρηματοδότησης; Οι σχετικές απαντήσεις απαιτούν την ανάλυση των προβλημάτων τόσο σε επίπεδο προσφοράς όσο και ζήτησης κεφαλαίων.

Είναι γεγονός ότι οι αιτίες του προβλήματος στην προσφορά κεφαλαίων συνδέονται με την οικονομική ύφεση, που έπληξε όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομίας, τη μεγάλη αύξηση της ανεργίας, τη δημοσιονομική κρίση, την πτώση των δημοσίων επενδύσεων και την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους. Τα προβλήματα αυτά προκάλεσαν σημαντικό έλλειμμα πληροφόρησης στις αγορές προϊόντων, κεφαλαίου και εργασίας. Η αβεβαιότητα και η αστάθεια στις αγορές, οι αρνητικές προβλέψεις για την εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών, η περιορισμένη προσαρμογή του κρατικού μηχανισμού στις νέες ανάγκες της οικονομίας, καθώς και η αδυναμία πρόβλεψης του χρόνου «εξόδου» από την κρίση επέτειναν περαιτέρω το οικονομικό κλίμα, δημιούργησαν πρόσθετα «κενά» πληροφόρησης στον χρηματοπιστωτικό κλάδο και πολλαπλασίασαν το κόστος συναλλαγών.

Ως εκ τούτου, ο δείκτης της χρηματοδότησης των ΜΜΕ στην Ελλάδα, από το 2009 και μετά, σημείωσε κατακόρυφη πτώση και το πρόβλημα της πρόσβασης σε δανειακά κεφάλαια έγινε, πράγματι, το κυρίαρχο ζήτημα των ΜΜΕ. Λαμβάνοντας υπόψη και τη συνολική αναδιάρθρωση που έγινε σε επίπεδο τραπεζικού κλάδου, γίνεται αντιληπτό για ποιο λόγο τα φαινόμενα αποτυχιών των αγορών εντάθηκαν ακόμα περισσότερο. Το υπόλοιπο του τραπεζικού δανεισμού προς επιχειρήσεις εξακολουθεί να κινείται με αρνητικούς ρυθμούς μεταβολής, στοιχείο που άλλωστε συνδέεται με το γεγονός ότι στη χώρα καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό απόρριψης αιτήσεων τραπεζικού δανεισμού (Ελλάδα: 33%, μ.ο. Ε.Ε.:10%, βλ. ECB, SAFE Report, 2014) (διάγραμμα 1).

Πέραν των προβλημάτων που καταγράφηκαν από πλευράς εμπορικών τραπεζών, δυσλειτουργίες εμφανίστηκαν και στη χρηματοδότηση που προήλθε από τα χρηματοδοτικά εργαλεία και προγράμματα που υλοποιήθηκαν μέσα από την αξιοποίηση πόρων του ΕΣΠΑ της περιόδου 2007-2013 (π.χ. προγράμματα JEREMIE, ETEAN). Ειδικότερα, παρατηρήθηκαν καθυστερήσεις στην υλοποίηση, φαινόμενα αλληλεπικάλυψης δράσεων, περιορισμένες δυνατότητες ενίσχυσης σε κεφάλαια κίνησης, αυξημένη γραφειοκρατική διαδικασία και περιορισμένη τεχνική βοήθεια προς τις ΜΜΕ. Η προσφορά κεφαλαίων δεν αντιπροσώπευσε τις πραγματικές συνθήκες αγοράς και τις ανάγκες ρευστότητας των ΜΜΕ, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα χρηματοδοτικό κενό, δηλαδή μια κατάσταση όπου η ζήτηση για χρηματοδοτικά κεφάλαια δεν ήταν δυνατό να καλυφθεί μέσα από την υπάρχουσα προσφορά κεφαλαίων.

Επιπρόσθετα, υπήρξε μία ακόμα ειδική παράμετρος που άσκησε και ασκεί σημαντική επίδραση στο επίπεδο χρηματοδότησης των ΜΜΕ και η οποία σχετίζεται με τον παράγοντα χρόνο. Ειδικότερα, από τη στιγμή που θα προσδιοριστεί η ανάγκη μέχρι τη στιγμή που θα υποβάλει η επιχείρηση αίτημα χρηματοδότησης (ή αναχρηματοδότησης) από έναν φορέα, θα εγκριθεί και θα λάβει (ή θα αναδιαρθρώσει) τελικά το αιτούμενο ποσό ή μέρους αυτού, μεσολαβεί ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα. Ο χρόνος αυτός εξαρτάται από τον φορέα όπου έχει γίνει το σχετικό αίτημα χρηματοδότησης και κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 4 και 12 μηνών, εφόσον βέβαια καλύπτονται οι σχετικές προϋποθέσεις, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που έχει απαιτηθεί περισσότερο από ένα έτος για τη λήψη των αιτούμενων ποσών. Κατά το διάστημα όμως αυτό η επιχείρηση υποχρεούται να συνεχίσει να λειτουργεί και να πληρώνει τις υποχρεώσεις της. Όμως σε περίοδο οικονομικής κρίσης, οι συνθήκες μεταβάλλονται ραγδαία και τις περισσότερες φορές χειροτερεύουν, με αποτέλεσμα πολλές ΜΜΕ να βρεθούν σε αδυναμία πληρωμών. Ωστόσο, ακόμα και αν έχουν επιβιώσει μέχρι το χρονικό σημείο λήψης χρηματοδότησης, το πιθανότερο είναι το αρχικό αιτούμενο ποσό να μην ανταποκρίνεται τελικά στις τρέχουσες ανάγκες. Ως εκ τούτου, το χρηματοδοτικό κενό αποδεικνύεται μεγαλύτερο, με την επιχείρηση να καλείται να αντιμετωπίσει εκ νέου πρόβλημα χρηματοδότησης.

Πέραν των προβλημάτων σε επίπεδο προσφοράς χρηματοδότησης, υπάρχουν και αδυναμίες από πλευράς της ζήτησης κεφαλαίων, δηλαδή από την πλευρά των ΜΜΕ. Είναι γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των σημερινών προβλημάτων των ΜΜΕ πηγάζουν ή συνδέονται με την οικονομική κρίση που συντελείται στη χώρα την τελευταία εξαετία. Ωστόσο, η οικονομική κρίση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις ΜΜΕ, όχι μόνο γιατί η μείωση του εισοδήματος και της κατανάλωσης είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τον περιορισμό του κύκλου εργασιών τους, αλλά και γιατί τα εγγενή χαρακτηριστικά τους δεν τους επέτρεψαν να αντιδράσουν αποτελεσματικά στις συνέπειες της οικονομικής αυτής κρίσης. Ειδικότερα, ο προσανατολισμός των ΜΜΕ σε συγκεκριμένους κλάδους (π.χ. χονδρικό και λιανικό εμπόριο) με περιορισμένη προστιθέμενη αξία, η γεωγραφική συγκέντρωση σε ορισμένες (κορεσμένες) περιοχές, ο μικρός αριθμός εργαζομένων ανά επιχείρηση, η υπερίσχυση της ατομικής επιχείρησης και η χαμηλή παραγωγικότητα ανά επιχειρηματική μονάδα και ανά απασχολούμενο ήταν στοιχεία που, σε συνδυασμό με την οικονομική ύφεση, επέδρασαν ανασταλτικά στη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων χρηματοδότησης.

Επιπρόσθετα, πολλές ΜΜΕ δεν προσαρμόστηκαν στα νέα και μελλοντικά δεδομένα. Οι διοικήσεις των εταιρειών, είτε λόγω των εγγενών ζητημάτων που αναφέρθηκαν είτε λόγω έλλειψης γνώσεων είτε και «εγκλωβισμού» σε μια επιχειρηματική ψυχολογία που απαιτεί τη θετική στάση ως προς την οικονομική τους πορεία, έχουν την τάση να υπερεκτιμούν την εξέλιξη των πωλήσεών τους ή τη δυνατότητά τους να περιορίσουν τα κόστη, με αποτέλεσμα να μην προσαρμόζονται άμεσα στις νέες και μελλοντικές συνθήκες. Στηρίζουν τις ανάγκες χρηματοδότησής τους σε προβλέψεις που τελικά αποδεικνύονται μη ρεαλιστικές, με αποτέλεσμα, ακόμα και αν λάβουν την όποια απαιτούμενη χρηματοδότηση, αυτή να μην επαρκεί για την πληρωμή των απαιτούμενων υποχρεώσεων. Η παράμετρος αυτή μεγεθύνθηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης των τελευταίων ετών, όπου ακόμα και οι προβλέψεις μεγάλων διεθνών οργανισμών υποτίμησαν το βάθος της κρίσης και τις συνέπειες που αυτή έφερε σε εισόδημα και κατανάλωση. Η μη ορθή πρόβλεψη των οικονομικών μεγεθών καθυστέρησε σε πολλές επιχειρήσεις την έγκαιρη λήψη διαρθρωτικών μέτρων, με αποτέλεσμα το πρόβλημα ρευστότητας να γίνει ακόμα πιο έντονο. Η παρουσία όλων αυτών των προβλημάτων σε επίπεδο ζήτησης κεφαλαίων λειτούργησε περαιτέρω ανασταλτικά στο ζήτημα της χρηματοδότησης, καθιστώντας ένα σημαντικό μέρος των ΜΜΕ μη ικανό προς χρηματοδότηση («non bankable») (διάγραμμα 2).

Ουσιαστικά, ο περιορισμός της χρηματοδότησης των ΜΜΕ ήταν αποτέλεσμα τόσο του περιορισμού των διαθέσιμων κεφαλαίων σε επίπεδο προσφοράς όσο και των αδυναμιών σε επίπεδο ζήτησης. Για το λόγο αυτό, η λύση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων χρηματοδότησης, ρευστότητας και λειτουργίας των ΜΜΕ απαιτούν ένα συνδυασμό κινήσεων και δράσεων προκειμένου τα προβλήματα αυτά να καταστούν, αρχικά, διαχειρίσιμα και εντέλει να ξεπεραστούν σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Στην πλευρά της προσφοράς κεφαλαίων, κεντρικό ρόλο, εκτός βέβαια από τις εμπορικές τράπεζες, θα έχουν και τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα υλοποιηθούν στην προγραμματική περίοδο 2014-2020. Τα εργαλεία αυτά απαιτείται να αντεπεξέρχονται πληρέστερα στις ανάγκες χρηματοδότησης των ΜΜΕ, συγχρόνως όμως να στοχεύουν και στην πλευρά της ζήτησης, μέσα από την υποστήριξη των ΜΜΕ σε επίπεδο επιχειρηματικής βελτίωσης και αναβάθμισης. Σε κάθε περίπτωση, οι προτεινόμενες λύσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν τόσο τα χρηματοδοτικά όσο και τα λειτουργικά προβλήματα των ΜΜΕ, έχοντας ουσιαστικά έναν «υβριδικό» μηχανισμό συνολικής επιχειρηματικής αναδιάρθρωσης και ανάπτυξης.