• Σήμερα είναι: Κυριακή, Ιούλιος 21, 2019

Η ιστορία της φορολογίας στην Ελλάδα Κωνσταντίνος Ι. Νιφορόπουλος, Ωρίων Α.Ε.

Η φορολογία κατά την Τουρκοκρατία

Ο βασικός φόρος κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν αυτός της «δεκάτης». Δηλαδή σε κάθε δέκα ίσα μέρη αγροτικής παραγωγής, το ένα μέρος το έπαιρνε ο εκπρόσωπος της οθωμανικής εξουσίας. Το λαμβανόμενον «δέκατον» δεν θεωρούνταν φόρος αλλά δικαίωμα ιδιοκτησίας, διότι κύριος όλης της γης εθεωρείτο ο Σουλτάνος. Το κράτος υπενοικίαζε συνήθως το δικαίωμα είσπραξης της δεκάτης σε τοπικούς άρχοντες.

Άλλος σημαντικός φόρος ήταν ο «κεφαλικός» (cizye, harac). Οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί του ελληνικού χώρου ήταν υποχρεωμένοι να εξαργυρώνουν την αποδοχή της θρησκευτικής τους ταυτότητας από το κράτος, καταβάλλοντας, σε ετήσια βάση, ένα καθορισμένο χρηματικό ποσό.

Η φορολογία κατά την Επανάσταση 1821-1828

«…αμέσως μεν άμα τη Επαναστάσει το φορολογικόν σύστημα έμεινε προσωρινώς το αυτό, ως επί Τουρκοκρατίας, καταργηθέντος μόνον του κεφαλικού φόρου (χαράτζ), όστις είχε δουλικόν χαρακτήρα, ως και των αυθαιρέτων παραεισπράξεων, διά θεσπίσματος δε του Βουλευτικού (αρ. 10 από 26 Απριλίου 1822) ωρίσθησαν οι έγγειοι φόροι ως εξής: 1) Από καρπούς και γεννήματα και όλα τα προϊόντα το εν εις τα δέκα, 2) Από ορύζια δύο εις τα δέκα. 3) Εξ εθνικών κτημάτων τρία εις τα δέκα. Των φόρων τούτων εξηρούντο τα μικροκτήματα τα χρησιμεύοντα διά τας οικογενειακάς μόνον ανάγκας του αγρότου. Διετίθεντο δε οι φόροι ούτοι δι’ ενοικιάσεις, του φορολογούμενου όντος υπόχρεου να μεταφέρη τον εις είδος φόρον και συγκεντρώση εις ωρισμένον τόπον.

Επίσης διετηρήθησαν προωρινώς και οι εξαγωγικοί δασμοί, ως φαίνεται εκ προκηρύξεως του Υπουργού Εσωτερικών από 22 Απριλίου 1822 προς άπαντας τους κατοίκους και, οίτινες ανήρχοντο φαίνεται εις 12% και εβάρυνον τα τε εις αλλοδαπήν εξαγόμενα και τα μεταφερόμενα από επαρχίας εις επαρχίαν εντός της Ελλάδος, διά Νόμου δε ΚΖ’ Ιουνίου 1823 ωρίσθησαν και τέλη εξαγωγής κατά βάρος και κατάλογος αυτών (αριθμ. 286 προβουλεύματος Βουλευτικού 28 Ιουλίου 1823) …Και των δασμών τούτων η είσπραξις εγένετο δι’ εκμισθώσεως»1.

Η φορολογία στην εποχή του Καποδίστρια 1828-1831

α. Φόρος της δεκάτης και δασμοί

Ο Καποδίστριας εύρε τον λαόν ηγανακτησμένον κατά των φόρων και των ενοικιαστών των, οίτινες δεν ήσαν άλλοι από τους προύχοντας και τους καπετανέους… Οι αγρόται έχοντες διαρκώς υπέρ την κεφαλήν αυτών τον ενοικιαστήν, εκ της αδείας του οποίου εξηρτάτο η έναρξις του θερισμού, του τρυγητού, του αλωνίσματος, η μεταφορά παντός προϊόντος πληρώνοντες εις είδος πολύ πλείονα των 10%, εξαπατώμενοι κατά την μέτρησιν, ζύγισιν κ.λπ. υπό ενοικιαστών, βοηθουμένων υπό δωροδοκουμένων υπαλλήλων και της ενόπλου δυνάμεως υποχρεούμενοι να μεταφέρουν τον εις είδος φόρον εις μακρυνάς αποστάσεις, εις τας αποθήκας του ενοικιαστού, είχον πολλαχώς εξαντλήθη…

Ο Καποδίστριας εισήγαγε δύο σπουδαίας τροποποιήσεις εις την φορολογίαν της δεκάτης: α) μετέβαλε το σύστημα της κατ’ επαρχίας δημοπρασίας των φόρων εις κατά Δήμους και Κοινότητας δημοπρασίαν, ώστε ν’ αποφευχθή η υπό των ενοικιαστών υπενοικίασις και η υπ’ αυτών μεθυπενοικίασις των φόρων τούτων, εξ ου τελικώς ηύξανε το βάρος των φορολογουμένων… και β) διέταξε την εις χρήμα επί ωρισμένη διατιμήσει και ουχί πλέον εις είδος πληρωμήν των εγγείων φόρων (Διάταγμα 8 Μαρτίου 1830) [Το θετικό σε αυτό ήταν πως το κράτος δεν επιβαρυνόταν από έξοδα είσπραξης του φόρου, όμως οι καλλιεργητές γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους τοκογλύφους].

Επί πλέον περιώρισε τους δασμούς εις 10% (εισαγωγής) και 6% εξαγωγής (Διάταγμα 25 Μαρτίου 1830, άρθρον 3, 4) περιορισθέντος τέλος του 10% μόνον επί των ειδών πολυτελείας (Διάταγμα 3 Νοεμβρίου 1830).

Προς ενίσχυσιν δε των τοπικών φόρων των Επαρχιών η από της Συνελεύσεως του Άργους διά ψηφίσματος από 25 Ιουλίου 1929 επιβληθείσα φορολογία επί των βοσκών»1.

β. Η στάση στο Λιμένι της Μάνης (1830)

«Την άνοιξη του έτους 1830 κυκλοφορούσαν στη Μάνη συνθήματα για την μη πληρωμή των φόρων με την παρακάτω δικαιολογία “Ουδέποτε πλήρωσε η Μάνη και δεν πρέπει να καθιερωθή τοιαύτη κακή συνήθεια”.
Τον Απρίλιο του 1830 ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης συγκρότησε επαναστατική κυβέρνηση στην Τσίμοβα/Αρεόπολη, έδιωξε τους κυβερνητικούς υπαλλήλους, άρπαξε τις προσόδους του τελωνείου και έστειλε μερικούς οπαδούς-φίλους του στη Μονεμβάσια και το Έλος Λακωνίας, όπου λεηλάτησαν τους κατοίκους… Η δυσαρέσκεια και η εχθρότητα των Μαυρομιχαλαίων στον Κυβερνήτη οφειλόταν στην κατάργηση των προνομίων που είχαν στους δασμούς και τη φορολογία κατά την τουρκική περίοδο ως ηγεμόνες της Μάνης. Ο Καποδίστριας, “αποφεύγων τον εμφύλιον πόλεμον”, για να επικρατήσει ηρεμία δεν άφησε να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του Ιωάννη Μαυρομιχάλη. Τον Δεκέμβριο του 1830 ξέσπασαν στο Λιμένι ταραχές, διώχθηκε βίαια ο έκτακτος Επίτροπος Κορνήλιος και οι Μανιάτες ετοιμάζονταν να προχωρήσουν με στασιαστικές διαθέσεις στο Ναύπλιο…»2.

γ. Η ανταρσία των εμπόρων της Ερμούπολης Σύρου (1830)

Η Σύρος ήταν το μεγαλύτερο εμπορικό λιμάνι της εποχής εκείνης, με αναπτυγμένη οικονομία. Ο Καποδίστριας έστειλε το 1830 τρία νομοσχέδια στον τότε επίτροπο της Σύρου, τα οποία αφορούσαν την άρχουσα τάξη του νησιού. Το πρώτο νομοσχέδιο διαχώριζε τους εμπόρους από τους μεσίτες, το δεύτερο επέβαλλε φορολογία σε όσους έκαναν εξωτερικό εμπόριο και το τρίτο χώριζε τους εμπόρους σε τάξεις και επέβαλλε υποχρεώσεις και κανόνες σε όσους ασκούσαν εσωτερικό εμπόριο. Το περιεχόμενό τους προκάλεσε την οργή των κατοίκων. Ο Ιωάννης Περίδης έδωσε το σύνθημα της αντίδρασης φωνάζοντας: «Άπαξ συνετρίψαμεν τας αλύσους του Σουλτάνου, νέας αλύσους δεν δεχόμεθα. Ουδείς έλαβε εντολήν από το έθνος να μας υποβάλη εις ζυγόν».

Ο λαός της Σύρου πραγματοποίησε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στους δρόμους της πόλης. Οι πρωταίτιοι της στάσης συνελήφθησαν, φυλακίσθηκαν αλλά τελικά αθωώθηκαν3.

Η φορολογία στην εποχή του βασιλιά Όθωνα (1832-1862)

α. Γενικά – Φόρος της δεκάτης

«Την φορολογικήν πολιτικήν επί των γεωργικών προϊόντων της Οθωνείου εποχής διακρίνουσι τέσσαρα τινά: α) διατήρησις κατ’ αρχήν της φορολογίας της δεκάτης και βραδεία ελάττωσις αυτής και περιορισμός των εφ’ ων επεβάλλετο προϊόντων, έτι δε βελτίωσις της φορολογικής διαδικασίας, [Ο εκ των πρώτων καθηγητών του Οθωνείου Πανεπιστημίου, καθηγητής της Πλουτολογίας (Πολιτικής Οικονομίας) Ιωάννης Σούτσος (1804 – 1890), αντί της δεκάτης συνηγορεί υπέρ στρεμματικής φορολογίας], β) εισαγωγή της στρεμματικής φορολογίας, γ) εισαγωγή της εις τα τελωνεία πληρωνομένης κατά την εξαγωγήν ή μεταφοράν εγγείου φορολογίας, και

δ) κατάργησις των εξαγωγικών δασμών. Επί πλέον εισήχθησαν φόροι τινές ως ο φόρος των μελισσίων, εισπραττόμενος δι’ ενοικιάσεως…

Σταθμόν διά την έγγειον φορολογίαν απετέλεσε το έτος 1841. Τα παράπονα κατά της δεκάτης, η ανάγκη του Δημοσίου ταμείου να έχη πρόχειρα τα μέσα, η μίμησις, ίσως, του εν τω Ιονίω Κράτει αδιαμαρτυρήτως ισχύοντος συστήματος της φορολογίας των Γεωργικών προϊόντων (Σταφίδος λ.χ.) κατά την εξαγωγήν, ώθησαν εις την εισαγωγήν του συστήματος της εις τα Τελωνεία πληρωμής εγγείων τινων φόρων. Κορινθιακής σταφίδος, Λεμονίων Τροιζηνίας, Μετάξης, των ξηρών σύκων, των εσπεριδοειδών…»1.

Στο διάταγμα «Περί της φορολογίας των προϊόντων της γης διά το έτος 1835» (ΕτΚ αρ. 15, 11/5/1835), ορίζονταν μεταξύ άλλων τα εξής: «Άρθρο 6: Ο έγγειος φόρος προσδιορίζεται δέκα τοις εκατόν, εφ’ όλων των προϊόντων της γης… Το ποσόν του φόρου της επικαρπίας προσδιορίζεται εις: α. 15 τοις εκατόν επί του ακαθαρίστου εισοδήματος όλων των προϊόντων των εθνικών γαιών. […] Άρθρο 28: Όταν ο φορολογούμενος θερίζη, συλλέγη, ή συγκομίζη κρυφίως τα εις φορολογίαν υποκείμενα προϊόντα, και ζητή οπωσδήποτε ν’ αποφύγη την πληρωμήν του φόρου, τότε υποχρεούται να πληρώση το τριπλάσιον του νομίμου φόρου. Εξ εναντίας οφείλει και ο ενοικιαστής να παρευρεθή επιτοπίως εν καιρώ, αλλ’ ο φορολογούμενος υποχρεούται να τον ειδοποιήση τρεις ημέρας πριν της ενάρξεως του θέρους, ή της καρπολογίας…»

β. Φόρος επιτηδευματιών (1836)

Στο διάταγμα «Περί φόρων επί των επιτηδευμάτων» (ΕτΚ αρ. 34, 15/7/1836) ορίζονταν μεταξύ άλλων τα εξής: «Θεωρούντες την ανάγκην του να εξισάσωμεν τα εισοδήματα του κράτους με τα αναπόφευκτα αυτού έξοδα, επιθυμούντες να διανέμωνται οι φόροι εξίσου εις όλους τους υπηκόους […] Άρθρον 3: Όλαι αι χειροτεχνίαι ή επιτηδεύματα υπόκεινται εις ετήσιον φόρον της αδείας 5 τοις εκατόν επί του κέρδους εκάστου επιτηδεύματος, αφαιρουμένου πρώτον του ενοικίου του εργαστηρίου. […] Περί εκτιμήσεως του εκ των επιτηδευμάτων κέρδους, και κατατάξεως των βιομηχάνων εις κλάσεις. Άρθρον 8: …Η εκτίμησις γίνεται κατά κοινότητας, και χειροτεχνίας ή επιτηδεύματα, τουτέστιν όλοι όσοι μετέρχονται εν και το αυτό έργον σημειώνονται εις μίαν και την αυτήν στήλην εις τον κατάλογον».

γ. Φόρος χαρτοσήμου (1836)

«Ο βαυαρός νομοθέτης διά του νόμου της 14 Αυγούστου 1836 περί τελών χαρτοσήμου εισήγαγεν εν Ελλάδι το ενιαίον σύστημα των τελών χαρτοσήμου, ο δε νόμος εκείνος επέζησεν επί μακρά έτη (σ.σ.: έως το 1887), ως εν των επιτυχεστέρων μνημείων της βαυαρικής νομοθεσίας»4.

Στο νομό «Περί χαρτοσήμου» (ΕτΚ αρ. 42, 15/8/1836) ορίζονταν μεταξύ άλλων τα εξής: «Γνωρίσαντες την ανάγκην να αυξήσωμεν τα εισοδήματα του κράτους, διά να απαντήσωμεν τα αναπόφευκτα έξοδά του, και επιθυμούντες ταυτοχρόνως να κατορθώσωμεν την όσον το δυνατόν ίσην διανομήν των φόρων, διά να μην επιβαρύνωνται μόναι αι κλάσεις των γεωργών και των ποιμένων, θέλοντες προσέτι να εμποδίσωμεν τας καταχρήσεις, τας οποίας απέφερεν η είσπραξις των μέχρι τούδε εν χρήσει δικαστικών, συμβολαιογραφικών, διοικητικών και των υποθηκών διατιμήσεων προς βλάβην του δημοσίου, και της δικαστικής υπηρεσίας […] Άρθ. 1: Από της ημέρας της ενάρξεως του παρόντος νόμου, καταργούνται όλαι αι δικαστικαί, συμβολαιογραφικαί, διοικητικαί και των υποθηκών διατιμήσεις, και όλα τα άλλα δικαιώματα, τα οποία ελαμβάνοντο μέχρι τούδε διά καταχωρήσεις, εγγραφάς, επικυρώσεις εγγράφων και πράξεων προς όφελος του δημοσίου ταμείου, ή διαφόρων υπαλλήλων και δημοσίων υπηρεσιών. Άρθ. 2: Αντί των δικαιωμάτων τούτων εισάγεται εις γενικός φόρος υπό το όνομα χαρτόσημον…»

δ. Ο φόρος επί των οικοδομών (1836)

Στο διάταγμα «Περί του επί των οικοδομών φόρου» (ΕτΚ αρ. 40, 7/8/1836), ορίζονταν μεταξύ άλλων τα εξής: «Θεωρούντες την ανάγκην του να φέρωμεν εις την ενδεχομένην ισορροπίαν τα δημόσια εισοδήματα με τα άφευκτα έξοδα της επικρατείας, […] Άρθρ. 1: Ο διά του ψηφίσματος από 4 Φεβρουαρ. 1830 άρθρ. 3 αριθ. 2 και 3 εισαχθείς επιτόπιος επί των οικοδομών φόρος καταργείται διά του παρόντος από την 1 Ιανουαρίου 1836. […] Άρθρ. 3: Εις τον επί των οικοδομών φόρον υπόκεινται μόνον: α) Δι’ ολοκλήρως ή κατά μέρος ενοικιασμένας οικοδομαί, β) Τα μη ενοικιασμένα μέρη μιας οικοδομής, εις τα οποία ο ιδιοκτήτης μετέρχεται οποιονδήποτε κλάδον βιομηχανίας. […] Άρθρ. 4: Ο επί των οικοδομών φόρος προσδιορίζεται 7 τοις εκατόν επί του εισοδήματος».

ε. Διαπύλια τέλη (1847) και διόδια (1842)

Διαπύλια τέλη

Το έτος 1847, με το νόμο 68/1847 «Περί δημοτικών φόρων», καθιερώθηκαν τα περίφημα «διαπύλια τέλη». Μια μορφή έμμεσης φορολογίας, η οποία επιβάλλονταν από τις δημοτικές αρχές στα προϊόντα που εισάγονταν στην περιοχή τους από άλλες περιοχές της επικράτειας. Δημοτικοί εισπράκτορες ήταν στημένοι στις εισόδους των πόλεων και εισέπρατταν φόρο στα εισερχόμενα υποζύγια τα οποία μετέφεραν εμπορεύματα. Όπως ήταν ευνόητο, η επιβολή του φόρου προκαλούσε αντιδράσεις. Δημοσιεύματα και επώνυμες καταγγελίες για υπερβάσεις των αποφάσεων εκ μέρους των δημοτικών εισπρακτόρων συναντάμε τη δεκαετία του 1850, αργότερα δε ακόμη και βιαιοπραγίες καταγράφονται εναντίον αγροτών που προσπαθούσαν να εισάγουν τα προϊόντα τους προς πώληση5.

Ο φόρος αυτός, ενώ επέτρεπε τη χρηματοδότηση των δήμων, ουσιαστικά αναιρούσε τον ενιαίο χαρακτήρα του ελληνικού οικονομικού χώρου, δημιουργώντας προβλήματα στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς.

Τα πρώτα διόδια στην οδό Πειραιώς (1842). Στο διάταγμα: «Περί διοδίων επί της εξ Αθηνών εις Πειραιά οδού» (ΕτΚ αρ. 15, 6/7/1842), ορίζονταν μεταξύ άλλων τα εξής: «…περί επιβολής διοδίων επί της εξ Αθηνών εις Πειραιά αγούσης δημοτικής λιθοστρώτου οδού προς απάντησιν των διά την διατήρησιν αυτής απαιτουμένων εξόδων. …Τα διόδια ταύτα προσδιορίζονται εις πέντε λεπτά εφ’ εκάστου ζώου. …υποβαλλόμενα εις την πληρωμήν των διοδίων ζώα είναι οι χρήσιμοι εις ιππασίαν ίπποι, τα υποζύγια και παν είδος φορτηγού ζώου μεταβαίνοντος από Αθηνών εις Πειραιά ή από Πειραιώς εις Αθήνας…»

Προσωπική εργασία (1852) . Στον Νόμο Σς’ «Περί προσωπικής εργασίας» (ΕτΚ αρ. 39, 6/9/1852), ορίζονταν μεταξύ άλλων τα εξής: «…Άρθρ. 14: Πας δημότης και κάτοικος μη εγγεγραμμένος εις δήμον του Κράτους και έχων ηλικίαν 18 ετών και επέκεινα, οφείλει να εργασθή εις την οδοποιίαν εν γένει επί δώδεκα ημέρας το πολύ κατ’ έτος… Άρθρ. 17: Η εργασία χορηγείται ή προσωπικώς ήδιά χρημάτων, κατ’ εκλογήν του οφείλοντος αυτή».

Διόδια (1858). Με τον νόμο 269/1868 «Περί οδοποιίας» (ΕτΚ αρ. 5, 17/1/1858) καθιερώνονται επιπλέον και τέλη διοδίων με σκοπό τη χρηματοδότηση επισκευών και συντήρησης των δημοσίων οδών. Οι τιμές των διοδίων είχαν ως εξής:

στ. Ίδρυση Οικονομικών Εφοριών (1854)

Το 1845 καταργήθηκαν οι «Οικονομικές Επιτροπείες» που είχαν ιδρυθεί με Διάταγμα (ΕτΚ αρ. 15, 13/4/1833) και ιδρυθήκαν οι Οικονομικές Εφορίες: 7 α’ τάξεως, 13 β’ τάξεως και 19 γ’ τάξεως (ΕτΚ αρ. 13 – 19/5/1845). Ο νόμος όμως περιέπεσε σε αδράνεια. Ο πραγματικός λόγος της αδυναμίας εφαρμογής πρέπει να αναζητηθεί στην αρμοδιότητα περί πλήρους ελέγχου της εθνικής γης εκ μέρους των εφόρων.

Το 1854 με το νόμο «Περί Εφοριών» (ΕτΚ αρ. 36, 29/12/1854) ιδρύθηκαν σε όλη την επικράτεια 43 οικονομικές εφορίες (α’, β’, γ’ και δ’ τάξεως), οι οποίες σχεδόν αντιστοιχούσαν σε ισάριθμες επαρχίες. Το 1858, η βασίλισσα Αμαλία θα υπογράψει το «Καθηκοντολόγιο» (ΕτΚ αρ. 22, 3/7/1858) των εφόρων και των υπαλλήλων των εφοριών, το οποίο δεν είχε συμπεριληφθεί στον νόμο.

Η εποχή του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου (1862-1882)

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος (1815-1883), διετέλεσε 10 φορές πρωθυπουργός και 18 φορές υπουργός. Υπήρξε σφοδρός πολέμιος του θρόνου. Στις 2 Μαρτίου 1865 ανέλαβε για πρώτη φορά την πρωθυπουργία, συσπειρώνοντας στο κόμμα του («Κουμουνδουρικό») φερέλπιδες πολιτικούς, όπως ο Χαρίλαος Τρικούπης και ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, με τους οποίους αργότερα ήρθε σε σύγκρουση. Το 1882 αποσύρθηκε από την πολιτική6.

α. Τα «εθνικά κτήματα» και η αγροτική μεταρρύθμιση (1871)

Εθνικά κτήματα ή εθνικές γαίες είναι οι κτηματικές περιουσίες Οθωμανών που περιήλθαν στον έλεγχο του ελληνικού κράτους (μετά την Επανάσταση). Τον Μάρτιο του 1871, ο Κουμουνδούρος, με υπουργό τον Σωτηρόπουλο, πέτυχε την ψήφιση νόμου, με αποτέλεσμα να διανεμηθούν 2.650.000 στρέμματα σε 357.217 κλήρους. Οι μικροί ιδιοκτήτες καλλιεργητές επιδόθηκαν, όπως ήταν φυσικό, στις πιο κερδοφόρες καλλιέργειες και ιδιαίτερα σε εκείνες που προορίζονταν για εξαγωγή. Οι αγαθές για την οικονομία επιπτώσεις υπήρξαν άμεσες. Από τη μια πλευρά παρατηρήθηκε ραγδαία εισροή ξένου συναλλάγματος και από την άλλη τα έσοδα του Δημοσίου από τους τελωνειακούς δασμούς εξαγωγής πολλαπλασιάστηκαν7.

β. Η φορολόγηση για πρώτη φορά των ανωνύμων εταιρειών (1877)

«Εις την Ελλάδα η πρώτη φορολογία των κινητών αξιών λαμβάνει χώραν το 1877 επί υπουργού των Οικονομικών Γ. Δεληγιώργη. Και παρ’ ημίν ησκήθη μεγάλη αντίδρασις κατά της φορολογήσεως του κινητού πλούτου. Εάν φυλλομετρήση τις τα πρακτικά των τότε συνεδριάσεων της Βουλής παρατηρεί ότι μερίς βουλευτών κατεπολέμησε το εν λόγω νομοσχέδιον επί τω λόγω ότι διά του νομοσχεδίου τούτου “θα φορολογηθώσιν αι χήραι και τα ορφανά καθώς και οι πτωχοί συνταξιούχοι”. Το επιχείρημα εκ πρώτης όψεως φαίνεται περίεργον και εν μέρει ακατανότητον. Την γνώμην ταύτην, εβάσιζον ίσως οι υποστηρίζοντες εις το ότι οι διάφοροι συνταξιούχοι της εποχής εκείνης μετέτρεπον τας αποταμιεύσεις των εις μετοχάς τραπεζιτικάς ιδία και συνεπώς θα εφορολογούντο ως μέτοχοι. …Τουναντίον μία ετέρα μερίς εζήτει την βαρυτέραν φορολόγησιν προτείνουσα όπως ο φορολογικός συντελεστής ορισθή εις 10%…»8.

Στο Νόμο ΧΚ’/1877 (ΕτΚ αρ. 42, 23/6/1877), ορίζονταν μεταξύ άλλων τα εξής: «Άρθρον 2: Επιβάλλεται φόρος δύο τοις εκατόν επί των ετησίων καθαρών κερδών των ανωνύμων μετοχικών εταιρειών. Ο φόρος ούτος λογίζεται επί του ολικού ποσού, όπερ η εταιρεία διανέμει εις τους μετόχους αυτής κατά τους ισολογισμούς της, και πληρώνεται εντός μηνός από της εκδόσεως αυτών. Πάσα διά μετοχών ανώνυμος εταιρεία οφείλει να συντάττη άπαξ τουλάχιστον κατ’ έτος ισολογισμόν των εργασιών …Εάν η εταιρεία δεν εκδώση εντός του έτους ισολογισμόν, ο Υπουργός των Οικονομικών έχει το δικαίωμα να ορίση το εικαζόμενον κέρδος αυτής…»

Η εποχή του Χαρίλαου Τρικούπη (1882-1893)

Το 1881 ήταν μία χρονιά ορόσημο για την Ελλάδα, καθώς προσαρτήθηκαν στη χώρα μας η Θεσσαλία και τμήμα της Ηπείρου ώς την Άρτα. Είχε προηγηθεί η ενσωμάτωση των Επτανήσων στην Ελλάδα (1864).

Στις 27 Απριλίου 1875 ο Χαρίλαος Τρικούπης (1832-1896) γίνεται για πρώτη φορά πρωθυπουργός. Τα επόμενα 20 χρόνια θα είναι ο κυρίαρχος στο πολιτικό σκηνικό. Μεγάλοι του αντίπαλοι θα είναι αρχικά ο πολιτικός του μέντορας Αλέξανδρος Κουμουνδούρος και στη συνέχεια ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης.

Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του θα θέσει σε εφαρμογή ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα στους τομείς της γεωργίας, της φορολογίας και της άμυνας, καθώς και ένα πολυδάπανο πρόγραμμα έργων υποδομής, το οποίο περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία σιδηροδρομικού δικτύου και τη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου.

Η αύξηση των φόρων που επέβαλε στον καπνό και το φωτιστικό πετρέλαιο προκάλεσαν λαϊκές αντιδράσεις και απέκτησε το προσωνύμιο «Πετρέλαιος».

Αντί αναθεώρησης του απαρχαιωμένου φορολογικού συστήματος και επιβολής φορολογίας στους, κατά τον καθηγητή Ιωάννη Σούτσο, «μηδόλως φορολογουμένους» –ένα στρώμα εύπορων αστών, που συμπεριλάμβανε ανώνυμες εταιρείες και τραπεζικά ιδρύματα– συνάφθηκαν μεταξύ 1879 και 1890 επτά εξωτερικά δάνεια ονομαστικής αξίας 630 εκατ. δρχ.

α. Ο φόρος επί αροτριώντων ζώων (1880)

Το 1880 καταργήθηκε ο φόρος της δεκάτης (ο φόρος αυτός, σε συνδυασμό με το ενοίκιο που όφειλαν οι καλλιεργητές των εθνικών γαιών στο κράτος-ιδιοκτήτη, συνέθεταν μια επιβάρυνση σχεδόν 25% –10% και 15%– επί της ακαθάριστης παραγωγής) στα σιτηρά, όχι όμως και στην ελαιοπαραγωγή, και αντικαταστάθηκε από τον «φόρο επί των αροτριώντων κτηνών» (Νόμος 810, ΕτΚ αρ. 34, 16/4/1880). Ο φόρος αυτός επιβάρυνε αποκλειστικά και μόνο τους κατόχους των ζώων που εργάζονταν για την αροτρίωση της γης. Η φορολόγηση επιτυγχανόταν μέσω μιας κλίμακας ανάλογα με τη μέση ακαθάριστη παραγωγή δημητριακών κάθε χωριού. Στις συνεδριάσεις της Βουλής, εκείνης της εποχής, για την αντικατάσταση της «δεκάτης» είχαν προταθεί και: α) η στρεμματική φορολογία και β) η διανεμητική φορολογία (προσδιορισμός από το υπ. Οικονομικών εκ των προτέρων των φόρων που έπρεπε να εισπραχθούν και διανομή του ποσού σε επαρχίες – δήμους – χωριά).

Το 1892 έγινε κωδικοποίηση των φόρων της γεωργικής παραγωγής (Νόμος ΒΠ’, «Περί φορολογίας των προϊόντων της γης και των ζώων», ΕτΚ αρ. 274, 9/8/1892)

Εκτός του φόρου των «αροτριώντων κτηνών» προβλέπονταν οι εξής φορολογίες: Φορολογία των περιβολίων / Περί του εγγείου φόρου επί των βοσκήσιμων γαιών / Φορολογία του ελαίου και των ελαιών / Φορολογία του οίνου / Περί φορολογίας της σταφίδος, των σύκων και των κουκουλίων / Περί του φόρου των δασικών προϊόντων / Φορολογία των ζώων εν γένει / Περί φορολογίας των Επτανησιακών προϊόντων / Περί φορολογίας των Λακωνικών προϊόντων / Περί του φόρου επί των δημητριακών καρπών και του οίνου Θήρας και Θηρασίας.

β. Η φορολογία των τσιγάρων

Ο Τρικούπης επέβαλε υψηλή φορολογία στον καπνό (τα δέκα δράμια καπνού δεν κόστιζαν πλέον μια πεντάρα, αλλά εικοσιπέντε λεπτά) και για να ελέγξει τη λαθρεμπορία το κράτος απέκτησε το μονοπώλιο στην πώληση του τσιγαρόχαρτου. Η διάθεσή τους γινόταν μόνο στα δημόσια καπνοκοπτήρια και αντιστοιχούσαν στην ποσότητα του καπνού που πωλούνταν. Οι αποφάσεις αυτές προκάλεσαν κοινωνική αναστάτωση10.

γ. Η προσπάθεια αντικατάστασης των «διαπυλίων τελών»

Μεγάλη αντίδραση και σοβαρά επεισόδια προκάλεσε η εξαγγελία του Χαρίλαου Τρικούπη περί κατάργησης των αναχρονιστικών «διαπυλίων τελών». Κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο το οποίο καταργούσε μεν τα «διαπύλια», αντικαθιστούσε όμως το έσοδο των δήμων με πρόσθετο φόρο στα ακίνητα και τα τελωνεία.

Οι ιδιοκτήτες συγκεντρώνονταν στην Ομόνοια κραυγάζοντας εναντίον της φορολογικής μεταρρύθμισης και αναστατώνοντας την πολιτική και την κοινωνική ζωή της χώρας. Σημειωτέον ότι στο κεντρικό συλλαλητήριο συμμετείχε και ο πρίγκιπας, αργότερα βασιλιάς, Κωνσταντίνος. Νεότερη προσπάθεια για κατάργηση των «διαπυλίων» από τον Γ. Θεοτόκη στα τέλη του 19ου αιώνα είχε την ίδια τύχη… Τα «διαπύλια» τελικά καταργήθηκαν το 19495.

δ. Νέος νόμος «Περί τελών χαρτοσήμου» (1887)

«…Επί των θεμελίων δε του αυτού μνημείου [Νόμος «περί τελών χαρτοσήμου» του 1836] ανήγειρεν ο νεώτερος νομοθέτης το οικοδόμημα αυτού […] Ο νόμος του 1887 συνετέλεσε μεγάλως εις την αύξησιν των εκ τελών χαρτοσήμου εισπράξεων, αίτινες, ανέλθουσαι εν έτει 1887 εις δρ. 8.500.000, ανεβιβάσθησαν εν έτει 1889 εις δρ. 9.700.00, ανυψωθείσαι εις ποσόν ανώτερον των 13 εκατομμυρίων καθ’ έκαστον των τελευταίων ετών»4. Ο νόμος (ΑΧΚΕ’) της 30/12/1887 δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ αρ. 2, 4/1/1888.

Το χρεοστάσιο και ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1893-1908)

Η πρωτόγονη οικονομία της εποχής του δεν θα αντέξει το φιλόδοξο πρόγραμμα του Τρικούπη. Ο ίδιος θα προκαλέσει μεγάλη δυσαρέσκεια στον λαό, λόγω της φορολογικής του πολιτικής. «Τελικά, η χώρα δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει τα δυσβάστακτα χρέη της. Η Βουλή κηρύσσει χρεοστάσιο το 1893 και ο Τρικούπης, συνοψίζοντας το οικονομικό δράμα της Ελλάδας, αναφωνεί στις 10 Δεκεμβρίου: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν!»

Ακολούθησε ο «ατυχής» ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, κατέληξε σε ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία και στην υποβολή σε Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, που ανάλαβε τη διαχείριση βασικών κρατικών εσόδων (μονοπώλια αλατιού, φωτιστικού πετρελαίου, σπίρτων, παιγνιοχάρτων, χαρτιού σιγαρέτων, έσοδα σμύριδας, φόρος καπνού, λιμενικά δικαιώματα Πειραιά, φόρος χαρτοσήμου).

α. Απόπειρες επιβολής φόρου στους αγάμους

Τουλάχιστον τρεις φορές στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους –πριν ή μετά τις πτωχεύσεις του 1893 και του 1932– επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς να επιβληθεί φορολογία στους άγαμους άνδρες. Η δικαιολογία ήταν ότι οι παντρεμένοι πληρώνουν περισσότερους φόρους, άμεσους ή έμμεσους, λόγω των αναγκών που δημιουργούσε η οικογένειά τους. Τέτοια φορολογία όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

β. Η φορολογία των σκύλων (1899)

Με τον νόμο ΒΦΟΘ’ «περί φορολογίας των ζώων» (ΕτΚ αρ. 107, 10/6/1899) επιβλήθηκε φόρος και στους σκύλους, ως εξής:

[Σημειώνεται ότι η εφημερίδα την εποχή εκείνη ετιμάτο 5 λεπτά]

Ο νόμος αποδείχτηκε προβληματικός, δεδομένου ότι ήταν δυσχερής η διάκριση των σκύλων σε διάφορες κατηγορίες (πολυτελείας, ποιμενικούς κ.ά.), ώστε να καθοριστεί το ύψος του φόρου που αναλογούσε στην καθεμιά από τις παραπάνω κατηγορίες. Γι’ αυτό το υπουργείο των Οικονομικών έστελνε συνεχώς ερμηνευτικές εγκυκλίους.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες κατασκεύασαν ειδικές μικρές μεταλλικές και αριθμημένες κονκάρδες, οι οποίες τοποθετούνταν στα περιλαίμια των σκύλων. Όσοι δεν έφεραν τέτοιες κονκάρδες θεωρούντο χωρίς ταυτότητα, αδέσποτοι και παράνομοι και διώκονταν από τη δημοτική αστυνομία και τον φοβερό μπόγια. Ο τελευταίος, χρησιμοποιώντας ένα κάρο που είχε μετατραπεί σε κλούβα, συλλάμβανε τα ζωντανά και τα οδηγούσε σε οικόπεδο πίσω από το Γκάζι, όπου και τα θανάτωνε «δι’ ιδιαιτέρου μηχανήματος» (ένας πρωτόγονος φούρνος) όπου τα ζωντανά έβρισκαν φρικτό θάνατο.

Παρά τις «φιλότιμες» προσπάθειες του υπουργείου των Οικονομικών να γεμίσει τα κρατικά ταμεία με τη φορολόγηση των σκύλων, ο νόμος δεν απέδωσε τα αναμενόμενα έσοδα11.

Η φορολογική μεταρρύθμιση του Ελευθέριου Βενιζέλου (1909-1919)

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936), ο μεγαλύτερος πολιτικός της νεότερης Ελλάδας, δέσποσε στην πολιτική ζωή της χώρας από το 1910 έως το 1936. Η πολιτική του δράση προκάλεσε εντονότατα πάθη για πολλά χρόνια, τα οποία και αποτυπώνονται στις έννοιες «βενιζελισμός» και «αντιβενιζελισμός». Διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, συνολικά επί δώδεκα χρόνια και πέντε μήνες.

Φορολογία εισοδήματος και κινητών αξιών (1909)

Το 1909, με τον νόμο 3393, καθιερώθηκε ο γενικός φόρος επί του πραγματικού καθαρού εισοδήματος, με προοδευτική φορολογία από 3% έως 7%, επί του καθαρού εισοδήματος.

«…Διά του νόμου τούτου επεβάλλετο γενικός φόρος εισοδήματος επί πάντων των πραγματοποιούντων καθαράν πρόσοδον. Ως προς τας ανωνύμους εταιρείας ως φορολογητέα πρόσοδος εθεωρείτο το σύνολον των πραγματοποιουμένων κερδών. …Η επελθούσα τροποποίησις, ως προς τας ανωνύμους εταιρείας έναντι του αρχικού νόμου, έγκειται εις το ότι ως φορολογητέα πρόσοδος δεν νοείται, ως μέχρι τούδε συνέβαινε, το διανεμόμενον μόνον μέρισμα, αλλά το σύνολον των καθαρών κερδών, ανεξαρτήτως διανομής ή μη. …Τέλος μεταβιβάσεως: Διά του νόμου 3393 (1909) επιβάλλεται, το πρώτον παρ’ ημίν το τέλος μεταβιβάσεως επί των κινητών αξιών12…»

Επιβολή φόρου στα έκτακτα κέρδη που είχαν προκύψει κατά την περίοδο των πολέμων

«Διά της επιβολής της φορολογίας των εκτάκτων κερδών (Ν. 1043, 9/11/1917) …σκοπείται όπως επέλθη δικαιοσύνη εις τα βάρη της πολιτείας, ήτις αξιοί όπως συμμετάσχη εις τα έκτακτα εκείνα κέρδη, των οποίων η παραγωγή δεν οφείλεται μόνον εις την προσωπικήν επέμβασιν του επιχειρηματίου, αλλ’ είναι αποτέλεσμα της γενικής οικονομικής διαταραχής, την οποίαν εκληροδότησεν ο παγκόσμιος πόλεμος.

Η φορολογία των εκτάκτων κερδών επεβλήθη με αναδρομικήν ισχύν διά τα από του 1915 και εφεξής πραγματοποιηθέντα κέρδη. Μεταξύ των εις την φορολογίαν ταύτην υποκειμένων, συμπεριλαμβάνεται και η ανώνυμος εταιρεία διά το σύνολον των υπ’ αυτής πραγματοποιηθέντων κερδών12 …»

Η φορολογική μεταρρύθμιση του 1919

«Η από του 1909 αρχομένη περίοδος αποτελεί διά την Ελλάδα εποχήν εθνικής αφυπνίσεως. Στάδιον αναδημιουργίας άρχεται τον Αύγουστον του 1909, υπό την ώθηση στρατιωτικού κινήματος. Οι νικηφόροι πόλεμοι του 1912 και 1913… απελευθερούσι νέας επαρχίας, των οποίων η προσάρτησις διπλασιάζει την έκτασιν του εθνικού εδάφους… Ο αριθμός των άμεσων φόρων κατά την στιγμήν της μεταρρυθμίσεως του 1919 ήτο μέγας …Η νομοθεσία του 1919 ηθέλησε να απαλλάξη τον ελληνικόν λαόν από της αταξίας και των αδικιών, ας περιείχε το «μωσαϊκόν» της αμέσου φορολογίας…»12.

Η ιστορία της σύγχρονης ελληνικής φορολογικής πολιτικής αρχίζει ουσιαστικά το 1919 και βασίστηκε σε τρεις νόμους: α) περί φορολογίας των καθαρών εισοδημάτων, (νόμος 1640, ΕτΚ αρ. 4, 9/1/1919), β) περί φορολογίας των κληρονομιών, δωρεών προικών και κερδών λαχείων (νόμος 1641, ΕτΚ αρ. 4, 9/1/1919), γ) περί φορολογίας της αυτομάτου υπερτιμήσεως της ακίνητου ιδιοκτησίας (νόμος 1642, ΕτΚ αρ. 12, 19/1/1919).

Τα εισοδήματα κατατάσσονταν σε επτά φορολογητέες κατηγορίες: Α’ εξ οικοδομών, Β’ εκ γαιών, Γ’ εκ κινητών αξίων, Δ’ εξ εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων, Ε’ εκ γεωργικών επιχειρήσεων, ΣΤ’ εκ μισθωτών υπηρεσιών, Ζ’ εκ υπηρεσιών ελευθέριων επαγγελματιών.

Σε πρώτη φάση για τον υπολογισμό του φόρου σε κάθε μία εφαρμοζόταν ένας ενιαίος φορολογικός συντελεστής επί των καθαρών εισοδημάτων, ανεξαρτήτως του ύψους του εισοδήματος. Ανά πηγή ο συντελεστής φορολογίας είχε ως εξής: Α’ = 12%, Β’ = 10%, Γ’ = 8%, Δ’ = 6%, Ε’ = 6%, ΣΤ’ = 4%, Ζ’ = 4%.

Σε δεύτερη φάση όλα τα έσοδα από κάθε κατηγορία αθροίζονταν και φορολογούνταν με προοδευτικό φορολογικό συντελεστή («Συνθετικός συμπληρωματικός φόρος επί της συνολικής καθαράς προσόδου»).

Η κλίμακα του «Συνθετικού συμπληρωματικού φόρου» είχε ως εξής:

α) 5% επί του συνολικού ποσού μέχρι τις 100.000 δρχ. (με εκπτώσεις για ποσά έως 5.000 και από 5.001 έως 10.000 δρχ.), β) 10% επί του ποσού πέραν των 100.000 δρχ. (σημειώνεται ότι η εφημερίδα την εποχή εκείνη, ετιμάτο 10 λεπτά).

«Η φορολογία των καθαρών προσόδων απετέλεσε πράγματι μίαν θαυμαστήν προσπάθειαν εναρμονισμού του φορολογικού μας συστήματος προς τας νεωτέρας περί φορολογικής δικαιοσύνης αντιλήψεις»12.

Πηγές

1) Α. Δ. Σίδερι, «Η ιστορική εξέλιξις της γεωργικής μας φορολογίας », Αθήνα 1931.

2) Γιάννης Λεκκάκος : Άρθρο, «Η στάση στο Λιμένι το έτος 1830 ενάντια στη φορολογία και τους υπάλληλους της Διοίκησης – έγγραφο του Επισκόπου Λαγίας »

3) «Μηχανή του Χρόνου», http://www.mixanitouxronou.gr : «Το κίνημα της Σύρου κατά του Καποδίστρια. Η ανταρσία των εμπόρων της Ερμούπολης που αντέδρασαν στις μεταρρυθμίσεις και τη φορολογία του Κυβερνήτη»

4) Γ. Ν. Κοφινά : «Τέλη Χαρτοσήμου », Εν Αθήναις ( 1906 ), τυπογραφείον « Εστία».

5) Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς : Άρθρο, « Tα «διόδια των φόρων» στις εισόδους πόλεων. Οι αντιδράσεις από το χαράτσι που έριξαν τον Χαρίλαο Τρικούπη!»

6) https://www.sansimera.gr/biographies/229 : Αλέξανδρος Κουμουνδούρος – Βιογραφία.

7) Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, http://www.ime.gr/chronos/ : Ελληνική Ιστορία στο Διαδίκτυο.

8) Άγγελος Θ. Αγγελόπουλος : « Αι ανώνυμοι εταιρείαι εν Ελλάδι από οικονομικής και δημοσιονομικής απόψεως »,– «Αρχείο Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών», 1928 .

9) Καίτη Αρώνη- Τσίχλη και Λύντια Τρίχα (Επιμέλεια) : «Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η εποχή του» – Εκδόσεις Παπαζήση, 2000

10) «Μηχανή του Χρόνου», http://www.mixanitouxronou.gr : «Η σκληρή φορολογία των τσιγάρων από τον Τρικούπη που αύξησε τα έσοδα και το λαθρεμπόριο».

11) Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς – «Ο Μικρός Ρωμηός» : Άρθρο : «Η φορολόγηση των σκύλων και ο φρικτός θάνατος των αδέσποτων»

12) Αθανασίου Ι. Σμπαρούνη : « Ο φόρος εισοδήματος εν Ελλάδι », Αθήνα 1935.

……………………………

ΕτΚ = Εφημερίς της Κυβερνήσεως.

Η δυσαρέσκεια και η εχθρότητα των Μαυρομιχαλαίων στον Κυβερνήτη οφειλόταν στην κατάργηση των προνομίων που είχαν στους δασμούς και τη φορολογία κατά την τουρκική περίοδο ως ηγεμόνες της Μάνης. Ο Καποδίστριας, “αποφεύγων τον εμφύλιον πόλεμον”, για να επικρατήσει ηρεμία δεν άφησε να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του Ιωάννη Μαυρομιχάλη

Δημοτικοί εισπράκτορες ήταν στημένοι στις εισόδους των πόλεων και εισέπρατταν φόρο στα εισερχόμενα υποζύγια τα οποία μετέφεραν εμπορεύματα. Όπως ήταν ευνόητο, η επιβολή του φόρου προκαλούσε αντιδράσεις. Δημοσιεύματα και επώνυμες καταγγελίες για υπερβάσεις των αποφάσεων εκ μέρους των δημοτικών εισπρακτόρων.

Οι ιδιοκτήτες συγκεντρώνονταν στην Ομόνοια κραυγάζοντας εναντίον της φορολογικής μεταρρύθμισης και αναστατώνοντας την πολιτική και την κοινωνική ζωή της χώρας. Σημειωτέον ότι στο κεντρικό συλλαλητήριο συμμετείχε και ο πρίγκιπας, αργότερα βασιλιάς, Κωνσταντίνος.

Δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα» στις 22 Σεπτεμβρίου 1928. [ Πηγή: «Μηχανή του Χρόνου», http://www.mixanitouxronou.gr ]13

Ο Pixley πρώτος στις ΗΠΑ και μετά ο Dicksee άρχισαν να γράφουν ογκώδη συγγράμματα τα οποία ασχολούνταν με πιο προχωρημένα και εξειδικευμένα προβλήματα των εταιρικών λογαριασμών. Λίγο αργότε­ρα εφευρέθηκε η αθροιστική μηχανή, οι πίνακες με τους λογαρίθμους τέθηκαν δίπλα στο καθολικό, οι καταχωρίσεις στα λογιστικά βιβλία γίνονταν με τον δέοντα τρόπο, επιστημοσύνης