• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου, 2021

Επιστροφή στις επενδύσεις και τη βιομηχανία, Άδωνις Γεωργιάδης

Ο Υπουργός Ανάπτυξης & Επενδύσεων κ. Άδωνις Γεωργιάδης σε συνέντευξή του στο περιοδικό μας αναπτύσσει την στρατηγική της επόμενης ημέρας μετά τον covid 19. Τονίζει ότι πέραν του τουρισμού η Ελλάδα πρέπει να γίνει και πάλι βιομηχανική χώρα, αισιοδοξεί για το μέλλον των επενδύσεων, αναφέρεται στα μέτρα για την εργασία, τη δυνατότητα παρέμβασης στις τράπεζες ενώ παράλληλα σε περίπτωση υποτροπής της πανδημίας διαβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα

Συνέντευξη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο

Βρισκόμαστε, κ. υπουργέ, σε μια καμπή της μετάβασης από τον αποκλεισμό στην επανεκκίνηση της οικονομίας. Με δεδομένο, μέχρι στιγμής, ότι ο τουρισμός βρίσκεται δέσμιος της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης, πού πιστεύετε ότι πρέπει να στηριχτεί η οικονομία της χώρας;

Ασφαλώς η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο οικονομικό μοντέλο, στο οποίο θα υπάρχει πιο ισορροπημένη ανάπτυξη και δεν θα εξαρτιόμαστε μόνο από τον τουρισμό. Όμως ο τουρισμός είναι αυτός που κράτησε όρθια την Ελλάδα, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές της κρίσης, άρα δεν θα τον αφήσουμε πίσω.

Στο νέο παραγωγικό μοντέλο, την προετοιμασία για το οποίο να θυμίσω ότι είχαμε ξεκινήσει ως κυβέρνηση πριν την κρίση του Covid-19, συστήνοντας τη λεγόμενη «επιτροπή σοφών» υπό τον καθηγητή Χρ. Πισσαρίδη και τον καθηγητή Ν. Βέττα, θέλουμε ως βασικό πυλώνα τη βιομηχανία, καθώς πιστεύουμε ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι βιομηχανική χώρα, όπως ήταν και στο παρελθόν, πριν δηλαδή περάσει τη φάση της μεγάλης αποβιομηχάνισης στη δεκαετία του ’80.

Άλλωστε, την περίοδο της κρίσης, όταν ανέκυψε το θέμα με τις μάσκες και τα αντισηπτικά, ακόμη και οι πλέον δύσπιστοι συνειδητοποίησαν ότι μπορεί –δυνητικά– να αποδειχθεί εξαιρετικά προβληματικό για μια χώρα το να μην έχει βιομηχανική παραγωγή.

Επιπρόσθετα, θέλουμε να επενδύσουμε στην έρευνα και την τεχνολογία που έχουν πολύ μεγάλο πολλαπλασιαστή αξίας στην οικονομία, ενώ μπορούν να αποδειχθούν το βασικότερο εργαλείο για την αντιστροφή της τάσης του brain drain, καθώς μπορούμε να φέρουμε πίσω –με πολύ μεγάλα οφέλη σε πολλά επίπεδα– τα δυνατά μυαλά που έφυγαν στο εξωτερικό.

Μαζί με τον δευτερογενή, μπορούμε να επενδύσουμε και στον πρωτογενή τομέα, αξιοποιώντας σύγχρονους τρόπους παραγωγής και συνδέοντάς τον με τη μεταποίηση. Γενικότερα, οι επιλογές μας θα συμβαδίζουν με τις βασικές πολιτικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ψηφιακή μετάβαση και τη νέα «πράσινη συμφωνία».

Η κυβέρνηση θεσμοθέτησε την Κυβερνητική Επιτροπή Βιομηχανίας με σκοπό τη διαμόρφωση της εθνικής στρατηγικής της βιομηχανίας και τον καθορισμό αξόνων, μέτρων και δράσεων με στόχο την ανάκαμψη. Όπως ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ, ο γενικός δείκτης βιομηχανικής παραγωγής παρουσίασε μείωση 9,9% τον Απρίλιο του 2020. Υπάρχει η αίσθηση ότι η βιομηχανία χρειάζεται ιδιαίτερα κίνητρα αυτήν την περίοδο. Τι σκέφτεστε για να την ενισχύσετε;

Η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει πριν από την κρίση και τον ανασχεδιασμό της βιομηχανικής μας πολιτικής: εξασφαλίσαμε επιπλέον πόρους για τη βιομηχανία, συστήσαμε ειδικό φορέα διαχείρισης στο ΕΣΠΑ, για πρώτη φορά από την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θεσμοθετήσαμε Εθνικό Συμβούλιο Βιομηχανίας, ανακοινώσαμε ότι η μετάβαση της ελληνικής βιομηχανίας στην 4η Βιομηχανική Επανάσταση (Industry 4.0) θα ενισχυθεί κατά προτεραιότητα από το νέο ΕΣΠΑ μετά το 2021.

Μέσα στην κρίση, αυτή η στήριξη έγινε πράξη και μέσω της αδειοδότησης, με διαδικασίες – εξπρές, των βιομηχανιών για να παράξουν αντισηπτικά και μάσκες, ώστε να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση.

Χαράζοντας, σε συνεργασία με τους θεσμικούς εκπροσώπους της βιομηχανίας, και εφαρμόζοντας μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τη βιομηχανία, θέτουμε στόχο να αυξήσουμε το ποσοστό της στο συνολικό ΑΕΠ από το 9,5% σήμερα στο 12% σε βάθος τετραετίας, με προοπτική να φτάσουμε στο 15% έως το 2030.

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής και της γενικότερης κυβερνητικής πολιτικής, θα μελετηθούν και θα αναζητηθούν λύσεις και για τα προβλήματα που έχει η βιομηχανία σήμερα στην Ελλάδα, όπως, για παράδειγμα, το υψηλό κόστος ενέργειας.

Η Παγκόσμια Τράπεζα και άλλοι διεθνείς οργανισμοί εκτιμούν ότι θα συναντηθούμε με τη «βαθύτερη» ύφεση που έχει γνωρίσει ο πλανήτης από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και 70 έως 100 εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να βρεθούν κάτω από το όριο της φτώχειας. Σας τρομάζει μια τέτοια «προφητεία»;

Θα ήμουν αφελής εάν δεν με ανησυχούσε. Εργαζόμαστε νυχθημερόν για να περιορίσουμε το βάθος της ύφεσης, η οποία, κατά κοινή ομολογία, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη χωρίς τα μέτρα που, έγκαιρα και αποτελεσματικά, έλαβε η κυβέρνηση για να διατηρήσει ζωντανό τον παραγωγικό ιστό της χώρας μας. Σε κάθε περίπτωση, θέλω να ξέρει ο κόσμος ότι το 2020 είναι μια πάρα πολύ δύσκολη χρονιά. Εάν όλα, όμως, πάνε καλά, το 2021 θα έχουμε πολύ μεγάλη ανάκαμψη.

Αν επαληθευτούν οι φόβοι για έναν νέο κύκλο της επιδημίας, υπάρχει από τη μεριά της κυβέρνησης και ειδικότερα του υπουργείου σας ένα plan B και, αν ναι, ποιοι θα είναι οι πυλώνες που θα στηρίζεται αυτό;

Η διαχείριση της κρίσης –το έχω δηλώσει από την αρχή της πανδημίας– προσιδιάζει περισσότερο σε μαραθώνιο παρά σε αγώνα 100 μέτρων. Όντως, σήμερα, ουδείς μπορεί να προβλέψει αν θα υπάρξει από το φθινόπωρο ένας δεύτερος γύρος της πανδημίας, καθώς επίσης αν και πότε θα είναι διαθέσιμα το φάρμακο και το εμβόλιο κατά του Covid-19.

Ως εκ τούτου, μολονότι φυσικά θέλουμε κι ευχόμαστε να επιβεβαιωθεί το καλό σενάριο, οφείλουμε να προετοιμαζόμαστε και για το χειρότερο. Και το κάνουμε. Γι’ αυτό –υπενθυμίζω– η κυβέρνηση αποφάσισε να μην εξαντλήσει όλα τα πολεμοφόδιά της από την αρχή, παρά την έντονη κριτική που δεχθήκαμε τότε από την αντιπολίτευση.

Στην απευκταία –επαναλαμβάνω– περίπτωση νέου κύκλου της πανδημίας, είναι προφανές ότι η χώρα μας θα είναι καλύτερα προετοιμασμένη, ειδικά στον νευραλγικό τομέα της υγείας, θα μπορεί να αντλήσει πολύτιμα συμπεράσματα από την εμπειρία του πρώτου κύκλου, στον οποίο η διαχείριση ήταν, κατά κοινή ομολογία, υποδειγματική, ενώ ευελπιστούμε να έχουμε και τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όσον αφορά την κυβέρνηση, πιστεύω ότι θα δράσει με την ίδια επιτυχία όπως μέχρι τώρα και για έναν λόγο παραπάνω: η επιτυχής διαχείριση του πρώτου κύκλου θέτει εκ των πραγμάτων ψηλότερα τον πήχη των προσδοκιών αλλά και της ευθύνης απέναντι στην ανθρώπινη ζωή και την υγεία.

Θέλω να πιστεύω ότι και ο ελληνικός λαός, εφόσον χρειαστεί, θα δείξει την ίδια πειθαρχημένη συμπεριφορά, καθώς έχει συνειδητοποιήσει πλέον ότι αυτό είναι προς όφελός του και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο.

Σε αυτήν την περίοδο υπάρχουν φόβοι ότι θα αυξηθούν τα κόκκινα δάνεια. Δεδομένου ότι οι τράπεζες έχουν τον πρώτο λόγο, μπορείτε ως Υπουργείο Ανάπτυξης να παρέμβετε και σε ποιον τομέα;

Είναι γεγονός ότι οι ανάγκες των επιχειρήσεων για ρευστότητα μέσα σε αυτή την κρίση είναι πρωτόγνωρα μεγάλες. Από την άλλη πλευρά, σε καμία χώρα του δυτικού κόσμου δεν δίνουν οι τράπεζες δάνεια χωρίς τραπεζικά κριτήρια. Για τον απλούστατο λόγο ότι οι τράπεζες τις δικές μας καταθέσεις δίνουν δάνεια, άρα, αν είναι να δίνουν δάνεια σε επιχειρήσεις γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται να αποπληρωθούν, τότε το μόνο που θα δημιουργήσουμε είναι μια νέα μεγάλη γενιά κόκκινων δανείων.

Εμείς προσπαθούμε να βρούμε τη «χρυσή τομή»: ναι, πρέπει να υπάρχουν τραπεζικά κριτήρια, αλλά, όπως όλα στη ζωή, έχουν περιόδους που εφαρμόζονται με μεγαλύτερη αυστηρότητα και περιόδους που εφαρμόζονται με μεγαλύτερη ελαστικότητα, ακριβώς για να μπορέσουμε να προσαρμοστούμε στις ανάγκες της εποχής.

Σήμερα οι τράπεζες πρέπει να εφαρμόσουν αυτά τα τραπεζικά κριτήρια με μεγαλύτερη ελαστικότητα. Γι’ αυτό, άλλωστε, σχεδιάσαμε και ενεργοποιήσαμε σε χρόνο ρεκόρ σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία, ώστε να συμβάλουμε στην παροχέτευση της αναγκαίας ρευστότητας στις επιχειρήσεις. Θέλω με την ευκαιρία να τονίσω ότι το μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων ως αποτέλεσμα της αδυναμίας πρόσβασης στην αναγκαία ρευστότητα θα πλήξει και τις ίδιες τις τράπεζες, διότι στην πραγματικότητα θα χάσουν κύκλο εργασιών, πελάτες, θα μεγαλώσει το πρόβλημα στα κόκκινα δάνεια και ούτω καθεξής. Άρα, πρέπει σε αυτή τη δύσκολη εποχή να βρούμε τη χρυσή τομή.

Συμπερασματικά, η αλήθεια είναι ότι το τραπεζικό σύστημα κινείται σαφώς γρηγορότερα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Εμείς θέλουμε, όμως, να κινηθεί ακόμη γρηγορότερα και έχουμε παρέμβει προς αυτήν την κατεύθυνση, καθιστώντας σαφές ότι με την ολοκλήρωση 30 ημερών από την ενεργοποίηση του Ταμείου Εγγυοδοσίας θα μετρήσουμε πόσα χρήματα έχει δώσει η κάθε τράπεζα και αν κάποια έχει μείνει πίσω, θα της αφαιρεθούν χρήματα ώστε να μεταφερθούν σ’ αυτές που έχουν πάει γρήγορα.

Σκέπτεστε να εκσυγχρονίσετε την «golden visa» και σε ποια κατεύθυνση;

Το πρόγραμμα Golden Visa, ένα πολύ επιτυχημένο πρόγραμμα, έχει ήδη αρχίσει πάλι και κινείται μετά τους πρώτους μήνες του 2020 που «πάγωσε», κυρίως από τις απώλειες στην αγορά της Κίνας, η οποία είναι και η μεγάλη αγορά αυτού του προγράμματος.

Με τη νομοθετική μας πρωτοβουλία σχεδιάζουμε να κάνουμε πιο εύκολη τη λειτουργία του προγράμματος εν μέσω πανδημίας, γιατί η πανδημία έχει προκαλέσει προβλήματα και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην αξία των ακινήτων.

Γενικότερα, σχεδιάζουμε κι άλλα προγράμματα τέτοιου τύπου για την ενίσχυση της αγοράς ακινήτων, τομέας που πιστεύουμε ότι, όπως έχει προσφέρει πολλά στην ελληνική οικονομία στο παρελθόν, μπορεί να προσφέρει εξίσου πολλά και στο μέλλον.

Αν οι επιδημιολογικές και κατ’ επέκταση και οι οικονομικές εξελίξεις δεν είναι καλές, το πιο πιθανό είναι να έχουμε αύξηση της ανεργίας. Υπάρχει πρόνοια για μια τέτοια εξέλιξη; Αντέχει η οικονομία για συνέχιση των επιδοτήσεων; Υπάρχει κάποιο άλλο σχέδιο;

Από την πρώτη στιγμή καταστήσαμε σαφές ως κυβέρνηση ότι απ’ αυτήν την κρίση θα εξέλθουμε όλοι μαζί και κανένας δεν θα μείνει πίσω. Με βάση αυτήν την αρχή, θέσαμε ως προϋπόθεση για να ενταχθεί μια επιχείρηση στην περίμετρο των μέτρων προστασίας τη διατήρηση των θέσεων εργασίας.

Επιπλέον των μέτρων στήριξης του κόσμου της εργασίας που έχουν ληφθεί έως τώρα, ο πρωθυπουργός διαμήνυσε, στην τελευταία συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να προχωρήσει και σε πρόσθετες παρεμβάσεις, εφόσον χρειαστεί.

Το ίδιο ισχύει γενικότερα. Ανάλογα με την εξέλιξη της κρίσης και τις τυχόν ανάγκες που πιθανόν να προκύψουν, η κυβέρνηση έχει και τη δυνατότητα και τη βούληση να παρέμβει. Πάντοτε διατηρώντας τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας μας, καθώς ουδείς λογικός άνθρωπος δεν θα ήθελε στην κρίση του κορονοϊού να προστεθεί και μια δημοσιονομική κρίση, που θα μας αποτελείωνε.

Γνωρίζουμε ότι υπάρχει πρόοδος στο Ελληνικό. Αλλά μπουλντόζες ακόμα δεν είδαμε…

Οι μπουλντόζες έχουν πιάσει ήδη δουλειά στο Ελληνικό ξεκινώντας, όπως είναι λογικό, από τις κατεδαφίσεις των παλαιών κτιρίων. Για να φθάσουμε έως εδώ καταφέραμε και ολοκληρώσαμε όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες –υπολογίσαμε τις νομικές εκκρεμότητες που μας κληροδότησε η προηγούμενη κυβέρνηση σε περισσότερες από 500– σε διάστημα μόλις εννέα μηνών, εκ των οποίων οι δύο σε καραντίνα.

Πάμε πολύ γρήγορα κι είμαστε υπερήφανοι που αποδείξαμε ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι πρόκειται για το μεγαλύτερο πρότζεκτ αστικής ανάπλασης στην Ευρώπη, ένα πρότζεκτ που, λόγω μεγέθους, θα ήταν περίπλοκο σε κάθε χώρα.

Να πω με την ευκαιρία ότι, πέραν της προφανούς αξίας του έργου στην οικονομία και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, η εκκίνηση των εργασιών στο Ελληνικό, ως το πλέον εμβληματικό έργο στη χώρα μας, αποτελεί κι ένα ισχυρό μήνυμα στην παγκόσμια επενδυτική κοινότητα ότι στην Ελλάδα εννοούμε απολύτως όσα λέμε για τη μετεξέλιξή της σε μια από τις πλέον φιλικές στην επιχειρηματικότητα χώρες του πλανήτη.

Το στοίχημα των επενδύσεων, δεδομένης της παγκόσμιας τάσης, μπορεί να κερδηθεί; Πώς και σε ποιο χρόνο;

Πριν ξεσπάσει η πανδημία, η Ελλάδα εξελισσόταν στο νέο επενδυτικό hot-spot του πλανήτη. Το θετικό είναι ότι, κατά τη διάρκεια της καραντίνας, ούτε μία –κυριολεκτώ– επένδυση δεν ματαιώθηκε. Το αντίθετο. Πολλοί επενδυτές εξέφρασαν ενδιαφέρον να επιταχύνουν τον ρυθμό υλοποίησης των επενδυτικών τους σχεδίων, ενώ εμφανίστηκαν και νέοι ενδιαφερόμενοι επενδυτές.

Μετά την καραντίνα, η ταυτόχρονη έναρξη πολύ μεγάλων επενδυτικών σχεδίων –γιατί δεν είναι μόνο το Ελληνικό, είναι και η Κασσιόπη στην Κέρκυρα, το Kilada στην Αργολίδα, το Mirum στην Ελούντα, οι νέες επενδύσεις στο Costa Navarino– μεγεθύνουν και ισχυροποιούν το μήνυμα ότι η Ελλάδα αλλάζει προς το καλύτερο και γίνεται φιλική στις επενδύσεις.

Παράλληλα, αρχίζουν και παράγουν αποτελέσματα οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, με σημαντικότερη τον νόμο «Επενδύω στην Ελλάδα», που ψηφίσαμε τον περασμένο Οκτώβριο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι στρατηγικές επενδύσεις (άνω των 40 εκατομμυρίων ευρώ) εγκρίνονται πλέον σε διάστημα μικρότερο των 20 ημερών, όταν στο παρελθόν χρειάζονταν χρόνια –συνήθως πολλά χρόνια. Αλλά και για τις επενδύσεις μικρότερου προϋπολογισμού, ο χρόνος έγκρισης έχει συντμηθεί αισθητά.

Μάλιστα, η θετική απήχηση που είχε η Ελλάδα διεθνώς, λόγω της αποτελεσματικής διαχείρισης της κρίσης στο υγειονομικό σκέλος της, είναι βέβαιο ότι θα έχει θετική επίπτωση και στην οικονομία και ειδικότερα στις επενδύσεις

Άρα, ναι, το στοίχημα των επενδύσεων το κερδίζουμε. Καθημερινά.