• Σήμερα είναι: Κυριακή, 25 Οκτωβρίου, 2020

Αριθμοδείκτες λογιστικής ανάλυσης σε καιρούς οικονομικής κρίσης, Αναστασία Β. Φίλιου

1. Αριθμοδείκτες διαθεσίμων

1.1. Εννοιολογικό πλαίσιο

Οι αριθμοδείκτες διαθεσίμων δεικνύουν την επάρκεια των «ρευστών κεφαλαίων» (liquid funds) για να εξυπηρετούνται έξοδα και υποχρεώσεις. Επαρκής ταμειακή ροή είναι αναγκαία όχι μόνο προκειμένου μια εταιρεία να επιβιώνει αλλά επίσης για να επιτυγχάνεται κεφαλαιακή ανάπτυξη (capital growth)1.

1.2. Πώς αυτή η επάρκεια2 υπολογίζεται;

Συνήθως αρκετοί αριθμοδείκτες διαθεσίμων χρησιμοποιούνται:

Η ταμειακή ροή (cash flow)

(i)

Σύνολο υποχρεώσεων (total debt)

Η ταμειακή ροή (cash flow)

(ii)

Μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις (long-term debt)

Διαθέσιμα + Εμπορεύσιμα χρεόγραφα (cash + marketable securities)

(iii)

Σύνολο κυκλοφορούντος ενεργητικού (total current assets)

Διαθέσιμα + Εμπορεύσιμα χρεόγραφα (cash + marketable securities)

(iv)

Σύνολο βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων (total current liabilities)

Διαθέσιμα + Εμπορεύσιμα χρεόγραφα + πελάτες (cash + marketable securities + receivables)

(v)

Έξοδα πληρωτέα εντός έτους (year’s cash expenses)

(vi) Αριθμοδείκτες ταμειακής ροής προς κεφαλαιουχικές δαπάνες.

(Cash flow-to-capital expenditures ratio):

Ταμειακή ροή από τη λειτουργία της επιχείρησης – Μερίσματα (cash flow from operations – dividends)

Δαπάνες για εργοστάσιο και εξοπλισμό (expenditures for plant and equipment)

(vii)Αριθμοδείκτης επάρκειας ταμειακής ροής

(Cash flow adequacy ratio):

Άθροισμα ταμειακών ροών πέντε ετών από τη λειτουργία της επιχείρησης (five-year sum of cash flow from operations)

Άθροισμα κεφαλαιουχικών δαπανών, προσθηκών σε αποθέματα και ταμειακών μερισμάτων πέντε ετών

(Five-year sum of capital expenditures, inventory additions, and cash dividends)

Παράδειγμα Δύο αριθμοδείκτες διαθεσίμων υπολογίζονται με βάση τις ακόλουθες πληροφορίες μιας εταιρείας:

20Χ1

20Χ2

Ταμειακή ροή

€ 600.000

€ 300.000

Σύνολο υποχρεώσεων

2.000.000

2.500.000

Μακροπρόθεσμα χρέη

1.000.000

1.300.000

Οι συναφείς αριθμοδείκτες είναι:

20Χ1

20Χ2

Ταμειακή ροή προς σύνολο υποχρεώσεων

30%

12%

Ταμειακή ροή προς μακροπρόθεσμα χρέη

60%

23%

Από το 20Χ1 στο 20Χ2, η εταιρεία αυτή έχει υποστεί μια σημαντική χειροτέρευση σε ρευστότητα. Η εταιρεία μπορεί να είναι σε συμπίεση («στρίμωγμα») των διαθεσίμων της και έτσι να μην είναι σε θέση να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της όταν αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες.

1.3. Πώς χρησιμοποιούνται και από ποιους

Ο αριθμοδείκτης της ταμειακής ροής προς το σύνολο των χρεών δείχνει την ικανότητα μιας εταιρείας να εξυπηρετεί τα χρέη της. Αυτός είναι χρήσιμος στην πρόβλεψη τυχόν επερχόμενης πτώχευσης. Η ταμειακή ροή προς τα μακροπρόθεσμα χρέη είναι ένας αριθμοδείκτης για να εκτιμηθεί (αξιολογηθεί) η επάρκεια των διαθέσιμων κεφαλαίων προς εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων που δεν είναι βραχυχρόνιες (τρέχουσες, non current obligations).

Ο αριθμοδείκτης των διαθεσίμων, συν τα εμπορεύσιμα χρεόγραφα3, προς τις τρέχουσες (βραχυπρόθεσμες) υποχρεώσεις δείχνει το άμεσο διαθέσιμο ποσό χρημάτων προς εξυπηρέτηση βραχυχρόνιων χρεών. Αυτός ο αριθμοδείκτης είναι περισσότερο «συντηρητικής» φύσεως από τον αριθμοδείκτη άμεσης (ταμειακής) ρευστότητας (the acid-test ratio)4.

Το ενδιαφέρον της χρηματοοικονομικής διοίκησης (financial management) κατευθύνεται επίσης προς το πόσο πολλές φορές οι άμεσες πηγές ρευστότητας είναι επαρκείς να εξυπηρετήσουν (ταμειακά) έξοδα.

Ο αριθμοδείκτης της ταμειακής ροής προς τις κεφαλαιουχικές δαπάνες δείχνει την ικανότητα μιας εταιρείας να συντηρεί εργοστάσιο και εξοπλισμό από διαθέσιμα τα οποία παρέχονται από τη λειτουργία μιας επιχείρησης, παρά από δανεισμό ή την έκδοση νέων μετοχών. Ο σκοπός του αριθμοδείκτη επάρκειας της ταμειακής ροής είναι να προσδιοριστεί ο βαθμός στον οποίο μια επιχείρηση έχει δημιουργήσει επαρκή ταμειακή ροή από τις τακτικές/κανονικές δραστηριότητές της για να καλύπτει κεφαλαιουχικές δαπάνες, καθαρή επένδυση σε αποθέματα5, και για ταμειακά μερίσματα6. Προκειμένου να απαλειφθούν κυκλικές ή ακανόνιστες7 επιδράσεις, ένα σύνολο πέντε ετών χρησιμοποιείται στον εν λόγω υπολογισμό. Ένας αριθμοδείκτης της τάξεως του 1 αποκαλύπτει ότι η εταιρεία έχει καλύψει τις ανάγκες της με βάση τα επιτευχθέντα επίπεδα ανάπτυξης χωρίς την ανάγκη εξωτερικής χρηματοδότησης. Εάν ο αριθμοδείκτης αυτός πέσει κάτω από το 1, τα εσωεπιχειρησιακά δημιουργούμενα διαθέσιμα μπορεί να είναι ανεπαρκή να συντηρήσουν μερίσματα και επίπεδα τρέχουσας ανάπτυξης της επιχείρησης. Αυτός ο αριθμοδείκτης μπορεί επίσης να αντανακλά την επίπτωση του πληθωρισμού στις απαιτήσεις της εταιρείας για κεφάλαια.

2. Αριθμοδείκτες ανάλυσης των τρεχουσών υποχρεώσεων

2.1. Εννοιολογικό πλαίσιο

Οι αριθμοδείκτες με βάση τις τρέχουσες υποχρεώσεις (δηλαδή το βραχυπρόθεσμο παθητικό) δείχνουν τον βαθμό στον οποίο πληρωμές βραχυχρόνιου χρέους θα απαιτηθεί να γίνουν εντός του έτους. Η κατανόηση των υποχρεώσεων μιας εταιρείας είναι κρίσιμης σημασίας, αφού εάν αυτή δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσει τρέχοντα χρέη, η κρίση ρευστότητας προβάλλει.

2.2. Πώς αυτοί υπολογίζονται

(i) Τρέχουσες υποχρεώσεις προς μεσομακροπρόθεσμο (κυρίως) παθητικό.

Τρέχουσες υποχρεώσεις (current liabilities)

Μεσομακροπρόθεσμο παθητικό (non current liabilities)

(ii) Τρέχουσες υποχρεώσεις προς το σύνολο των υποχρεώσεων8.

Τρέχουσες υποχρεώσεις (current liabilities)

Σύνολο υποχρεώσεων (total liabilities)

Αυτοί οι αριθμοδείκτες συγκρίνονται προς «πρότυπους» αριθμοδείκτες του κλάδου (industry norms).

Παράδειγμα

Ας υποθέσουμε τα ακόλουθα λογιστικά δεδομένα για μια εταιρεία:

Τρέχουσες υποχρεώσεις

€ 500.000

Μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις

€ 600.000

Σύνολο υποχρεώσεων

€ 1.100.000

Οι συναφείς αριθμοδείκτες είναι:

Τρέχουσες υποχρεώσεις προς μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις

83,3%

Τρέχουσες υποχρεώσεις προς το σύνολο των υποχρεώσεων

45,5%

Αυτοί συγκρίνονται προς προτύπους του κλάδου αριθμοδείκτες:

Τρέχουσες υποχρεώσεις προς μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις

45,0%

Τρέχουσες υποχρεώσεις προς το σύνολο των υποχρεώσεων

24,0%

Η ρευστότητα της εταιρείας είναι σε δυσμενή θέση σε σχέση προς τα πρότυπα του κλάδου9, όπως υποδεικνύεται από το υψηλό επίπεδο βραχυπρόθεσμων χρεών της εταιρείας.

2.3. Πώς χρησιμοποιείται και από ποιους

Ένας υψηλός (μεγάλος) αριθμοδείκτης των τρεχουσών (βραχυπρόθεσμων) υποχρεώσεων προς το σύνολο των υποχρεώσεων δείχνει μικρότερη (λιγότερη) εταιρική ρευστότητα, αφού υφίσταται μεγαλύτερη αναλογία βραχυχρόνιου χρέους. Εάν ο αριθμοδείκτης είναι μεγάλος (υψηλός), η εταιρεία πρέπει να κάνει ενέργειες προκειμένου να μειώσει το υπερβάλλον βραχυχρόνιο χρέος της. Τέτοιες ενέργειες είναι η (ανα-) χρηματοδότηση επί μιας μακροπρόθεσμης βάσης δια μέσου έκδοσης ομολογιών10 ή εκδόσεων μετοχών ή πώλησης στοιχείων του πάγιου ενεργητικού για να αποκτηθούν κεφάλαια.

3. Ο αριθμοδείκτης κυκλοφοριακής ρευστότητας

3.1. Εννοιολογικό πλαίσιο

Ο αριθμοδείκτης κυκλοφοριακής ρευστότητας (current ratio), ο οποίος υπόκειται σε εποχιακές διακυμάνσεις, χρησιμοποιείται για να μετρηθεί η ικανότητα μιας επιχείρησης να εξυπηρετεί τις τρέχουσες υποχρεώσεις της από τη ρευστοποίηση των στοιχείων του κυκλοφορούντος ενεργητικού της. Επειδή αυτός δείχνει το περιθώριο ασφάλειας που είναι διαθέσιμο για να καλύψει οποιαδήποτε πιθανή μείωση στην αξία του κυκλοφορούντος ενεργητικού, αυτός συνιστά μια ένδειξη ρευστότητας. Ο αριθμοδείκτης κυκλοφοριακής ρευστότητας δείχνει τον βαθμό στον οποίο τα στοιχεία του κυκλοφορούντος ενεργητικού είναι διαθέσιμα για να καλύψουν κάθε 1 ευρώ βραχυπρόθεσμου χρέους. Θεωρείται σε κανονικά επίπεδα όταν είναι δύο προς ένα.

4. Η ανάταξη επιχειρήσεων

Τις τελευταίες δεκαετίες είχαμε πτωχεύσεις «μεγάλου διαμετρήματος», όπως αυτές της Enron, της World Com κ.ά. Αυτές έδωσαν νέα ώθηση και δημιούργησαν κατεπείγουσα ανάγκη για έρευνα προς δημιουργία «υποδειγμάτων ανάταξης11 (ανάρρωσης) επιχειρήσεων» (business recovery models). Παράλληλα γίνονται συζητήσεις παγκοσμίως αναφορικά με τις πρακτικές αναδιάρθρωσης (restructuring) και της μέτρησης/διαβάθμισης της αφερεγγυότητας (insolvency)12.

Η «ανάταξη» έχει καταστεί ένα αναπόσπαστο μέρος του περιβάλλοντος των επιχειρήσεων, επομένως η αναγνώριση και κατανόηση των ζητημάτων που τη συναποτελούν συνιστούν το «κλειδί» στη διάνοιξη νέων λύσεων στα επιχειρησιακά προβλήματα.

5. Ποιες είναι οι προειδοποιητικές ενδείξεις

Α. Ήπιες, που οφείλονται στη διοίκηση (διαχειριστικής κυρίως φύσεως):

Α.α. Τα προϊόντα δεν είναι ελκυστικά.

Α.β. Αυξανόμενη ένταση με τρίτους (stakeholders) που τους αφορά η λειτουργία της επιχείρησης (αμέσως ή εμμέσως).

Α.γ. Απώλεια σημαντικών/μεγάλων πελατών.

Α.δ. Αποτυχία να επιτευχθούν προθεσμίες.

Α.ε. Δεν διαρθρώνεται κατάλληλη στρατηγική – μακροχρόνιος εταιρικός σχεδιασμός.

Α.στ. Τα επιχειρησιακά σχέδια δεν ενέχουν αντικειμενικότητα.

Α.ζ. Δεν υφίσταται ικανότητα υιοθέτησης ορθών προτεραιοτήτων.

Α.η. Υφίσταται υπερβολική πολυπλοκότητα στις λειτουργίες της επιχείρησης.

Α.θ. Οι διευθυντές έχουν αναταραγμένες ιδέες που στριφογυρίζουν στο μυαλό τους (director churn).

Β. Σκληρές, που οφείλονται κυρίως σε χρηματοοικονομικούς παράγοντες:

Β.α. Συχνές αλλαγές πολιτικών.

Β.β. Επιπόλαιες προβλέψεις.

Β.γ. Ελλειμματικό κεφάλαιο κίνησης.

Β.δ. «Θαμπή» διαφάνεια (opaque transparency).

Β.ε. Καθ’ υπερβολή ανάπτυξη (excessive growth).

Β.στ. Δεν μπορεί να γίνει σύγκριση με ομοειδείς επιχειρήσεις.

Β.ζ. Προγραμματισμένος υποβιβασμός (μισθολογικός) του προσωπικού.

Β.η. Απότομες αυξομειώσεις παραγωγής – δραστηριότητας.

6. Το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα

Τα χαρακτηριστικά του ελληνικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος είναι:

– Οι επιχειρήσεις είναι συνήθως οικογενειακές (family business). Δηλαδή ο ιδιοκτήτης/μέτοχος και το ανώτατο στέλεχος διοίκησης είναι το ίδιο πρόσωπο.

– Από άποψη μεγέθους, οι περισσότερες είναι μικρομεσαίες (small-medium business’ type).

– Οι κεφαλαιαγορές επί της ουσίας παραμένουν υπανάπτυκτες (underdeveloped capital markets).

– Η έννοια της επιχειρηματικότητας είναι πολύ περιορισμένης εφαρμογής (limited entrepreneurial concept).

– Οι διοικήσεις σπάνια υιοθετούν καινοτόμες αλλαγές.

– Δεν είναι ακόμα σε ικανοποιητικό επίπεδο οι υποδομές κ.ο.κ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Πρόκειται για αύξηση της αξίας της καθαρής θέσης με τη δημιουργία υπεραξίας, κυρίως από την άνοδο της αξίας του χαρτοφυλακίου μετοχών (πρωτίστως θυγατρικών) ή της χρηματιστηριακής αξίας της μετοχής μιας εταιρείας.

2. Στην οικονομία των επιχειρήσεων επικρατούν δύο βασικές αρχές: Ι) Η αρχή της επάρκειας (Auskömmlichkeit) ή της σχέσης κάλυψης προς ανάγκη και ΙΙ) Η αρχή της οικονομικότητας (Wirtschaftlichkeit) ή της σχέσης προσόδου προς δαπάνη. Ως αριθμούς πηλίκων (αριθμοδείκτες, δηλαδή, κατά τη στατιστική έννοια) έχουμε επομένως: Οικονομικότητες = Πρόσοδοι: Δαπάνες, Επάρκειες = Καλύψεις: Ανάγκες. Οι οικονομικότητες είναι πάντοτε εξαγόμενα διαιρέσεων, δηλαδή είναι αριθμοδείκτες. Οι επιχειρήσεις, προς εκπλήρωση των σκοπών τους, πρέπει να προβούν σε δαπάνες. Επομένως οι ανάγκες των επιχειρήσεων ουσιαστικά συμπίπτουν με τις δαπάνες και μάλιστα κατ’ είδος και μέγεθος. Οι καλύψεις των αναγκών διαφέρουν όχι ως προς το είδος αλλά ως προς το μέγεθος. Ώστε υπάρχουν τόσα είδη καλύψεων όσα είναι τα είδη δαπανών (αναγκών).

3. Διαπραγματεύσιμα χρεόγραφα τα οποία είναι δυνατόν να πωληθούν ευχερώς. Χρεόγραφα αναγνωρισμένης ποιότητας, που χρησιμοποιούνται για βραχυχρόνιες επενδύσεις.

4. Με τον οποίο μετράται η χρηματοοικονομική ευρωστία της επιχείρησης από άποψη ρευστότητας ειδικότερα.

5. Δηλαδή όχι μόνο για αναπλήρωση των αναλωθέντων/πωληθέντων αλλά και για επέκταση/ανάπτυξη των πωλήσεων.

6. Δηλαδή μερίσματα καταβαλλόμενα τοις μετρητοίς ή με επιταγή που μπορεί να εισπραχθεί αμέσως. Είναι η πιο συνηθισμένη μορφή.

7. Βραχυχρόνιες μεταβολές που δεν είναι δυνατό να σταθμιστούν και να προβλεφθούν.

8. Δηλαδή το πραγματικό ή κυρίως παθητικό.

9. Επί μεγάλου μεγέθους εταιρειών.

10. Πρότυποι αριθμοδείκτες θεωρούνται αυτοί που συνιστούν επιθυμητό, καταρχήν, στόχο και αποτελούν συνήθη βάση συγκρίσεων. Είναι επικίνδυνο να λαμβάνονται ως βάση σύγκρισης αριθμητικοί μέσοι, γιατί αυτοί επηρεάζονται σημαντικά από τους ακραίους όρους. Γι’ αυτό έχει κριθεί προτιμότερη η χρήση διαμέσων.

11. Κατά το Μεγάλο Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας του Α. Γεωργοπαπαδάκου (Μάλλιαρης – Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1998, η’ έκδ., σελ. 111) «ανάταξη, η, η επαναφορά στην προηγούμενη θέση».

12. Αφερέγγυος καλείται ο μη έχων (καταρχήν) προσωπική και ιδίως εμπράγματη οικονομική αξιοπιστία. Η προσωπική φερεγγυότητα στηρίζεται στα ηθικά προσόντα του οφειλέτη και στην προσωπική κράτηση, εφόσον αυτός είναι έμπορος. Η εμπράγματη φερεγγυότητα στηρίζεται στην κινητή ή ακίνητη περιουσία του οφειλέτη. Ο αφερέγγυος καλείται και αναξιόχρεος (ανάξιος να χρεωθεί). Κατά κανόνα δεν μετρούμε/εκτιμούμε την αφερεγγυότητα αλλά τη φερεγγυότητα (solvency). Κατά τον Β. Φίλιο: «Πιστωτική επιφάνεια (solvency) είναι η ικανότητα ατόμου ή επιχείρησης να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις (του) της, κατά τον χρόνο της λήξης τους, δίχως ρευστοποίηση οποιουδήποτε από τα στοιχεία του πάγιου ενεργητικού της». Βλ. Β. Φ. Φίλιος, Η οικονομική των τραπεζικών επιχειρήσεων, Interbooks, Αθήνα 1994, κεφ. 5.