• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου, 2021

Εντοπισμός των χρηματοοικονομικών απατών με τεχνικές εξόρυξης δεδομένων, Μαρία Τραγούδα, Μιχάλης Δούμπος, Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης

Τον Μάιο του 2018 η Ελλάδα συγκλονίζεται από τις αποκαλύψεις του αμερικάνικου fund QCM (Quintessential Capital Management) σχετικά με την οικονομική απάτη της ελληνικής εταιρείας Folli Follie (FFG). Όπως αποδείχθηκε μέσα από τη συγκεκριμένη έρευνα και τους ελέγχους που διενεργήθηκαν μετέπειτα, η FFG δήλωνε εκατοντάδες πλασματικά καταστήματα και σημεία πώλησης (σύνολο υπαρκτών POS: 289 από τα δηλωθέντα 630) σε διάφορες πόλεις ανά τον κόσμο, όπως στη Νέα Υόρκη και το Τόκιο, φτάνοντας σε συνολικές πωλήσεις που ήταν τουλάχιστον διπλάσιες σε σχέση με τα πραγματικά επίπεδα. Επίσης, εντοπίστηκε τραπεζικός λογαριασμός με πλαστογραφημένα statements, που ενώ φαινόταν ότι είχε 255 εκατ. δολάρια, στην πραγματικότητα είχε υπόλοιπο μόλις 500 δολάρια, εικονικά μεικτά κέρδη ύψους 326 εκατ. ευρώ, ίδια κεφάλαια για τη Folli Follie Ασίας 1,53 δισ., τα οποία στην πραγματικότητα ήταν αρνητικά κατά 115 εκατ. ευρώ, καθώς και πλασματικές μεταφορές εμβασμάτων από μη υπαρκτά πρόσωπα. Το ερώτημα που ανακύπτει σε αυτήν την περίπτωση είναι πώς μια εταιρεία με διεθνή οικονομική δραστηριότητα καταφέρνει να παραποιεί τα οικονομικά της στοιχεία επί πολλά συναπτά έτη χωρίς να εντοπιστεί από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όπως είναι, για παράδειγμα, οι ανεξάρτητοι ορκωτοί λογιστές του ομίλου και κρατικά αρμόδια όργανα.

Γιατί οι ελεγκτές αποτυγχάνουν να εντοπίσουν την οικονομική απάτη;

Οι διάφορες έρευνες που έχουν διεξαχθεί πάνω στο εν λόγω ερώτημα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι ελεγκτές έχουν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο την πολυπλοκότητα των διαδικασιών αλλά και έναν τεράστιο όγκο εργασιών για κάθε εταιρεία, καθώς και νομικές ασάφειες. Συγκεκριμένα, η έρευνα των Asare et al. (Challenges Facing Auditors in Detecting Financial Statement Fraud: Insights from Fraud Investigations, Journal of Forensic & Investigative Accounting Vol. 7, Issue 2, 2015) διαπίστωσε ότι οι ελεγκτές είχαν να αντιμετωπίσουν μια σειρά από δυσκολίες. Πρώτον, δεν είχαν ουσιαστική γνώση για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί μια απάτη. Δεύτερον, εμπιστεύονταν σε σημαντικό βαθμό τα στελέχη των επιχειρήσεων που ήλεγχαν και, τρίτον, δεν έδιναν την απαραίτητη προσοχή στον εντοπισμό της απάτης. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι το μεγαλύτερο μειονέκτημα είναι η έλλειψη κατάλληλων εργαλείων για τον εντοπισμό των παραποιήσεων σε μια οικονομική έκθεση, τις οποίες δεν μπορεί να αντιληφθεί ο ανθρώπινος νους και τα κοινά προγράμματα ελέγχου.

Οι τεχνικές εξόρυξης δεδομένων ως εργαλείο εντοπισμού της οικονομικής απάτης

Μια πληθώρα ακαδημαϊκών και επαγγελματιών προσπάθησαν να αναπτύξουν μεθόδους εντοπισμού των χρηματοοικονομικών μεγεθών, με την πλειονότητα να καταλήγει σε τεχνικές που βασίζονται στις δημοσιοποιημένες οικονομικές καταστάσεις. Η σχετική βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι οι πιο αποτελεσματικές μέθοδοι είναι οι τεχνικές εξόρυξης δεδομένων, υπογραμμίζοντας ότι είναι ικανές να βοηθήσουν στην ανάπτυξη μοντέλων, τα οποία είναι σε θέση να αναγνωρίζουν νέα συμβάντα πριν αυτά εκδηλωθούν, σε επίπεδο τόσο εταιρειών όσο και κυβερνήσεων. Ο όρος «εξόρυξη δεδομένων» δηλώνει την εξεύρεση μιας μη προφανούς πληροφορίας από μεγάλες βάσεις δεδομένων με τη χρήση αλγορίθμων κατηγοριοποίησης και των αρχών της στατιστικής και της τεχνητής νοημοσύνης, που συμβάλλουν στην ορθή λήψη αποφάσεων. Τα πρότυπα που δημιουργούνται μπορούν να θεωρηθούν ως μία περιγραφή του προβλήματος που αναλύεται και να χρησιμοποιηθούν περαιτέρω για την εξαγωγή συμπερασμάτων (επεξηγηματική ανάλυση) και την πραγματοποίηση προβλέψεων. Όσον αφορά τις τεχνικές για τον εντοπισμό των χρηματοοικονομικών απατών, αυτές μπορούν να είναι, ενδεικτικά, τα νευρωνικά δίκτυα, τα δένδρα απόφασης, η λογιστική παλινδρόμηση, η διακριτική ανάλυση και οι πολυκριτήριες μέθοδοι.

Το «τρίγωνο της απάτης»: Σημαντικοί χρηματοοικονομικοί δείκτες ως προβλεπτικοί παράγοντες

Βασικό στάδιο των αναλύσεων είναι η ορθή επιλογή των κατάλληλων παραγόντων που περιγράφουν το πρόβλημα και συμβάλλουν στην αποτελεσματική εκπαίδευση των αλγορίθμων. Οι μεταβλητές που εισάγονται αρχικά σε οποιοδήποτε μοντέλο μπορεί να προέρχονται από τις οικονομικές καταστάσεις, τις καταστάσεις ταμειακών ροών, τα αποτελέσματα χρήσης, από την έκθεση του ορκωτού λογιστή, τις αναθεωρημένες οικονομικές καταστάσεις, από τις δηλώσεις των στελεχών, τις ανακοινώσεις που δημοσιεύει η εκάστοτε εταιρεία, τον ιστότοπό της, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.ο.κ. Η επιλογή των δεικτών μπορεί να στηριχτεί στον λόγο για τον οποίο μια εταιρεία διενεργεί απάτη και, επομένως, ποια στοιχεία των χρηματοοικονομικών καταστάσεων θα ήταν πιο πιθανόν να παραποιηθούν. Είναι επομένως απαραίτητο να γίνει κατανοητή η θεωρία του τριγώνου της απάτης που υποστηρίζει την άποψη ότι για να πραγματοποιηθεί απάτη κυριαρχούν τρία στοιχεία: (i) η ευκαιρία, (ii) η πίεση και (iii) η εκλογίκευση. Τα κίνητρα – ευκαιρία είναι σημαντικά για την κατανόηση των οικονομικών εγκλημάτων (πώς γίνεται μια απάτη;). Η αντιλαμβανόμενη πίεση οδηγεί τον άνθρωπο στην παραβατική συμπεριφορά, ενώ η εκλογίκευση λειτουργεί ως βασικό στοιχείο άμυνας για την εγκληματική ενέργεια.

Πιο συγκεκριμένα, οι ευκαιρίες για να διενεργηθούν απάτες προκύπτουν είτε από καταστάσεις που εμπεριέχουν σύνθετες συναλλαγές είτε επειδή είναι δύσκολο να ελεγχθούν από τη φύση τους, όπως είναι οι εισπρακτέοι λογαριασμοί, τα αποθέματα, οι πωλήσεις, το μεικτό κέρδος και το σύνολο του ενεργητικού. Η πίεση για να επιτευχθούν στόχοι πωλήσεων ή η ανάπτυξη της εταιρείας μπορούν και πάλι να οδηγήσουν σε αλλοίωση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση οι δείκτες συνολικές υποχρεώσεις/ίδια κεφάλαια ή προς το σύνολο του ενεργητικού αποτελούν δείκτες ένδειξης ρίσκου για απάτη. Σχετικά με την «εκλογίκευση», αυτή μπορεί να μετρηθεί με τους δείκτες κερδοφορίας, όπως είναι οι πωλήσεις/σύνολο του ενεργητικού, το κεφάλαιο κίνησης/σύνολο του ενεργητικού και πολλοί άλλοι.

Η αξιοποίηση τέτοιων πληροφοριών, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, όπως θέματα που αφορούν την εταιρική διακυβέρνηση και τον ρόλο των ελεγκτών, θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάπτυξη αξιόπιστων υποστηρικτικών εργαλείων για τον έγκαιρο εντοπισμό ανωμαλιών στα οικονομικά στοιχεία των εταιρειών. Έτσι, θα προλαμβάνονται καταστάσεις που δύνανται να έχουν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο σε όλους τους εμπλεκόμενους (επενδυτές, μέτοχοι, πιστωτές, εργαζόμενοι, συνεργαζόμενες επιχειρήσεις κ.ά.)