• Σήμερα είναι: Τετάρτη, Φεβρουάριος 20, 2019

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΡΙΣΕΩΝ

Κυριάκος Πατατούκας

Επιθεωρητής ποιοτικού ελέγχου, ΣΟΛ ΑΕΟΕ

Αναστάσιος Μπεγιόγλου

Ορκωτός ελεγκτής λογιστής, ΣΟΛ ΑΕΟΕ

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Γεγονότα, όπως οι μεγάλες ζημιές χρηματοπιστωτικών ομίλων, η κρίση των subprime δανείων και η συρρίκνωση εργασιών των πολυεθνικών εταιρειών εξακολουθούν να σοκάρουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές και να επηρεάζουν αρνητικά την αξία των μετοχών.

 

Αυτά τα γεγονότα έχουν ενδυναμώσει τις προσδοκίες ότι τα Διοικητικά Συμβούλια θα ασκούν μεγαλύτερη εποπτεία των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων των επιχειρήσεών τους, γεγονός που οδηγεί με τη σειρά του στην ανάγκη ανάπτυξης διαδικασιών για την διαχείριση του επιχειρηματικού κινδύνου (ΔEΚ), ως στρατηγικού εργαλείου σχεδιασμού.

Δεν είναι μόνο οι κυρίως ενδιαφερόμενες ομάδες που πιέζουν τα Διοικητικά Συμβούλια να έχουν καθορισμένες διαδικασίες για τον εντοπισμό, την αξιολόγηση και την αντιμετώπιση συγκεκριμένων κινδύνων αλλά, επίσης, τα ενδιαφερόμενα μέρη αναμένουν τα Διοικητικά Συμβούλια να προβλέπουν με πιο αποτελεσματικό τρόπο μελλοντικούς κινδύνους και να τους παρακολουθούν συνεχώς για να εξασφαλιστεί ότι οι στρατηγικές και επιχειρησιακές αποφάσεις εξακολουθούν να ευθυγραμμίζονται με την επιχειρηματική φιλοσοφία της επιχείρησης. Έτσι, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις στρέφονται προς την διαχείριση του επιχειρηματικού κινδύνου (ΔEΚ).

Διεθνείς έρευνες αναφέρουν ότι υπάρχει μεγάλη αύξηση στην απόδοση ευθυνών στα Διοικητικά Συμβούλια χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για παράβλεψη κινδύνων.

Τα Διοικητικά Συμβούλια έχουν επίσης αρχίσει να αναγνωρίζουν την ευθύνη τους για την πλημμελή εποπτεία των διαφόρων επιχειρηματικών κινδύνων. Κατά τη διαδικασία αυτή, πολλοί βρίσκουν ότι η βελτιωμένη πληροφόρηση για τους διαφόρους κινδύνους βοηθά σημαντικά τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων στην αντιμετώπιση των ευθυνών τους για στρατηγικό σχεδιασμό.

Σε πολλές επιχειρήσεις, τα Διοικητικά Συμβούλια τείνουν να εκχωρούν το επιπλέον καθήκον της εποπτείας του κινδύνου στην Επιτροπή Ελέγχου, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι ήδη επιφορτισμένη με ένα μακρύ κατάλογο ευθυνών σχετικά με την χρηματοοικονομική πληροφόρηση και την εσωτερική ελεγκτική λειτουργία. Όχι μόνο επιφορτίζονται οι Επιτροπές Ελέγχου με την εποπτεία της εφαρμογής των πολιτικών της διοίκησης για τη διαχείριση και παρακολούθηση κινδύνου αλλά, επιπλέον, απαιτείται να συζητούν με τη διοίκηση τη διαχείριση των βασικών κινδύνων που αναλαμβάνει η επιχείρηση ακόμα και πέραν αυτών που σχετίζονται με την ορθότητα των οικονομικών στοιχείων.

Οι Επιτροπές Ελέγχου που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία του κινδύνου απαιτούν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διαχείριση των κινδύνων και την εκτίμηση της διοίκησης για τους βασικούς κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη η επιχείρηση. Οι οικονομικοί διευθυντές έχουν συχνά ηγετικό ρόλο στην προσπάθεια διαχείρισης των κινδύνων στο εσωτερικό της επιχείρησης. Σε έρευνα που έγινε σε μέλη Διοικητικών Συμβουλίων εταιρειών εισηγμένων στο χρηματιστήριο των ΗΠΑ, πάνω από το 70% ανέφερε τον οικονομικό διευθυντή ως υπεύθυνο για να ενημερώνει το Διοικητικό Συμβούλιο για θέματα αναλαμβανόμενων κινδύνων. Ωστόσο, σε όλο και πιο πολλές επιχειρήσεις δημιουργούνται θέσεις υπευθύνων διαχείρισης κινδύνων, ενώ άλλες δημιουργούν επίσης επιτροπές διαχείρισης κινδύνων.

Ο όγκος και η πολυπλοκότητα των κινδύνων που επηρεάζουν την επιχείρηση διαρκώς επεκτείνονται και το Διοικητικό Συμβούλιο και τα ανώτερα στελέχη αισθάνονται όλο και περισσότερο την πίεση για να ανταποκριθούν σ’ αυτούς. Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι οι ημέρες της άτυπης ή ad hoc διαχείρισης των κινδνων έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί και ότι οι υπάρχοντες έλεγχοι είναι ανεπαρκείς στο σημερινό ταχύτατα εξελισσόμενο κόσμο των επιχειρήσεων. Πολλά Διοικητικά Συμβούλια έχουν υιοθετήσει την ΔEΚ ως όχημα για να αναπτύξουν μια πιο ισχυρή και ολιστική, από την κορυφή προς τη βάση, θεώρηση των βασικών κινδύνων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση.

Μελέτες δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις που παρουσιάζουν καλύτερες αποδόσεις είναι πιθανότερο να έχουν αναπτύξει μια πιο επίσημη διαδικασία διαχείρισης των κινδύνων. Οι υποστηρικτές της ΔEΚ τονίζουν ότι στόχος της δεν είναι η μείωση του κινδύνου. Αντίθετα, η ΔΕΚ αποσκοπεί στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των κινδύνων σε ενδοεπιχειρησιακή κλίμακα, έτσι ώστε η αξία της επένδυσης των ενδιαφερόμενων μερών όχι μόνο να διατηρείται αλλά και να ενισχύεται. Η ΔΕΚ επιτρέπει στο Διοικητικό Συμβούλιο και την ομάδα διοίκησης να λαμβάνει πιο ολοκληρωμένες στρατηγικές αποφάσεις, που ενσωματώνουν πληροφορίες για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν. Καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο και τα στελέχη επικεντρώνονται στις διαδικασίες της ΔΕΚ, σκέφτονται περισσότερο για τους κινδύνους που επηρεάζουν την εταιρεία ως σύνολο. Αυτό είναι διαφορετικό από τις παραδοσιακές προσεγγίσεις όσον αφορά τη διαχείριση του κινδύνου, όπου η διοίκηση αναθέτει συνήθως αρμοδιότητες εποπτείας του κινδύνου σε επιμέρους λειτουργίες ή επιχειρηματικές μονάδες και τότε οι κίνδυνοι συχνά αντιμετωπίζονται με ασυνέπεια ή σύμφωνα με το προσωπικό όριο ανοχής στον κίνδυνο του κάθε διαχειριστή.

Έτσι, ενώ η διαχείριση των κίνδυνων μπορεί να γίνεται μέσα σε κάθε μια ξεχωριστή επιχειρηματική μονάδα σε αποδεκτά επίπεδα, οι χειρισμοί αυτοί των κινδύνων μπορεί να αυξάνουν ή εν αγνοία τους να δημιουργούν κινδύνους για άλλες μονάδες μέσα στην επιχείρηση. Όταν λοιπόν γίνεται διαχείριση μέσω ανάθεσης αρμοδιοτήτων εποπτείας, το αποτέλεσμα είναι συχνά μια αύξηση του συνολικού καθαρού κινδύνου που αντιμετωπίζει η επιχείρηση.

Λόγω του ότι η διεπιχειρησιακή διαχείριση των κινδύνων συνεπάγεται μια προσέγγιση από την κορυφή προς τα κάτω, τα ανώτερα διοικητικά στελέχη καλούνται να παίξουν έναν κρίσιμο ρόλο. Επιχειρήσεις που έχουν ήδη αρχίσει την εφαρμογή της ΔEΚ, μπορούν να διαβεβαιώσουν ότι η εφαρμογή μιας ενδοεπιχειρησιακής αντιμετώπισης του κινδύνου, όπου οι σχετικές πληροφορίες διαχέονται σε όλες τις επιχειρηματικές μονάδες, απαιτεί μια σημαντική αλλαγή στην κουλτούρα των στελεχών. Δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση λογοδοτούν για τους κινδύνους που εμπίπτουν στους τομείς της αρμοδιότητάς τους, τα ανώτερα στελέχη πρέπει να φροντίσουν ώστε να ενισχυθεί η σημασία της αποδοχής αυτής της νέας νοοτροπίας προς μια πιο διαφα- νή, ενδοεπιχειρησιακή άποψη στη διαχείριση του κινδύνου.

Ο οικονομικός διευθυντής βρίσκεται στη μοναδική θέση να οδηγήσει την προσπάθεια για τη συνολική διαχείριση του κινδύνου της επιχείρησης. Καθώς οι οικονομικοί διευθυντές εμπλέκονται βαθιά στην παροχή μιας συνολικής εικόνας της επιχείρησης από οικονομικής άποψης, κατανοούν τις βασικές δραστηριότητες της επιχείρησης που αποτελούν τον οδηγό τόσο της οικονομικής όσο και της επιχειρησιακής της απόδοσης. Επιπλέον, έχουν μια θεσμοθετημένη σχέση με την Επιτροπή Ελέγχου. Η Επιτροπή Ελέγχου απευθύνεται προς τη διοίκηση της επιχείρησης προκειμένου να ενισχυθούν οι διαδικασίες διαχείρισης του κινδύνου από την επιχείρηση και αναφέρεται προς τον οικονομικό διευθυντή σαν την κινητήριο δύναμη της διαδικασίας. Οι οικονομικοί διευθυντές προσπαθούν να ανταποκριθούν σε αυτές τις νέες προκλήσεις σχεδιάζοντας καταρχήν βασικές δομές για τον εντοπισμό και την εκτίμηση των κινδύνων σε ολόκληρη την επιχείρηση. Για πολλούς, αυτό ξεκινά με τον ορισμό του κινδύνου ή την ανάπτυξη κοινών ορισμών των βασικών εννοιών του κινδύνου, έτσι ώστε οι προσεγγίσεις διαχείρισης κινδύνων που εφαρμόζονται σε ολόκληρη την επιχείρηση να είναι συνεπείς προς αυτούς. Η παροχή σαφών ορισμών των όρων των κινδύνων (συμπεριλαμβανομένης της συζήτησης για το αν η έννοια του κινδύνου συμπεριλαμβάνει τόσο ευκαιρίες όσο και απειλές) είναι συχνά το πρώτο απαιτούμενο βήμα.

Δεύτερον, από τη στιγμή που ορισθεί η έννοια του συγκεκριμένου κινδύνου, τα ανώτερα διοικητικά στελέχη μπορούν στη συνέχεια να διερευνήσουν σε ολόκληρη την επιχείρηση και να καταγράψουν με τη βοήθεια ερευνών και συνεντεύξεων, τόσο για εσωτερικούς όσο και για εξωτερικούς κινδύνους, τους δυνητικούς παράγοντες κινδύνου και τις επιδράσεις τους.

Τρίτον, όταν οι κίνδυνοι έχουν εντοπιστεί, οι γενικοί διευθυντές πρέπει να διασφαλίσουν ότι αξιολογούνται συστηματικά στο σύνολο της επιχείρησης. Θα πρέπει να αναπτυχθούν διαδικασίες σε επίπεδο διοίκησης που να καθορίζουν τον τρόπο αξιολόγησης των κινδύνων, όχι μόνο από την πλευρά της πιθανότητας που έχουν αυτοί για να προκύψουν αλλά και από την πλευρά των επιπτώσεων, έτσι ώστε να δώσουν προτεραιότητα στην αντιμετώπιση εκείνων των κινδύνων που είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για τη διοίκηση.

Τέλος, με βάση την παραπάνω ταξινόμηση πιθανότητας να επισυμβεί και επίπτωσης, μπορεί η διοίκηση να ξεχωρίσει τους κινδύνους εκείνους για τους οποίους απαιτείται πρωτίστως η ανάπτυξη αντισταθμιστικών μέτρων. Μπορεί να αναπτυχθούν βασικοί δείκτες κινδύνου και να συμπεριληφθούν στις αναφορές της διοικητικής πληροφόρησης για να καταστεί δυνατή η προληπτική διαχείριση των κινδύνων αυτών σε συνεχή βάση.

Ενώ ο οικονομικός διευθυντής ή άλλα ανώτερα στελέχη κατευθύνουν τις προσπάθειες για την ανάπτυξη της ΔEΚ, o εσωτερικός έλεγχος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη στήριξη της διαδικασίας αυτής. Σε πολλές περιπτώσεις, στελέχη που ηγούνταν της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου έχουν αναλάβει επίσης ηγετικό ρόλο στην ανάπτυξη διαδικασιών για τη διαχείριση της ΔΕΚ. Αν και ο εσωτερικός έλεγχος συμμετέχει φυσικά σε δραστηριότητες διαχείρισης κινδύνου, μελέτες με θέμα το ρόλο του εσωτερικού ελέγχου στη ΔΕΚ υποδεικνύουν ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι ρόλοι που θα πρέπει ο εσωτερικός έλεγχος να αναλαμβάνει ή να μην αναλαμβάνει στην περίπτωση της ΔΕΚ. Έτσι, ο εσωτερικός έλεγχος θα πρέπει πρωτογενώς να εξασφαλίσει την αξιοπιστία των διαδικασιών διαχείρισης και αξιολόγησης των κινδύνων, αξιολογώντας τις διαδικασίες διαχείρισης των κινδύνων και των μηχανισμών αναφοράς των βασικών κινδύνων. Ο εσωτερικός έλεγχος όμως δεν θα πρέπει να συμμετέχει στην ανάπτυξη διαδικασιών διαχείρισης του κινδύνου προς έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο καθώς και επιβολή των διαδικασιών αυτών στη λήψη αποφάσεων σχετικά με την αντιμετώπιση των κινδύνων, στη διαχείριση των κινδύνων που εντοπίζονται ή στον καθορισμό του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης.

Οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι ο ρόλος του εσωτερικού ελέγχου πρέπει να είναι η παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών της ΔΕΚ που έχουν σχεδιαστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο και υλοποιούνται από τη γενική διεύθυνση. Οι απευθείας αναφορές του εσωτερικού ελέγχου προς την Επιτροπή Ελέγχου επιτρέπουν στην τελευταία να ενημερώνεται πιο αντικειμενικά για την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών διαχείρισης των κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της ακρίβειας, σαφήνειας και πληρότητας των πληροφοριών για τον κίνδυνο που αναλαμβάνεται από τη γενική διεύθυνση.

Οι Επιτροπές Ελέγχου των εισηγμένων εταιρειών απευθύνονται στους εξωτερικούς ελεγκτές προκειμένου να τους κοινοποιούν πληροφορίες που αφορούν τον κίνδυνο, των οποίων γίνονται κοινωνοί κατά τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων.

Επίσης, για άλλες εταιρείες και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, οι εξωτερικοί ελεγκτές είναι πιθανό να εντοπίσουν βασικούς επιχειρηματικούς κινδύνους κατά τη διαδικασία της κατανόησης της οντότητας και του περιβάλλοντός της, όπως αυτό απαιτείται από τα ελεγκτικά πρότυπα.

Οι ελεγκτές είναι επίσης πιθανό να εντοπίσουν σε εισηγμένες εταιρείες αδυναμίες στις διαδικασίες αντιμετώπισης των κινδύνων, καθώς λαμβάνουν υπόψη το σύστημα του εσωτερικού ελέγχου για τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση. Επιτροπές Ελέγχου που προνοούν, αναγνωρίζουν τον εξωτερικό ελεγκτή ως ζωτική πηγή πληροφόρησης προκειμένου να μπορέσουν να ελέγξουν την πληρότητα των κινδύνων που εντοπίζονται από τη διοίκηση. Οι εξωτερικοί ελεγκτές, αναγνωρίζοντας την ανάγκη αυτή, εντείνουν τη διαβούλευση σχετικά με τους βασικούς κινδύνους στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Ελέγχου όπου παρίστανται.

Ενώ τα Διοικητικά Συμβούλια των εταιρειών και τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη κλιμακώνουν το ενδιαφέρον τους για τις διαδικασίες εποπτείας των κινδύνων, λίγες είναι οι επιχειρήσεις εκείνες που μπο- ρούν να ισχυριστούν ότι έχουν αναπτύξει ένα πλήρες σύστημα ΔΕΚ. Οι περισσότεροι αναγνωρίζουν ότι η εφαρμογή της ΔΕΚ είναι μια εξελικτική διαδικασία, σύμφωνα με την οποία η διαχείριση του κινδύνου βελτιώνεται με την πάροδο του χρόνου.

Στην πραγματικότητα, είναι σωστό να σκεφτούμε ότι η ΔΕΚ βρίσκεται στην «εφηβεία» της. Οι περισσότεροι υποστηρικτές της ΔΕΚ πιστεύουν ότι δεν υπάρχει μια κοινή λύση που να μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις οντότητες. Τα διοικητικά συμβούλια και τα ανώτερα στελέχη θα πρέπει να επιδείξουν υπομονή στην προσπάθειά τους να αναπτύξουν πιο ώριμα μοντέλα διαδικασιών ΔΕΚ. Οι περιπτώσεις όπου τα μοντέλα αυτά επιτυγχάνουν με την πρώτη φορά είναι σπάνιες. Η μετάβαση στη ΔΕΚ θα πρέπει να αντιμετωπισθεί σαν μια μακροχρόνια αλλαγή στην κουλτούρα της επιχείρησης και θα πρέπει να τίθενται ρεαλιστικοί στόχοι κατά τη διαδικασία εφαρμογής της.
 

 

Ροδούλα Ρούσου

Mέλος τεχνικού γραφείου ΣΟΛ Α.Ε., μέλος επιτροπής διεθνών σχέσεων ΣΟΕΛ

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ (AUDIT RISK)

 

Σε προηγούμενο τεύχος, στο άρθρο με τίτλο «Λογιστικός έλεγχος βάσει κινδύνου», έγινε αναφορά στο γεγονός ότι η γενική φιλοσοφία και προσέγγιση του ΔΠΕ στο λογιστικό έλεγχο περιστρέφεται γύρω από τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των κινδύνων:

α) Oι Οικονομικές Καταστάσεις να περιέχουν ουσιώδεις ανακρίβειες, και

β) αυτό να μην εντοπισθεί από τον ελεγκτή.

Πώς ορίζεται όμως ο κίνδυνος αυτός και ποιες είναι οι συνιστώσες του; Από ποιους παράγοντες επηρεάζεται και πώς όλα αυτά επιδρούν πρακτικά στο λογιστικό έλεγχο;

Σύμφωνα με την παρ. 7 του ΔΠΕ 200 ο ελεγκτής θα πρέπει να εξασφαλίσει επαρκή και κατάλληλα ελεγκτικά τεκμήρια ώστε να μειώσει τον ελεγκτικό κίνδυνο (Audit Risk) σε αποδεκτά χαμηλό επίπεδο και έτσι να μπορέσει να εξάγει εύλογα συμπεράσματα επί των οποίων να βασίσει τη γνώμη του.

Η έννοια του ελεγκτικού κινδύνου αναλύεται περαιτέρω στις παρ. Α32-Α44 του ΔΠΕ 200. Ως ελεγκτικός κίνδυνος (Audit Risk) ορίζεται ο κίνδυνος ο ελεγκτής να εκφράσει μη ενδεδειγμένη γνώμη ελέγχου, όταν οι Οικονομικές Καταστάσεις είναι ουσιωδώς εσφαλμένες.

Ο ελεγκτικός κίνδυνος είναι συνάρτηση του κινδύνου ουσιώδους ανακρίβειας (Risk of Material Misstatement) και του κινδύνου μη εντοπισμού (Detection Risk).

Ο κίνδυνος ουσιώδους ανακρίβειας (Risk of Material Misstatement) είναι ο κίνδυνος οι Οικονομικές Καταστάσεις να είναι ουσιωδώς εσφαλμένες προ της διενέργειας του ελέγχου.

 

 

Ο κίνδυνος αυτός μπορεί να υπάρχει και πρέπει να εκτιμηθεί (αξιολογηθεί) σε δύο επίπεδα:

Γενικά στο επίπεδο των Οικονομικών Καταστάσεων (π.χ. λόγω του τρόπου οργάνωσης και των διαδικασιών που ακολουθούνται για την κατάρτιση των Οικονομικών Καταστάσεων ως σύνολο).

Στο επίπεδο των ισχυρισμών της διοίκησης για συγκεκριμένες ομάδες συναλλαγών, υπόλοιπων λογαριασμών και γνωστοποιήσεων.

Ο κίνδυνος ουσιώδους ανακρίβειας σε επίπεδο ισχυρισμών αποτελείται από δύο συστατικά:

– Τον εγγενή κίνδυνο (Inherent Risk).

– Τον κίνδυνο του συστήματος δικλίδων εσωτερικού έλεγχου (Control Risk). Ο εγγενής κίνδυνος προέρχεται από τη φύση των συγκεκριμένων λογαριασμών, ομάδας συναλλαγών ή γνωστοποιήσεων και των ισχυρισμών που τους αφορούν. Ο κίνδυνος του συστήματος δικλίδων, αντίθετα, είναι συνάρτηση της αποτελεσματικότητας των δικλίδων του εσωτερικού ελέγχου, που η διοίκηση έχει καθιερώσει για την αντιμετώπιση των εντοπισθέντων κινδύνων.

Η αποτελεσματικότητα των δικλίδων κρίνεται:

α) σε επίπεδο σχεδιασμού, δηλαδή αν έτσι όπως σχεδιάστηκαν είναι επαρκείς για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο τον οποίο αφορούν και

β) σε επίπεδο λειτουργίας, δηλαδή αν στην πράξη λειτουργούν έτσι όπως σχεδιάστηκαν.

Ο συνδυασμός των δύο κινδύνων (εγγενής και κίνδυνος δικλίδων) αναφέρεται και ως συνενωμένος κίνδυνος (Combine Risk).

Στην ουσία ο συνενωμένος κίνδυνος ή κίνδυνος ουσιώδους ανακρίβειας, όπως αναφέρεται στα ΔΠΕ, είναι κίνδυνος της συγκεκριμένης ελεγχόμενης μονάδας. Η μείωση του σε χαμηλό επίπεδο εξαρτάται μόνο από τη διοίκηση της εταιρείας και τα μέτρα που αυτή θα λάβει και όχι από τον ελεγκτή.

Αντίθετα, ο ελεγκτής μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο μη εντοπισμού με ενίσχυση του ελέγχου του. Ο κίνδυνος μη εντοπισμού είναι ο κίνδυνος, ενώ υπάρχει ουσιώδης ανακρίβεια στις Οικονομικές Καταστάσεις, αυτή να μην εντοπιστεί από τον έλεγχο.

Η μείωση του κίνδυνου μη εντοπισμού μπορεί να επιτευχθεί π.χ. με:

– επαρκή σχεδιασμό,

– ανάθεση ελέγχου σε πιο έμπειρο προσωπικό

– εξάσκηση επαγγελματικού σκεπτικισμού στην αντιμετώπιση του ελέγχου,

– επίβλεψη και επισκόπηση της ελεγκτικής εργασίας.

Όπως είναι φανερό, όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος ουσιώδους ανακρίβειας ή συνενωμένος κίνδυνος τόσο περισσότερο θα πρέπει να περιοριστεί ο κίνδυνος μη εντοπισμού, προκειμένου ο ελεγκτικός κίνδυνος να μην ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο αποδεκτό επίπεδο.

Με άλλα λόγια, προκειμένου να επιτευχθεί ένα συγκεκριμένο επίπεδο (αποδεκτού) ελεγκτικού κινδύνου, ο ελεγκτής θα πρέπει να εκτιμήσει το επίπεδο του συνενωμένου κινδύνου ή κινδύνου ουσιώδους ανακρίβειας της ελεγχόμενης μονάδας (το οποίο δεν μπορεί να επηρεάσει άμεσα), προκειμένου να αναπροσαρμόσει ανάλογα τον έλεγχό του, ώστε να μειώσει τον κίνδυνο μη εντοπισμού.

Έτσι, η εκτίμηση του κινδύνου της συγκεκριμένης μονάδας για ουσιώδη ανακρίβεια (Risk of Material Misstatement ή Combined Risk) και των συνιστωσών του (εγγενής κίνδυνος και κίνδυνος δικλίδων) είναι απαραίτητη στον ελεγκτή προκειμένου, με βάση αυτήν την εκτίμηση, να διαμορφώσει τη γενική στρατηγική του ελέγχου του.