• Σήμερα είναι: Τρίτη, 4 Οκτωβρίου, 2022

ESG: Η νέα τάξη πραγμάτων

Κλεοπάτρα Καλογεροπούλου
Partner, International Liaison Partner, CPA, ACA, BDO

Περιβάλλον, κοινωνία και διακυβέρνηση (ESG). Τρεις λέξεις-κλειδιά, που θα οδηγήσουν σε σημαντικές αλλαγές στις εταιρικές αναφορές. Επί του παρόντος, υπάρχει πληθώρα μη υποχρεωτικών και διαφορετικών πλαισίων αναφοράς, ορισμένα από τα οποία κάποιες, κυρίως μεγάλες, εταιρείες έχουν επιλέξει να υιοθετήσουν.

Ωστόσο, οι αναφορές είναι ασυνεπείς λόγω των διαφορετικών απαιτήσεων των συγκεκριμένων πλαισίων και, ακριβώς επειδή είναι στη διακριτική ευχέρεια των εταιρειών να τις υιοθετήσουν, παρατηρούνται μεγάλες αποκλίσεις στην εφαρμογή τους, καθώς κι ο κίνδυνος επικέντρωσης σε μετρήσεις που τους προσδίδουν θετικό πρόσημο, οδηγώντας σε αμφιβολίες για το λεγόμενο «πράσινο πλύσιμο».

Σίγουρα βλέπουμε να επέρχονται μεγάλες αλλαγές, με τις επιχειρήσεις να βρίσκονται υπό αυξανόμενη πίεση για να επιδείξουν μεγαλύτερη δέσμευση για μακροπρόθεσμη, βιώσιμη δημιουργία αξίας, που ενσωματώνει τις ευρύτερες απαιτήσεις των ανθρώπων και του πλανήτη.

Τον Σεπτέμβριο του 2020, το Διεθνές Επιχειρηματικό Συμβούλιο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ δημοσίευσε μια Λευκή Βίβλο που περιέχει 21 βασικές και 34 διευρυμένες μετρήσεις. Οι μετρήσεις αυτές αντλούνται από τα υπάρχοντα πρότυπα και γνωστοποιήσεις και θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζονται μόνιμα στις ετήσιες εκθέσεις των εταιρειών, σε όλους τους κλάδους και τις χώρες. Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι σε διαδικασία αναθεώρησης της οδηγίας για τη μη χρηματοοικονομική πληροφόρηση και μια ειδική ομάδα της Ευρωπαϊκής Συμβουλευτικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (EFRAG) εργάζεται για τη δυνητική δημιουργία ενός ευρωπαϊκού οργανισμού καθορισμού προτύπων μη χρηματοοικονομικών αναφορών.

Καθώς ο κόσμος κοιτά προς την έξοδο από την πανδημία του Covid, επικεντρώνεται όλο και περισσότερο σε μια άλλη παγκόσμια επιταγή: την κλιματική αλλαγή. Από μια απλή, εμπορική προοπτική, αυτή η επιταγή θα πρέπει να είναι ψηλά στην ατζέντα όλων των εταιρειών, ιδίως εκείνων σε βιομηχανικούς τομείς που επηρεάζονται περισσότερο.

Για να προσελκύσουν χρηματοδότηση από επενδυτές και δανειστές, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αποδείξουν πως τα μοντέλα λειτουργίας τους είναι βιώσιμα βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Αυτό δεν είναι κάτι αόριστο και μελλοντικό. Οι επενδυτές το απαιτούν τώρα.

Πολλές κυβερνήσεις προωθούν επίσης την αλλαγή, αναπτύσσοντας και εφαρμόζοντας πολιτικές που έχουν σχεδιαστεί για να ενθαρρύνουν (και σε ορισμένες περιπτώσεις να επιβάλλουν) τις επιχειρήσεις να κάνουν ουσιαστικά βήματα προς τον μακροπρόθεσμο στόχο μιας οικονομίας μηδενικού άνθρακα.

Πολλοί επενδυτές ζητούν από τις εταιρείες να είναι διαφανείς σχετικά με τις επιπτώσεις του κλίματος στις τρέχουσες και μελλοντικές τους δραστηριότητες. Η πραγματικότητα είναι ότι, εάν οι επιχειρήσεις δεν ενστερνιστούν την ανάγκη να ενσωματώσουν τον παράγοντα της κλιματικής αλλαγής στη στρατηγική και τον σχεδιασμό τους, θα πληρώσουν υψηλότερο κόστος κεφαλαίου ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν θα είναι καθόλου σε θέση να αντλήσουν κεφάλαιο. Σε ορισμένους τομείς της βιομηχανίας, όπως οι φυσικοί πόροι, ο τουρισμός, οι μεταφορές και η γεωργία, η ανάγκη να δείξουμε ότι οι οντότητες έχουν βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής είναι ήδη εδώ.

Συστάσεις της Ομάδας Εργασίας για Χρηματοοικονομικές Γνωστοποιήσεις που σχετίζονται με το Κλίμα

Το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δημιούργησε το Task Force for Climate-Related Financial Disclosure (TCFD) το 2015, για να αναπτύξει συστάσεις (οι Συστάσεις) για πιο αποτελεσματικές κλιματικές αναφορές. Ήταν μια ομάδα με παγκόσμια συμμετοχή από μεγάλες τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, συνταξιοδοτικά ταμεία, μεγάλες μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες, λογιστικά και συμβουλευτικά γραφεία και οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας.

Ο στόχος των Συστάσεων, που εστιάζουν σε τέσσερις τομείς, Διακυβέρνηση, Στρατηγική, Διαχείριση Κινδύνων και Μετρήσεις και Στόχοι, είναι να προωθήσουν πιο ενημερωμένα επενδυτικά σχέδια, αποφάσεις ανάληψης πιστώσεων και ασφαλίσεων και να βελτιώσουν την κατανόηση των ενδιαφερομένων για τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που σχετίζονται με το κλίμα.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, πάνω από 1.500 εταιρείες έχουν ήδη υιοθετήσει τις Συστάσεις με ορισμένες δικαιοδοσίες να ανακοινώνουν την υποχρεωτική εφαρμογή τους. Οι Συστάσεις έχουν χαρτογραφηθεί σε όλα τα σημαντικά μη χρηματοοικονομικά πλαίσια αναφοράς που ήδη υπάρχουν, συμπεριλαμβανομένων των GRI, CDP, IIRC, CDSB και των αρχών της εταιρικής διακυβέρνησης G20/OECD. Κατά συνέπεια, ακόμη κι αν μια εταιρεία αναφέρει ήδη πληροφορίες σε άλλο υπάρχον πλαίσιο, οι Συστάσεις μπορούν να ενσωματωθούν στα υπάρχοντα συστήματα γνωστοποίησης και τις πρακτικές της, χωρίς να αντικρούονται με τυχόν άλλο, ήδη υφιστάμενο πλαίσιο.

Οι Συστάσεις σχεδιάστηκαν ώστε να μπορούν να υιοθετηθούν από όλες τις εταιρείες, ανεξαρτήτως τομέα και γεωγραφικής θέσης. Περιγράφουν τις πληροφορίες που οι εταιρείες πρέπει να αποκαλύπτουν για να βοηθήσουν τους επενδυτές, τους δανειστές και άλλους ενδιαφερόμενους να κατανοήσουν καλύτερα ότι οι ίδιες αντιλαμβάνονται και διαχειρίζονται τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που σχετίζονται με το κλίμα, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Συνιστάται οι γνωστοποιήσεις να περιλαμβάνονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και να είναι στο ίδιο μήκος κύματος με τις νομικές και κανονιστικές απαιτήσεις, οι οποίες, για τις περισσότερες δικαιοδοσίες των G20, απαιτούν να περιλαμβάνονται σημαντικές πληροφορίες στις οικονομικές αναφορές, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών πληροφοριών που σχετίζονται με το κλίμα.

Οι περισσότερες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις υπόκεινται σε εκτίμηση της σημαντικότητάς τους (materiality). Ωστόσο, επειδή ο κίνδυνος που σχετίζεται με το κλίμα είναι ένας μη διαφοροποιήσιμος κίνδυνος (non-diversifiable) που επηρεάζει σχεδόν όλους τους τομείς της αγοράς, πολλοί επενδυτές θεωρούν ότι απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Οι Συστάσεις αναφέρουν ότι πολλοί επενδυτές θέλουν να έχουν εικόνα της διακυβέρνησης και της διαχείρισης κινδύνων μιας εταιρείας όταν αξιολογούν τα οικονομικά και λειτουργικά αποτελέσματά της. Κατά συνέπεια, οι γνωστοποιήσεις στις Συστάσεις γι’ αυτούς τους δύο τομείς θα πρέπει να γίνονται ανεξάρτητα από τη σημαντικότητά τους.

Για τις γνωστοποιήσεις που σχετίζονται με τη στρατηγική και τις μετρήσεις και τους στόχους, οι γνωστοποιήσεις θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις όταν η σχετική πληροφόρηση είναι σημαντική. Οι εταιρείες που δεν ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους και συναφείς τομείς άνω ενός ορισμένου μεγέθους (άνω του 1 δισεκατομμυρίου USD σε ετήσια έσοδα) ενθαρρύνονται να γνωστοποιούν αυτές τις πληροφορίες σε άλλες αναφορές, όταν αυτές δεν είναι σημαντικές. Ωστόσο, οι Συστάσεις προειδοποιούν ότι οι εταιρείες μπορεί να καταλήξουν σε ένα πρόωρο συμπέρασμα πως οι κίνδυνοι και οι ευκαιρίες που σχετίζονται με το κλίμα δεν είναι σημαντικές, επειδή μπορεί να θεωρήσουν ότι ορισμένοι από τους κινδύνους έχουν μακροπρόθεσμο χαρακτήρα.

Πλαίσιο ελέγχου

Σε ό,τι αφορά το έργο των ελεγκτών, για τον έλεγχο όσων δηλώνουν οι εταιρείες στις ετήσιες ή άλλες αναφορές τους σχετικά με τη βιωσιμότητα, η Διεθνής Ομοσπονδία Ελεγκτών (IFAC) εξέδωσε οδηγίες για την εφαρμογή του αναθεωρημένου Προτύπου 3000 για αναθέσεις διασφάλισης που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα.

Το αναθεωρημένο Διεθνές Πρότυπο Διασφάλισης 3000, Έργα Διασφάλισης πέραν του Ελέγχου ή Επισκόπησης Ιστορικής Οικονομικής Πληροφόρησης (ISAE 3000), το οποίο αποτελεί «πρότυπο ομπρέλα», είναι σχεδιασμένο ώστε να επιτρέπει τη χρήση συμπληρωματικών προτύπων, όπως το ISAE 3410, Έργα Διασφάλισης σε Δηλώσεις Αερίων Θερμοκηπίου. Η IAASB δημοσίευσε επίσης πρόσφατα τις Μη Υποχρεωτικές Οδηγίες για την εφαρμογή του ISAE 3000 στις Αναθέσεις Διασφάλισης Εκτεταμένης Εξωτερικής Αναφοράς (EER) –EER Guidance– προκειμένου να βοηθήσει τους ελεγκτές να εφαρμόσουν το Πρότυπο σε θέματα βιωσιμότητας.

Τα τρία Πρότυπα μαζί, ISAE 3000, ISAE 3410 και EER Guidance, αποτελούν ένα ολοκληρωμένο πακέτο προτύπων και κατευθυντήριων γραμμών που έχουν σχεδιαστεί για να επιτρέπουν στους επαγγελματίες ελεγκτές να ανταποκρίνονται σε νέα καθεστώτα αναφοράς, τόσο εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και αλλού.