• Σήμερα είναι: Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου, 2020

Η αποτίμηση αποθεμάτων: Ένα ενδιαφέρον λογιστικό ζήτημα μεγάλης σημασίας, Φίλιππος Β. Φίλιος

Προκειμένου να αντιπαρατεθούν έσοδα που αναγνωρίστηκαν ότι ανήκουν σε μία λογιστική περίοδο με τα κόστη δημιουργίας αυτών των εσόδων, μπορεί να είναι αναγκαίο να διαιρεθούν οι δαπάνες της περιόδου σε δαπάνες της τρέχουσας περιόδου και σε κεφαλαιοποιημένες δαπάνες που θα δαπανοποιηθούν σε μεταγενέστερες περιόδους. Στην περίπτωση δαπανών κατά τον χρόνο κτήσης αγαθών, καθώς επίσης στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών προς πώληση, το κεφαλαιοποιημένο τμήμα των δαπανών μιας περιόδου καλείται γενικώς αποθέματα. Απόθεμα είναι ένα ενσώματο (υλικό) περιουσιακό στοιχείο το οποίο κρατείται για πώληση στην κανονική – τακτική πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (που ορίζεται ως έτοιμα αγαθά/προϊόντα), είναι στη διεργασία της παραγωγής για μια τέτοια πώληση (που ορίζεται ως έργα σε εξέλιξη ή ημικατεργασμένα) ή είναι αναλωθέν (αμέσως ή εμμέσως) στην παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών προς πώληση (που ορίζονται ως πρώτες και βοηθητικές ύλες και τροφοεφόδια). Τα αποθέματα είναι συστατικό στοιχείο του κυκλοφορούντος ενεργητικού αφού, εξ ορισμού, αυτά αναλώνονται εντός ενός μόνο επιχειρησιακού κύκλου της εκμετάλλευσης (αν και όχι αναγκαστικά εντός ενός έτους).

Όταν το απόθεμα αποτελείται από μεγάλες ή υψηλής αξίας εξακριβώσιμες μονάδες, όπως είναι στην περίπτωση της παραγωγής αεροπλάνων, κτιρίων, κινηματογραφικών ταινιών, χρυσαφικών κ.ο.κ., το κόστος του μπορεί να προσδιοριστεί ανευρίσκοντας τα συγκεκριμένα κόστη που συνέβησαν στην παραγωγή κάθε μονάδας. Συχνά, όμως, τα αποθέματα περιλαμβάνουν πολλά ίδια είδη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το κόστος κάθε μονάδας δεν ανευρίσκεται ευθέως. Μάλλον χρησιμοποιείται μία παραδοχή – υπόθεση για τον τρόπο που γίνεται η «ροή των κοστών» (cost flows) κατά τον προσδιορισμό των κοστών του αποθέματος, ο οποίος δεν είναι αναγκαίο να αντιστοιχεί στην πραγματική ροή των φυσικών1 μονάδων. Ο σκοπός περισσότερο είναι να επιλεγεί μια κατάλληλη παραδοχή για τη ροή των κοστών, ούτως ώστε να μετρηθεί – εκτιμηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το περιοδικό κέρδος.

Μέθοδοι κοστολόγησης αποθεμάτων

Οι συνηθέστερες είναι:

• First-in-first-out / FIFO (πρωτοεισερχόμενα – πρωτοεξερχόμενα), με την οποία γίνεται η παραδοχή ότι το κόστος των μονάδων που πωλήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου είναι το κόστος των μονάδων που αγοράστηκαν ή παρήχθηκαν πρώτες.

• Last-in-first-out / LIFO (τελευταίο εισερχόμενο – πρωτοεξερχόμενο). Με την τεχνική αυτή γίνεται η παραδοχή ότι το κόστος των μονάδων που πωλήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου είναι το κόστος των μονάδων που αγοράστηκαν ή πωλήθηκαν τελευταίες.

• Μέσο κόστος (average cost). Με αυτή την τεχνική αποτίμησης γίνεται η παραδοχή ότι το κόστος της πωληθείσας μονάδας κατά τη διάρκεια της περιόδου είναι το μέσο κόστος των μονάδων που αγοράστηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου.

Με τη μέθοδο FIFO, το κόστος των μονάδων στο απόθεμα τέλους χρήσεως (the closing inventory, τα «μένοντα») είναι το κόστος των κτηθεισών ή παραχθεισών πλέον πρόσφατα μονάδων. Από την άλλη μεριά, η μέθοδος LIFO χρεώνει το κόστος των πλέον πρόσφατα κτηθεισών ή παραχθεισών μονάδων στο κόστος των πωλήσεων (στο κόστος πωληθέντων). Τοιουτοτρόπως, όταν τα κόστη μονάδας ανέρχονται (αυξάνουν) διαχρονικά (π.χ., σε πληθωριστικές περιόδους), το κόστος των πωληθέντων αγαθών που αναφέρεται χρησιμοποιώντας τη FIFO θα είναι χαμηλότερο (μικρότερο) από το κόστος των πωληθέντων αγαθών που αναφέρεται με βάση τη LIFO, και το αντίστροφο για τα κέρδη.

Η ανεύρεση των κοστών του αποθέματος είναι δυνατόν να «εκσυγχρονίζεται» με αποτίμηση κάθε συναλλαγής (σύστημα διαρκούς απογραφής) ή μόνο με αποτίμηση στο τέλος κάθε λογιστικής περιόδου (σύστημα περιοδικής απογραφής). Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να επιτρέπεται η χρήση προσεγγιστικών μεθόδων, όπως η αποτίμηση με βάση τις λιανικές τιμές πώλησης (retail method of inventory valuation) ή η μέθοδος του μικτού περιθωρίου (gross margin), με τις οποίες γίνεται η παραδοχή ότι τα περιθώρια μικτού κέρδους (markups) επί όλων των μονάδων που κρατούνται σε απόθεμα είναι τα ίδια.

Η δημοσίευση το 1993 των «Λογιστικών τάσεων και τεχνικών» (US Accounting Trends and Techniques)2 ανέφερε ότι επί ενός δείγματος 600 επιχειρήσεων των ΗΠΑ, 41% χρησιμοποιούσαν FIFO, 35% χρησιμοποιούσαν LIFO και 19% χρησιμοποιούσαν μέσο κόστος. Διακλαδικά ευρήματα διαφέρουν. Οι κλάδοι με το χαμηλότερο ποσοστό χρήσης της LIFO είναι εταιρείες κατασκευής αεροπλάνων και διαστημικού εξοπλισμού, ηλεκτρονικού εξοπλισμού και εξοπλισμού των επιχειρήσεων. Οι βιομηχανίες τροφίμων και αναψυκτικών, τα πολυκαταστήματα, και οι επιχειρήσεις πώλησης μέσω ταχυδρομικών παραγγελιών είναι οι κλάδοι με το υψηλότερο ποσοστό χρήσης της LIFO.

Η απαίτηση να χρησιμοποιείται η LIFO στις λογιστικές καταστάσεις – εκθέσεις όταν αυτή χρησιμοποιείται για σκοπούς φορολογικής λογοδοσίας, «δένει» τις ταμειακές ροές της επιχείρησης με τη λογιστική/χρηματοοικονομική λογοδοσία της. Πιο συγκεκριμένα, σε πληθωριστικές περιόδους, το κέρδος που αναφέρεται με τη LIFO είναι λιγότερο από το κέρδος που αναφέρεται με τη FIFO. Ως εκ τούτου, επιχειρήσεις οι οποίες αποτιμούν τα αποθέματα χρησιμοποιώντας LIFO πληρώνουν λιγότερους φόρους απ’ ό,τι αυτοί θα πλήρωναν εάν είχαν χρησιμοποιήσει FIFO. Προκειμένου να απολαμβάνει αυτές τις εξοικονομήσεις φόρου, η επιχείρηση πρέπει να χρησιμοποιεί τη LIFO επίσης για λογιστική λογοδοσία (financial reporting).

Ο γενικός κανόνας στη λογιστική πρακτική είναι ότι τα αποθέματα αναφέρονται στις περιοδικές καταστάσεις στη χαμηλότερη τιμή μεταξύ τιμής κόστους και τιμής στην αγορά (the lower of cost or market, LCM), όπου για τιμή στην «αγορά» αναφερόμαστε στο κόστος αντικατάστασης των αποθεμάτων. Οι κυριότεροι περιορισμοί στον κανόνα LCM είναι:

– Εάν η αξία αντικατάστασης των αποθεμάτων υπερβαίνει την καθαρή αξία από τη ρευστοποίησή τους (net realizable value, NRV) –την τιμή πώλησης μείον επιπλέον κόστη που είναι αναγκαία για να ολοκληρωθεί η πώληση– τα αποθέματα θα αναφερθούν στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία τους.

– Εάν η καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία των αποθεμάτων, μείον τα κανονικά μικτά κέρδη, υπερβαίνει το κόστος αντικατάστασής τους, τα αποθέματα θα αναφερθούν στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, μείον τα κανονικά μικτά κέρδη, ακόμη και αν η αξία αντικατάστασης είναι μικρότερη από το κόστος.

– Ο κανόνας LCM δεν ισχύει (δεν εφαρμόζεται) όταν χρησιμοποιείται η LIFO.

Ο κανόνας LCM εφαρμόζεται σε ομοιογενείς κατηγορίες αγαθών παρά σε εξατομικευμένα είδη. Η προσαρμογή της αξίας του αποθέματος από την τιμή κόστους στη χαμηλότερη τιμή της αγοράς συμπεριλαμβάνεται στο κόστος των πωληθέντων αγαθών, εκτός εάν η προσαρμογή είναι ουσιώδης, στην οποία περίπτωση το ποσό αυτό αναφέρεται ως ξεχωριστό κονδύλι στην κατάσταση αποτελέσματος (the income statement).

Σύγκριση των τεχνικών LIFO και FIFO

Ελλείψει άλλων επιδράσεων κατά τη λογιστική αναφορά (χρηματοοικονομική λογοδοσία) με βάση τη LIFO (last-in-first-out), η LIFO είναι η προτιμώμενη μέθοδος αποτίμησης αποθεμάτων σε πληθωριστικούς καιρούς, λόγω των φορολογικών εξοικονομήσεων που συνεπάγεται κατ’ αναλογία προς τα έναντι της LIFO αποθεματικά (the LIFO reserves) –το επιπλέον ποσό του τρέχοντος κόστους αντικατάστασης του αποθέματος επί της ιστορικής αξίας των αποθεμάτων βάσει της LIFO– και τον συντελεστή φόρου της επιχείρησης (υπενθυμίζουμε ότι η LIFO συνεπάγεται τη χρέωση του κόστους των πλέον πρόσφατα κτηθεισών ή παραχθεισών μονάδων στο κόστος των πωλήσεων).

Οι εξοικονομήσεις φόρου (tax savings) που σχετίζονται με τις βασισμένες στη LIFO λογιστικές καταστάσεις υποδηλώνουν ότι μόνο η LIFO θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε περιόδους πληθωρισμού, μία αντίθετη σε γεγονότα (μη τεκμηριωμένη) αναμενόμενη συμπεριφορά. Άλλες θεωρίες υποδεικνύουν μη φορολογικής φύσεως επιδράσεις της λογοδοσίας με βάση τη LIFO, οι οποίες μπορούν να εξηγούν την παρατηρούμενη χρήση της FIFO (first-in-first-out) ακόμη και υπό καθεστώς μακροχρόνιων περιόδων πληθωρισμού (η FIFO κάνει την παραδοχή ότι το κόστος των πωληθεισών μονάδων κατά τη διάρκεια της περιόδου είναι το κόστος των αγορασθεισών μονάδων ή των παραχθεισών πρώτων). Αυτές οι εξηγήσεις περιλαμβάνουν:

Οι με βάση τη LIFO αναφορές/εκθέσεις μπορεί να απαιτούν μεγαλύτερα διοικητικά κόστη απ’ ό,τι η FIFO.

Τα συμβόλαια αποζημίωσης των ανώτερων/ανώτατων στελεχών συχνά συνδέονται προς τα αναφερόμενα/δημοσιευόμενα κέρδη δια μέσου σχεδίων επιμίσθιων/πρόσθετων αμοιβών (bonus plans) κ.λπ., τα οποία ωθούν τα ανώτατα στελέχη να επιλέγουν τη FIFO έναντι της LIFO.

Συμφωνίες που συμπεριλαμβάνονται σε πολλά συμβόλαια σύναψης χρέους βασίζονται στα αναφερόμενα/κοινοποιούμενα κέρδη ή στην καθαρή θέση (των μετόχων), που ευνοεί τη χρήση της FIFO.

Όταν τα ανώτατα/ανώτερα στελέχη είναι περισσότερο πληροφορημένα για τις προοπτικές των επιχειρήσεών τους απ’ ό,τι οι μέτοχοι, η χρήση της FIFO μπορεί να συνιστά σήμα ότι η επιχείρηση είναι μεγαλύτερης αξίας απ’ όσο γίνεται αντιληπτό έξωθεν.

Επιχειρήσεις οι οποίες φοβούνται ανταγωνισμό μπορεί να χρησιμοποιούν τη FIFO για να σηματοδοτήσουν ότι αυτές αναμένουν τα κόστη παραγωγής τους να μειωθούν, καθώς αυτές γίνονται περισσότερο αποδοτικοί παραγωγοί.

Κάποιες από τις τακτικές που έχουν τεκμηριωθεί από μελέτες ότι συμβαίνουν, συνήθως στην πράξη είναι:

Η LIFO επιλέγεται πρωτίστως εξαιτίας των φορολογικών πλεονεκτημάτων της.

Τα 2/3 των ανώτερων στελεχών που χρησιμοποιούν τη FIFO δικαιολογούν την απόφασή τους με τις αντίθετες επιπτώσεις της LIFO, ενώ περίπου το 1/3 πράττουν τοιουτοτρόπως επειδή αυτοί πιστεύουν πως η FIFO είναι καλύτερη ως λογιστική μέθοδος.

Οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τη FIFO τείνουν να έχουν πραγματικούς – ενεργούς συντελεστές φόρου επί των κερδών, οι οποίοι είναι μικρότεροι/χαμηλότεροι από τους πραγματικούς συντελεστές φόρου των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν τη LIFO για την αποτίμηση αποθεμάτων.

Τα ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν τη LIFO για αποτίμηση αποθεμάτων μπορεί να αμείβονται με κάποιο επιμίσθιο (bonus) σε κέρδος υπολογιζόμενο βάσει της FIFO (as-if FIFO-based income). Οι χρήστες της LIFO περιορίζονται λιγότερο από όρους σε δανειακές συμβάσεις (debt covenants) απ’ ό,τι οι χρήστες της FIFO.

Υφίσταται τεκμηρίωση πως οι χρήστες της LIFO αυξάνουν τις αγορές αποθεμάτων προ του τέλους του δημοσιονομικού (φορολογικού) έτους προκειμένου να αποφύγουν τη ρευστοποίηση αποθεμάτων LIFO και να πληρώσουν φόρο επί τοιούτων ρευστοποιήσεων.

Ρευστοποίηση των LIFO αποθεμάτων γίνεται πρωτίστως από επιχειρήσεις οι οποίες επιτυγχάνουν χαμηλή κερδοφορία – απόδοση επί των ιδίων κεφαλαίων.

Επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν FIFO τείνουν να είναι μικρότερου μεγέθους απ’ ό,τι οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν LIFO για την αποτίμηση αποθεμάτων. Ίσως μόνο οι μεγάλες επιχειρήσεις κερδίζουν αρκετές εξοικονομήσεις φόρου από τη LIFO, ώστε να δικαιολογείται η αύξηση των συναφών υψηλότερων διοικητικών – διαχειριστικών κοστών.

Επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τη FIFO τείνουν να είναι σε κλάδους με υψηλότερο ρυθμό καινοτομίας (όπως αυτός μετριέται – εκτιμάται από την ένταση των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης νέων προϊόντων).

Δεν υπάρχει τεκμηρίωση που να μας οδηγεί σε οριστικό συμπέρασμα επί του κατά πόσον οι επενδυτές αποτιμούν μια αλλαγή από τη λογιστική βάσει FIFO σε λογιστική βάσει LIFO.

Το ζήτημα με τη χρήση της LIFO το θέτει εύστοχα το έγκριτο αμερικανικό λεξικό του Kohler’s: «Η πρόσφατη διαδεδομένη χρήση της μεθόδου LIFO έχει ανακύψει από τον ισχυρισμό ότι αυτή εγγύτερα αντανακλά τη λειτουργική άποψη, κατά πόσον ή όχι οι τιμές πώλησης έχουν επηρεασθεί, αφού οι άνθρωποι της επιχείρησης/εκμετάλλευσης τείνουν να σκέπτονται σε όρους περιθωρίων μεταξύ τρεχουσών τιμών της αγοράς –χονδρικών ή λιανικών, ή πρώτων υλών και ενδιάμεσων ή τελικών/έτοιμων προϊόντων»3.

Αποθεματικό αποθεμάτων (Inventory Reserve)

Το αποθεματικό αποθεμάτων είναι ένας λογαριασμός αποτίμησης (a valuation account) ο οποίος καλύπτει τη μείωση του κόστους του αποθέματος έναντι της σε τιμές της αγοράς ή σε άλλη πλην αυτής του κόστους κτήσης βάση αποτίμησης4. Η δημιουργία του οφείλεται στη χρήση της LIFO ως μεθόδου αποτίμησης αποθέματος ή σε πτώση τιμών, απαξίωση – απαρχαίωση (obsolescence), ελλείμματα (βάρους – ποσότητας) και σε άλλες αιτίες. Το ποσό του αποθεματικού συνήθως υποστηρίζεται από λεπτομέρειες με αναφορά σε συναφή φύλλα απογραφής (inventory sheets) ή σε αρχεία που σχετίζονται με συγκεκριμένα είδη. Όταν ένα τέτοιο είδος πωλείται, το αποθεματικό μπορεί να «απαλλάσσεται» του ποσού που σχετίζεται προς αυτό. Εναλλακτικά, που είναι πλέον σύνηθες, το αποθεματικό μεταφέρεται σε επόμενη χρήση ανέπαφο (άθικτο) έως το τέλος του επόμενου έτους και αυξάνεται ή μειώνεται από τις τότε απαιτήσεις σε απόθεμα, ενώ το έτερον ήμισυ της προσαρμογής χρεώνεται ή πιστώνεται στο κόστος των πωληθέντων αγαθών ή το ισοδύναμό του.

Το αποθεματικό αποθεμάτων μπορεί να είναι ένα αποθεματικό ενδεχομενικής φύσεως (a contingency reserve), το οποίο δημιουργείται με σκοπό να απορροφά μελλοντικές μειώσεις στην αξία αποθέματος, δηλαδή μειώσεις σε τιμές κάτω από αυτές της αγοράς κατά την πλέον πρόσφατη ημερομηνία κατάρτισης ισολογισμού. Ένα τέτοιο αποθεματικό είναι όμοιας φύσεως προς άλλα «ενδεχομενικά αποθεματικά» (contingency reserves). Μια δαπάνη πρόβλεψης για δημιουργία τέτοιου αποθεματικού, συνεπώς, δεν συνιστά έξοδο αλλά μάλλον διανομή παρακρατηθέντων κερδών, και οποιαδήποτε χρέωση αυτού αντιπροσωπεύει την «πραγμάτωση» (realization) μιας μείωσης στην αξία αποθέματος για την περίοδο στην οποία η μείωση συνέβη. Η χρέωση αυτή «ανήκει» στην κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσεως.

Μειώσεις αξιών (Markdowns)

Μειώσεις του κόστους εξαιτίας παλαίωσης ή πλεονάσματος ή ειδών που κινούνται αργά (slow-moving items) μπορεί να θεωρηθούν ως ισοδύναμες με μειώσεις που οφείλονται στις δυνάμεις της αγοράς, αφού ο κοινός σκοπός είναι να μεταφέρονται σε επόμενες χρήσεις μόνο αυτά τα κόστη τα οποία είναι δυνατόν ευλόγως να καταλογιστούν έναντι μελλοντικών «πραγματοποιήσεων» (realizations). Αυτές οι μειώσεις αξιών συχνά γίνονται υιοθετώντας μια κλίμακα ποσοστών επί τοις %, δια της οποίας το κόστος ενός είδους μειώνεται προοδευτικά, καθώς αυτό συνεχίζει να είναι σε απόθεμα, μέχρις ότου φτάσει την αξία του ως άχρηστο υλικό (scrap value). Στη μέθοδο αποτίμησης με βάση τη λιανική τιμή (the retail method) κατά τον προσδιορισμό του κόστους του αποθέματος, ο ίδιος αυτός σκοπός εξυπηρετείται με τη μείωση της προσδοκώμενης τιμής πώλησης κατά ένα ποσοστό % στο μέσο όρο του μικτού περιθωρίου κέρδους (average mark-on percentage).

Σε όλες αυτές τις καταστάσεις, οι μειώσεις του κόστους γίνονται συμφώνως προς τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές, δικαιολογούμενες από την εμπειρία εκ του παρελθόντος ή από γεγονότα του παρόντος, και θα πρέπει να εφαρμόζονται ακριβοδίκαια (fairly) σε όλα τα είδη του αποθέματος. Εάν οι υιοθετούμενες μέθοδοι διαφέρουν από αυτές σε χρήση στο τέλος της προηγούμενης φορολογικής περιόδου, εκτός εάν η επίπτωση είναι ασήμαντη, η αλλαγή αυτή απαιτεί υποσημείωση στον ισολογισμό, δίνοντας κάποια ένδειξη της κατά προσέγγιση επίπτωσης σε ευρώ. Μια απογραφή με βάση τη LIFO κατά προτίμηση συνοδεύεται από αποκάλυψη στον ισολογισμό του κόστους που θα ίσχυε εάν είχε ακολουθηθεί η μέθοδος FIFO.

Μια πρόβλεψη (κράτηση από τα κέρδη) για δυνατές/ενδεχόμενες ζημιές στο μέλλον εκ των αποθεμάτων, πλέον και υπεράνω της μείωσης στις τρέχουσες τιμές της αγοράς, καλύτερα είναι να θεωρείται ως παρακράτηση με τη μορφή αποθεματικού, όπως εξηγήσαμε στο προηγούμενο τμήμα της μελέτης μας αυτής.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 . Κατ’ αντιδιαστολή προς τεχνολογιστικές μονάδες, όπως είναι, π.χ., στην κοστολογική αποτίμηση οι ισοδύναμες μονάδες (equivalent units).

2. Ετήσια έκδοση του Αμερικανικού Ινστιτούτου Διαπιστευμένων Δημόσιων Λογιστών (American Institute of Certified Public Accountants), η οποία πρωτοεμφανίστηκε το 1948 με τίτλο «Accounting Survey of 525 Corporate Reports». Περιέχει στατιστική ανάλυση, συμπληρούμενη από πολλά χαρακτηριστικά παραδείγματα των πρακτικών λογιστικής αναφοράς – δημοσιοποίησης ενός δείγματος 600 αμερικανικών εισηγμένων εταιρειών.

3. Kohler’s Dictionary for Accountants, Sixth Edition. Edited by W.W. Cooper & Yuji Ijiri, Prentice-Hall, Inc., Englewood Cliffs, N.J., 1983, σελ. 287. Ας υπενθυμίσουμε ότι ο όρος «απόθεμα» στις ΗΠΑ είναι «inventory», ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι «stock».

4. Οι Γερμανοί ομιλούν για Wertberichtingungkonto, λογαριασμό διορθωτικό της αξίας.