• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου, 2020

ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ, ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΝOΜΙΣΜΑ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΘΕΡΜΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ (GRANT THORNTON)

Grant Thornton

Είκοσι χρόνια μετά το Μάαστριχτ, το ενιαίο νόμισμα λαμβάνει θερμή υποστήριξη από τους επιχειρηματίες της Ευρωζώνης.

Είκοσι χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η οποία άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία του ευρώ, η έρευνα International Business Report (IBR) της Grant Thornton αποκαλύπτει ότι, παρά τη συνεχιζόμενη κρίση χρέους, οι επιχειρηματίες εξακολουθούν να υποστηρίζουν θερμά το ενιαίο νόμισμα.

Η έρευνα αποκαλύπτει ότι τέσσερις στους πέντε (78%) επιχειρηματίες της Ευρωζώνης πιστεύουν ότι η ένταξή τους στο ευρώ είχε θετικό αντίκτυπο στις επιχειρήσεις τους. Οι κύριες θετικές επιπτώσεις που αναφέρουν είναι η ώθηση του εμπορίου σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης (23%), η εξάλειψη των συναλλαγματικών κινδύνων (15%) και η μεγαλύτερη διαφάνεια στις τιμές (12%).

Οι επιχειρηματίες ρωτήθηκαν, επίσης, και για τα μειονεκτήματα που συνδέονται με τη συμμετοχή τους στο ενιαίο νόμισμα. Το 57% των ερωτηθέντων ανέφεραν ως μειονέκτημα την αύξηση του κόστους και των τιμών, αλλά όταν ρωτήθηκαν εάν θα ήθελαν να επιβιώσει το ευρώ, η συντριπτική πλειοψηφία (92%) το επιβεβαίωσε. Οι πιο θετικές επιχειρήσεις, σχετικά με τον αντίκτυπο του ενιαίου νομίσματος, βρίσκονται στη Φινλανδία (90%) και στο Βέλγιο (84%), ενώ οι επιχειρήσεις στην Ιταλία (48%) δεν αισθάνονται το ίδιο. Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις των δύο μεγαλύτερων χωρών της Ευρωζώνης, της Γερμανίας (79%) και της Γαλλίας (71%), παραμένουν σταθεροί υποστηρικτές.

Ο Ed Nusbaum, CEO της Grant Thornton International, αναφέρει: «Εάν διενεργούσαμε τώρα ένα δημοψήφισμα μεταξύ των επιχειρηματιών για το μέλλον του ευρώ, τότε το αποτέλεσμα θα ήταν κατηγορηματικά θετικό. Αυτό αντιπροσωπεύει τον οικονομικό ρεαλισμό των επιχειρηματιών, δείχνοντας ότι, ενώ η Ευρώπη έχει βυθιστεί στην ύφεση, η διάλυση του ενιαίου νομίσματος θα σήμαινε την καταστροφή της παγκόσμιας οικονομίας».

«Παρά την κρίση χρέους και την αβεβαιότητα που έχει προκαλέσει, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να στηρίζουν το ενιαίο νόμισμα. Οι πολιτικοί θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους τις επιθυμίες των επιχειρήσεων, καθώς θα ψάχνουν για λύσεις που θα διασφαλίσουν το μέλλον του ευρώ και θα οδηγήσουν σε ένα πλαίσιο ευρωπαϊκής ενοποίησης».

 

Το μέλλον της Ευρωζώνης

Η έρευνα IBR δείχνει ότι οι απόψεις των επιχειρήσεων για την περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση στο μέλλον είναι αρκετά συγκεχυμένες. Λιγότεροι από ένας στους τρεις επιχειρηματίες της Ευρωζώνης δηλώνουν ότι θα ήθελαν την επέκταση του ενιαίου νομίσματος (31%), ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα (62%) και η Ισπανία (53%) είναι πιο πρόθυμες στην ένταξη νέων χωρών στην Ευρωζώνη. Εν τω μεταξύ, σχεδόν το ένα τέταρτο των επιχειρήσεων της Ευρωζώνης (24%) θα ήθελαν ορισμένες χώρες να εγκαταλείψουν το ενιαίο νόμισμα. Το γεγονός αυτό αποτελεί συνήθη απάντηση των επιχειρηματιών για χώρες της Ευρωζώνης που ακόμα διατηρούν το επίπεδο αξιολόγησης ΑΑΑ: Φινλανδία (50%), Γερμανία (40%) και Ολλανδία (24%).

Η εικόνα, όμως, ποικίλει και εκτός των ορίων της Ευρωζώνης. Η πλειοψηφία των επιχειρηματιών σε Πολωνία (64%) και Δανία (62%) επιθυμούν την ένταξη της χώρας τους στο ενιαίο νόμισμα. Από την άλλη, ελάχιστοι είναι αυτοί που συμφωνούν, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο (12%) και στη  Σουηδία (28%). Εκτός Ε.Ε., το 88% των επιχειρήσεων στην Τουρκία θα ήθελαν ενσωμάτωση της οικονομίας τους στην Ευρώπη, αλλά μόνο το 32% των επιχειρήσεων θα ήθελαν να συμμετάσχουν στο ευρώ. Ο Ed Nusbaum προσθέτει: «Οι επόμενοι μήνες θα μπορούσαν να είναι οι πιο σημαντικοί στην ιστορία του ενιαίου νομίσματος, και ίσως και στην ιστορία της ίδιας της Ε.Ε. Τα καλά νέα είναι ότι η υποστήριξη των επιχειρήσεων για τη διατήρηση του ευρώ παραμένει ισχυρή».

«Ωστόσο, έχουμε να αντιμετωπίσουμε πολλές σημαντικές προκλήσεις. Ίσως η πιο σημαντική πρόκληση να είναι η μείωση του δημόσιου χρέους (το οποίο υπερβαίνει το 60% του επιτρεπόμενου ορίου για την ένταξη στο ενιαίο νόμισμα βάσει της 20ετούς Συνθήκης του Μάαστριχτ) σε Βέλγιο, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία και Ιρλανδία, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι τα δημοσιονομικά μέτρα δεν θα στραγγαλίσουν τις προοπτικές ανάπτυξης των επιχειρήσεων».