• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου, 2020

Η λογιστική και οι πτωχεύσεις χρεοκοπίες: Ποια είναι η πραγματική σχέση τους

Αναστασία Β. Φίλιου 
Δρ Λογιστικής, Τμήμα Λογιστικής – Χρηματοοικονομικής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το κλείσιμο των επιχειρήσεων1 για οποιαδήποτε αιτία συνιστά ένα «κανονικό» χαρακτηριστικό όλων των επιχειρηματικών τομέων όλων των οικονομιών. Η πεμπτουσία του καπιταλισμού είναι ο ανταγωνισμός για απόκτηση πλουτοπαραγωγικών πόρων, πελατών, προνομιακών τοποθεσιών, παραγωγικών στελεχών και αποδοτικού προσωπικού, φτηνού εργατικού και μέγιστου μετά φόρου κέρδους. Σε όλους τους ανταγωνισμούς υπάρχουν νικητές, επιβιώνοντες και χαμένοι. Στον κόσμο των επιχειρήσεων, οι χαμένοι θεωρούνται ότι απέτυχαν. Επομένως είναι μάλλον σοκαριστικό να γνωρίζουμε ότι δεν υφίστανται ευρέως αποδεκτές θεωρίες επιχειρηματικής αποτυχίας, είτε για μεγάλους εταιρικούς ομίλους είτε για ατομικούς επιχειρηματίες, για κατασκευαστές αυτοκινήτων ή για τραπεζίτες, για καφετέριες ή για συγκροτήματα ορυχείων εξόρυξης. Η δεσπόζουσα τάση στα οικονομικά μάς λέει ότι οι επιχειρήσεις αποτυγχάνουν όταν τα κόστη και τα έξοδα λειτουργίας τους συστηματικά και συνεχώς υπερβαίνουν τα έσοδα από πωλήσεις2 μέχρις ότου το αρχικό ίδιο κεφάλαιο αναλωθεί πλήρως. Εάν αυτό το κεφάλαιο υπεραναλωθεί, τοιουτοτρόπως υφίσταται ένα έλλειμμα στην καθαρή περιουσία επί του ισολογισμού. Αυτή η κατάσταση σημαίνει ότι η καθαρή θέση έχει καταστεί αρνητική. Μια τέτοια κατάσταση ορίζεται ως «οικονομική αφερεγγυότητα» (economic insolvency), έναντι της «νομικής», που καθορίζεται από την εκάστοτε νομοθεσία περί εταιρειών.

Το έναυσμα μιας επιχειρηματικής αποτυχίας είναι η απόφαση να κλείσει η επιχείρηση. Η επιχείρηση συνήθως θα συμμορφώνεται προς την προσδοκία των οικονομικών της επιβίωσης ότι οι συσσωρευμένες (αθροιστικά) ζημιές προκαλούν αποτυχία, όχι όμως πάντοτε. Κάποιες αποτυχίες οδηγούν την (προβληματική) επιχείρηση σε εξαγορά από κάποια άλλη έναντι φτηνού τιμήματος και τότε η επιχείρηση αυτή συνεχίζει ως μία ομαλά λειτουργούσα εκμετάλλευση, συνήθως με ένα μικρότερο επιχειρησιακό μόρφωμα. Κάποιες αποτυχίες προκαλούν το κράτος να πάρει πλειοψηφικό πακέτο ελέγχου ή να δώσει ένα μεγάλο δάνειο με ευνοϊκούς όρους, επειδή οι υπόλοιποι τομείς της εθνικής οικονομίας ή η κοινότητα που περιβάλλει την αποτυγχάνουσα επιχείρηση, εάν αυτή κλείσει οριστικά, θεωρείται πως αντιπροσωπεύει έναν μη αποδεκτού μεγέθους πολιτικό κίνδυνο για την κυβέρνηση. Συνήθως όμως οι επαναλαμβανόμενες ζημιές χρήσεων σωρευτικά οδηγούν τελικά, εφόσον συνεχίζονται για έναν αριθμό ετών στη σειρά, σε οριστική αποτυχία.

Όπως δεν υπάρχει γενική θεωρία για την επιτυχία των επιχειρήσεων, έτσι δεν υπάρχει γενική θεωρία για την αποτυχία των επιχειρήσεων. Δοθέντος ότι η αποτυχία οφείλεται σε επαναλαμβανόμενες ζημιές, γιατί τότε αρκετά κερδοφόρες επιχειρήσεις αποτυγχάνουν κάποιες φορές; Στις περισσότερες των περιπτώσεων η απάντηση είναι –με έναν όρο– αφερεγγυότητα (insolvency)3, τεχνική αφερεγγυότητα (technical insolvency)4. Αυτό το είδος της αφερεγγυότητας ορίζεται ως έλλειψη δυνατότητας να εξοφλούνται χρέη και τοκοχρεωλυτικές ή άλλου είδους δόσεις στην ώρα τους. Ο λόγος για τον οποίο η τεχνική αφερεγγυότητα συχνά καταλήγει σε πτώχευση ενός εμπόρου και στο κλείσιμο μιας εταιρικής επιχείρησης είναι αυτός. Μη πληρωθέντες πιστωτές είναι διατεθειμένοι και σε θέση να διεκδικήσουν την απαίτησή τους διά μέσου των δικαστηρίων. Κάποιοι πιστωτές οι οποίοι ενάγουν χρεώστες θα επιβάλουν την αποπληρωμή όσων τους χρωστούν διά μέσου δικαστικής απόφασης, κατάσχοντας περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και πωλώντας τα. Εάν τα έσοδα από την αναγκαστική εκποίηση ύστερα από σχετική δικαστική απόφαση (execution) δεν αποφέρουν αρκετά χρήματα να εξοφληθούν οι πιστωτές πλήρως, τότε από το δικαστήριο μπορεί να ζητηθεί όπως διαλυθεί (οδηγηθεί σε εκκαθάριση) η εταιρεία και/ή κηρύξει πτωχευμένο τον ατομικό επιχειρηματία – έμπορο. Η πτώχευση δεν είναι μόνο η οικονομική και χρηματοπιστωτική (λογιστική) κατάσταση της αδυναμίας πληρωμών, δηλαδή του να είναι τεχνικώς αφερέγγυο το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αλλά επίσης είναι ένα νομικό καθεστώς του οποίου οι ποινές ποικίλλουν μεταξύ χωρών. Σε πολλές χώρες, οι πτωχευμένοι αποκλείονται από το δικαίωμα ψήφου, από την απόκτηση ή διατήρηση θέσης στο δημόσιο, από τη συμμετοχή στη διοίκηση οποιασδήποτε ανώνυμης εταιρείας και από τη λήψη οποιωνδήποτε δανείων από οποιονδήποτε δίχως τη ρητή έγκριση του σχετικού δικαστικού αξιωματούχου. Αυτό μπορεί να είναι κάτι καλύτερο από το να είναι κάποιος στη φυλακή, αλλά το να είναι αυτός πτωχευμένος δεν σημαίνει ότι είναι ένας ελεύθερος πολίτης. Μια τέτοια κατάσταση καθιστά τη λήψη πιστώσεων μετά την πτώχευση ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο. Οι φορολογικές αρχές, τα τελωνεία, μεγάλες εταιρείες πιστωτικών καρτών τείνουν να θέτουν σε καθεστώς πτώχευσης ανθρώπους και επιχειρήσεις που δεν πληρώνουν τα χρέη τους. Μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις προτιμούν να χρησιμοποιούν εισπράκτορες οφειλών (debt collectors), οι οποίοι θα κυρήττουν σε καθεστώς πτώχευσης σε περιπτώσεις όπου αυτοί θέλουν να κάνουν κάποιον παράδειγμα προς παραδειγματισμό άλλων.

Αν και δεν υφίσταται γενική θεωρία επιχειρησιακής αποτυχίας, υπάρχει ένα υπόδειγμα (μοντέλο) το οποίο είναι χρήσιμο για την κατανόηση κάποιων κοινών τροχιών – «διαδρομών» στην αποτυχία/πτώχευση. Το υπόδειγμα αυτό επινοήθηκε από τον John Argenti (1976) και περιγράφεται στο βιβλίο του «Corporate Collapse…». Σε αυτό, περιγράφει τρία είδη (τρεις τύπους) τροχιών, τα οποία διαφέρουν πολύ το ένα από τα άλλα.

Η μεγάλη πλειοψηφία των επιχειρησιακών αποτυχιών και πτωχεύσεων από έναν αριθμό επιχειρήσεων είναι το είδος (τύπος) ένα αποτυχίας. Αυτές οι αποτυχίες συμβαίνουν σε ατομικούς επιχειρηματίες, μικρές εταιρείες, προσωπικές εταιρείες και καταστήματα (μαγαζιά). Με τον τύπο ένα αποτυχιών γίνεται προφανές ότι θα συμβεί αποτυχία από την έναρξη της επιχειρησιακής δραστηριότητας. Αυτές οι επιχειρήσεις είναι στη λάθος τοποθεσία ή στη λάθος θέση στην αγορά. Ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να τηρεί λογιστικά βιβλία καταλλήλως και αυτός μπορεί να νομίζει ότι τα προσωπικά του έξοδα δεν διαφέρουν από τα έξοδα της επιχείρησής του, ιδιαίτερα όσον αφορά ταξίδια και διασκέδαση/αναψυχή. Συνήθως οι φορολογικές αρχές θα του δώσουν κάποια στιγμή ένα σκληρό μάθημα για την ανάγκη να διαχωρίζει τα δύο είδη εξόδων και να μην εντάσσει τις προσωπικές του δαπάνες στις φορολογικά εκπεστέες, ως εάν ήταν δαπάνες της επιχείρησής του. Ο επιτηδευματίας μπορεί να έχει κάνει ένα είδος επιχείρησης για το οποίο ειδικές ικανότητες, δικτύωση ή άδειες ήταν αναγκαία προαπαιτούμενα, δίχως όμως αυτός να τα έχει. Οποιαδήποτε από αυτές τις ελλείψεις συνιστά μειονέκτημα που οδηγεί σε αποτυχία. Δύο ή περισσότερα από αυτά τα μειονεκτήματα μπορούν σχεδόν να «εγγυηθούν» την έλευση της αποτυχίας. Η λογιστική είναι βασικός παράγοντας εν προκειμένω. Δίχως κατάλληλα αρχεία και βιβλία με ακριβή στοιχεία, ο ατομικός επιχειρηματίας δεν μπορεί να γνωρίζει την κατάσταση της επιχείρησης και χάνει έτσι έγκαιρα σήματα προειδοποίησης για την επερχόμενη χρηματοοικονομική καταστροφή. Πολλές μικρές επιχειρήσεις έχουν λογιστές για να τους κάνουν τις φορολογικές δηλώσεις κάθε χρόνο. Από τη στιγμή που μπορούν να καλύπτουν «άνετα» το έξοδο αυτό, αυτοί πρέπει να έχουν λογιστές να τηρούν τα βιβλία για πληροφόρηση πέρα από αυτή που απαιτείται για φορολογικούς σκοπούς.

Οι αποτυχίες του τύπου ένα είναι πάντοτε εντός βραχυχρόνιου σχετικά διαστήματος, σχεδόν πάντοτε σε λιγότερο από πέντε χρόνια αφότου ιδρύθηκε επισήμως η επιχείρηση και σχεδόν πάντοτε αυτές δεν εμφανίζουν κέρδη καθόλου, ή σίγουρα όχι αρκετά για να ζει από αυτά ο (οι) επιχειρηματίας ιδιοκτήτης (επιχειρηματίες συνιδιοκτήτες). Οποιοσδήποτε μπορεί να ξεκινήσει μια επιχείρηση. Οποιοσδήποτε μπορεί τότε να γίνει μια τύπου ένα αποτυχία. Οι τράπεζες θα δανείζουν σε μικρές επιχειρήσεις εάν ο ιδιοκτήτης ή οι ιδιοκτήτες τους δίνουν για εγγύηση (προς υποθήκευση ή προσημείωση) την κατοικία τους και άλλα περιουσιακά στοιχεία που κατέχουν και εφόσον αυτά αποτιμώνται αρκετά πάνω από το ποσό του δανείου. Τότε, όταν η επιχείρηση πτωχεύει, ο ιδιοκτήτης χάνει τα περιουσιακά του στοιχεία υπέρ της τράπεζας, η οποία τα πωλεί σε αποπληρωμή του ληφθέντος δανείου. Η κατοχή ενός τίτλου υποθήκης στα περιουσιακά στοιχεία των ιδιοκτητών της επιχείρησης δημιουργεί έναν ηθικής φύσεως κίνδυνο, αφού η τράπεζα μπορεί να δανείζει σε επιχειρήσεις τις οποίες γνωρίζει πως φέρουν μεγάλο κίνδυνο. Πιθανόν αυτή να αναλαμβάνει τον κίνδυνο της πτώχευσης εάν η αξία της εξασφάλισης που παίρνει για το δάνειο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό του δανείου. Επομένως, είναι λάθος να εξισώνεται η λήψη ενός τραπεζικού δανείου ή η απόκτηση δυνατότητας υπεραναλήψεων (overdraft) με κάλυψη οπισθογραφημένων αξιόγραφων προς την τράπεζα (bank endorsement) από την επιχείρηση του πιστολήπτη επιχειρηματία. Κάποιες φορές μάλιστα ισχύει ακριβώς το αντίθετο από τη μεταβίβαση αξιόγραφων δι’ οπισθογραφήσεως. Βέβαια, η τράπεζα, η οποία δίνει ένα δάνειο χωρίς εγγυήσεις – καλύψεις (unsecured loan) σε μια επιχείρηση, κάνει κατ’ αυτόν τον τρόπο μια πολύ ισχυρή δήλωση στήριξης για την εν λόγω επιχείρηση, αλλά αυτές οι περιπτώσεις είναι μάλλον αρκετά σπάνιες. Η τύπου ένα αποτυχίες δεν θεωρούνται και τόσο πολύ πως αποβιώνουν, καθώς ποτέ δεν επέτυχαν στην επιδίωξη βιωσιμότητας σε οποιοδήποτε στάδιο του βίου τους. Όλοι μας γεννιόμαστε για να πεθάνουμε, αλλά οι επιχειρήσεις τύπου ένα γεννιούνται θνήσκουσες.

Θα παραλείψουμε τον τύπο δύο προς το παρόν, καθώς αυτός μας βοηθάει να εξάγουμε ένα τελικό συμπέρασμα για όλες τις σχετικές περιοχές προβληματικότητας των επιχειρήσεων.

Οι τύπου τρία αποτυχίες συμβαίνουν σε μεγάλες παλιές επιχειρήσεις, οπότε αυτές είναι το αντίθετο του τύπου ένα αποτυχιών. Η Rolls Royce, η General Motors, η Northern Rock Building Society, η Penn State Railroads, η Ansett Air κ.ά., αυτές οι επιχειρήσεις είχαν όλες τύπου τρία αποτυχίες αλλά πολλές «αναστήθηκαν» και ανασυγκροτήθηκαν μετέπειτα. Τύπου τρία αποτυχίες, ως εκ τούτου, μπορεί να μη σημαίνουν το τέλος μιας εμπορικής επωνυμίας ή ακόμη της επιχείρησης καθαυτής, αλλά μόνο τις ελαττωματικές της λειτουργίες. Οι αποτυχίες τύπου τρία ξεκινούν συχνά με τεχνική αφερεγγυότητα (technical insolvency), κάποιες φορές με το να μην είναι σε θέση να πληρώσουν τον πλέον πρόσφατο λογαριασμό μισθοδοσίας, και τις τράπεζες να αρνούνται να δανείσουν περαιτέρω. Στα λίγα χρόνια προ της τύπου τρία αποτυχίας, η παραδοσιακή γραμμή επιχειρησιακών δραστηριοτήτων της εταιρείας βαίνει φθίνουσα (σε παρακμή) επί αμφοτέρων των πωλήσεων και των κερδών, τα κόστη μπορεί να βαίνουν διογκούμενα, συχνά επειδή ένα πρόγραμμα ανάπτυξής της εκτροχιάζεται κοστολογικά και τινάζεται στον αέρα. Συχνά τέτοιες εταιρείες αντιμετωπίζουν μια πτωτική πορεία με αργούς ρυθμούς και δεν διαθέτουν προϊόντα τα οποία περισσότερο πλέον ζητά η αγορά, οπότε απαιτούνται θεμελιώδεις αλλαγές. Αυτή μισθώνει συμβούλους διοίκησης, οι οποίοι της λέγουν να διαφοροποιηθεί σε διαφορετικές γραμμές επιχειρηματικής δράσης, συχνά εξαγοράζοντας επιτυχημένες επιχειρήσεις που ήδη ακμάζουν στην υποδεικνυόμενη γραμμή επιχειρηματικής δράσης. Η επιχείρηση αποδέχεται αυτή τη συμβουλή και δεσμεύει τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της σε ένα νέο χαρτοφυλάκιο προϊόντων, υπηρεσιών και επεξεργασιών, με τα οποία δεν έχει καμία προηγούμενη εξοικείωση. Είναι δυνατόν να υπάρχουν αρχικές επιτυχίες, ιδίως εάν αυτή κρατήσει τις υπηρεσίες των ανώτατων στελεχών των επιχειρήσεων που αυτή αποκτά και οι οποίοι καθοδηγούσαν επιτυχημένες επιχειρήσεις. Πιο συχνά, όμως, αυτά τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη ξεκινούν δικές τους επιχειρήσεις ευθύς μόλις είναι σε θέση εκ του νόμου, και η μεγάλου μεγέθους επιχείρηση διαχειρίζεται τις νέες γραμμές επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της σχεδόν παρομοίως όπως διαχειριζόταν τις γραμμές των παλαιών προϊόντων της, και αυτό είναι το πρώτο βήμα για «νέα» αποτυχία. Κατά κάποιο τρόπο, η τρίτου τύπου αποτυγχάνουσα επιχείρηση, παλεύουσα με τη νέας μορφής παλαιά επιχείρηση, μοιάζει με αυτή του τύπου ένα, κατά το ότι είναι προορισμένη να αποτύχει όταν αυτή διαφοροποιείται σε μια περιοχή την οποία γνωρίζει ελάχιστα έως καθόλου, εκτός εάν αυτή μπορεί να δεσμεύσει ανθρώπους οι οποίοι όντως έχουν την απαιτούμενη γνώση, εμπειρία και γνωριμίες. Αμφότερες οι τύπου ένα και τύπου τρία επιχειρήσεις, με εκ των υστέρων γνώση, φτάνουν σε ένα σημείο όπου είναι μοιραίο να αποτύχουν, διότι δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν αρχίσει αυτή την επιχείρηση καθ’ ολοκληρίαν, καθώς αυτοί δεν ήταν κατάλληλοι να έχουν ανταγωνιστική θέση στο πλαίσιο της σημερινής παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Τελικώς, η τύπου δύο αποτυχία είναι ακόμη ευκολότερο να εξακριβωθεί απ’ ό,τι τα άλλα δύο είδη. Στον τύπο αυτό, η επιχείρηση πάντοτε αποτυγχάνει (πτωχεύει) ξαφνικά. Αυτή έχει μια αρχική περίοδο θεαματικής επιτυχίας. Αυτή πάντοτε κυριαρχείται από ένα πρόσωπο το οποίο τη φροντίζει ως ό,τι πιο σπουδαίο στον κόσμο και το οποίο είναι ιδιοφυής δαιμόνιος επιχειρηματίας κατά την ανοδική – ακμάζουσα πορεία της, αλλά συχνά θεωρείται ως ένας απατεώνας κατά την καθοδική πορεία της, είτε καταδικαστεί είτε όχι από δικαστήριο. Η τύπου δύο επιχείρηση συχνά αναπτύσσεται πολύ γρήγορα, εισέρχεται στον φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης, αποφεύγει ή διαφεύγει φόρους με τρόπους που προκαλούν τους φοροελεγκτές για σχετική διερεύνηση, ενώ συχνά διαχειρίζεται υστερόβουλα τα κέρδη της προς τα πάνω. Η τύπου δύο αποτυχία δεν μπορεί να είναι επίσης τύπου ένα, επειδή η μικρού μεγέθους τύπου ένα επιχείρηση ήταν προορισμένη να αποτύχει από την έναρξή της, αλλά η τύπου δύο επιχείρηση τα πάει πολύ καλά στα πρώτα χρόνια της ζωής της. Μια τύπου τρία αποτυχία θα μπορούσε επίσης να είναι, εντούτοις, τύπου δύο, εάν υπάρχει ένα χαρισματικό άτομο επικεφαλής της νέας γραμμής επιχειρησιακής δραστηριότητας, εάν η αποτυχία (ως πτώχευση) είναι ξαφνική και εάν η επιχείρηση είναι μεγάλου μεγέθους και παλιά.

Η τυπολογία που ανέπτυξε ο Argenti δεν συνιστά μια θεωρία χρηματοοικονομικής αποτυχίας. Πρόκειται μόνο για μια περιγραφή τριών διακριτών τρόπων αποτυχίας. Η σημασία της εργασίας του Argentiέγκειται στο ότι πριν από αυτόν δεν είχαν γίνει προσπάθειες να συνεκτιμηθούν, συνδυαστούν και ταξινομηθούν τα ευρήματα των διαφόρων μελετών επί των αιτιών της χρεοκοπίας επιχειρήσεων. Ο Argenti όχι μόνο αφαίρεσε αυτό το μειονέκτημα που υπήρχε στις μελέτες των προηγούμενων ερευνητών, αλλά αποκόπηκε από την (έως τότε) παραδοσιακή ανάλυση (κυρίως δι’ αριθμοδεικτών) και πρόσθεσε μία περαιτέρω διάσταση στο θέμα, προσπαθώντας να αναπτύξει μια δυναμική θεωρία της εταιρικής αποτυχίας, μάλλον, παρά τη συνήθη, στατική πρωτίστως, προσέγγιση όπου απλώς παρατίθενται μεταβλητές οι οποίες συνέβαλαν, κατά τον ένα ή άλλο τρόπο, στη δημιουργία της αποτυχίας.

Αυτό που ισχυρίζεται ο Argenti είναι ότι όλες οι εταιρείες ακολουθούν «τροχιές» ή «μονοπάτια» (αυτό που εκείνος του έδωσε τον όρο trajectories) προς την αποτυχία τους και ότι μπορεί κανείς να συσχετίσει τα αίτια αποτυχίας με αυτές τις «τροχιές».

Ο Argenti υποστηρίζει ότι κατ αρχήν είναι ουσιώδες να αναγνωριστεί ρητά πως χρειάζεται να διακρίνουμε μεταξύ των αιτιών και των συμπτωμάτων αποτυχίας. Αυτό πιστεύει ότι υπήρξε μια σημαντική πηγή συγχύσεων στις προηγούμενες μελέτες, το οποίο και εμπόδισε την ανάπτυξη μιας θεωρίας για την αποτυχία εταιρειών (a theory of corporate failure). Συγκέντρωσε λοιπόν τις κυριότερες τεκμηριωμένες αιτίες αποτυχίας που είχαν σημειωθεί από διάφορους συγγραφείς και τις συμπλήρωσε με αναφορές σε διάφορα δημοσιεύματα του Τύπου. Στη συνέχεια ενίσχυσε την προαναφερθείσα ανάλυση παίρνοντας συνέντευξη από ειδικούς στο θέμα (ελεγκτές, χρηματιστές, εκκαθαριστές, ανώτερα στελέχη εταιρειών κ.ά.) Από τα ανωτέρω φάνηκε και εξήγαγε ποιες είναι οι πλέον συνηθισμένες αιτίες αποτυχίας, δικαιολογώντας αυτή την επιλογή του με λεπτομερή αναφορά σε ιστορικά συγκεκριμένων εταιρικών περιπτώσεων. Τελικά χρησιμοποίησε αυτή την περίληψη για να καταρτίσει αυτό που του έδωσε τον όρο «κατάλογος των καταλόγων» (list of lists), προκειμένου να αναπτύξει τη δυναμική θεωρία της εταιρικής αποτυχίας που αναπτύξαμε στα προηγούμενα. Αυτός λοιπόν προτείνει την ύπαρξη τριών κύριων τροχιών, μία από τις οποίες οι περισσότερες εταιρείες ακολουθούν κατά βάση στην πορεία προς την αποτυχία τους.

Το εύρος της μελέτης του Argenti δικαιολογημένα έχει αποτελέσει έκτοτε μια βάση για ανάλυση των αιτιών από πολλούς μελετητές στο εξωτερικό, αλλά τυγχάνει σχετικά άγνωστη στην Ελλάδα.

Σημειωτέον ότι περισσότερες από 150 διαφορετικές αιτίες και συμπτώματα χρεοκοπίας ή κρίσης έχουν επισημανθεί. Συνήθως –όπου είναι δυνατόν– ένας λογιστικός δείκτης επιλέγεται για να ανιχνευθεί ένα αντίστοιχο πρόβλημα. Παρότι αρκετές αιτίες είναι δυνατόν να περιγραφούν από έναν μοναδικό (ως τον πλέον κατάλληλο) λογιστικό αριθμοδείκτη (π.χ. «αύξηση στο κόστος των υλικών» και «σπατάλη υλικών» μετριούνται αμφότερα από το «κόστος των υλικών ÷ κύκλο εργασιών»), κάποιες αιτίες δεν είναι δυνατόν να διαγνωστούν από λογιστικούς αριθμοδείκτες (π.χ. λάθη της ηγεσίας της εταιρείας).

Σημαντική είναι η διχογνωμία που υπάρχει ως προς το εάν ένα πρόβλημα πρέπει να θεωρηθεί αιτία ή σύμπτωμα. Οι δύο αυτές όψεις ενός προβλήματος δεν είναι δυνατόν πάντοτε να διακριβωθούν και να διαχωριστούν με σαφήνεια: Ας σκεφτούμε μια πτώση στις πωλήσεις. Αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως ένα σύμπτωμα κακής διοίκησης του τομέα πωλήσεων, αλλά επίσης ως μια αιτία μειωμένης αποτελεσματικότητας της επιχείρησης συνολικά.

Η πορεία προς επιχειρηματική αποτυχία συχνά συνδέεται με την «εταιρική προσωπικότητα». Η εταιρική προσωπικότητα, όπως και η προσωπικότητα ενός ανθρώπου, ενέχει ένα σύνολο αλληλεπιδράσεων με το περιβάλλον. Δημιουργείται δηλαδή ένα σύνολο προτύπων εταιρικής συμπεριφοράς που ακολουθούν οι εντασσόμενες στο κάθε ένα από αυτά επιχειρήσεις, με συνέπεια και γι’ αυτό η συμπεριφορά αυτή μπορεί να προβλεφθεί. Άλλωστε, οικονομολόγοι, αρκετά πριν από τους λογιστές, έχουν υποδείξει ότι η μεγιστοποίηση των αποδόσεων που επιτυγχάνουν οι επιχειρήσεις υπαγορεύει συνεπή συμπεριφορά τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Ξενόγλωσση

Argenti, John (1976), Corporate Collapse, the Causes and Symptoms, New York, McGraw-Hill, 1976.

Sorter, George H. & Selwyn W. Becker (with the assistance of T.R. Archibald & W. Beaver) (1964), «Corporate Personality as Reflected in Accounting Decisions: Some Preliminary Findings», Journal of Accounting Research, autumn 1964, 183-196.

Β. Ελληνική

Φίλιος, Βασίλειος Φ. (1996), Χρηματοοικονομική Ανάλυση, τόμος Α’, Σύγχρονη Εκδοτική, Αθήνα 1996 (Β’ έκδοση, βελτιωμένη και επαυξημένη).

σημειωσεισ

1. Η συναφής φιλολογία χρησιμοποιεί μια πληθώρα σχετικών όρων, δίχως εννοιολογικές εμβαθύνσεις και κατάλληλες διακρίσεις. Έτσι, χρησιμοποιούνται εναλλακτικά στην εις την αγγλική γλώσσα βιβλιογραφία – αρθρογραφία, ως ισοδύναμοι εννοιολογικά, οι όροι: failure, bankruptcy, foreclosure, financial distress και πολλοί άλλοι.

2. Δύο είναι οι βασικές προϋποθέσεις μη επιβίωσης των επιχειρήσεων: (i) Η έλλειψη ρευστότητας (χρηματοοικονομική ισορροπία). Κατ’ αυτή την «ισορροπία» οι εισπράξεις (ταμειακές εισροές) μιας περιόδου πρέπει να είναι μεγαλύτερες από τις πληρωμές (ταμειακές εκροές) της περιόδου αυτής. (ii) Το συνολικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης να είναι χαμηλότερο της τιμής πώλησης (οικονομολογιστική ισορροπία) των αγαθών που παρέχει ώστε να παράγονται κέρδη (Β. Φίλιος, 1996: 78).

3. Επειδή η αφερεγγυότητα ασκεί σημαντική επίδραση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, απαιτείται και γίνεται ουσιαστικός έλεγχος των χρηματοδοτούμενων πελατών από μέρους της τράπεζας.

4.Ή τεχνητή αδυναμία πληρωμών: Ο όρος περιλαμβάνει την αδυναμία αντιμετώπισης των τρεχουσών υποχρεώσεων από μια επιχείρηση (όταν αυτές καταστούν απαιτητές), παρόλον ότι τα κεφάλαιά της τις υπερκαλύπτουν ως κυκλοφορούν ενεργητικό (μικτό κεφάλαιο κίνησης). Συχνά πρόκειται για μια προσωρινή ανικανότητα πληρωμών, η οποία οδηγεί όμως σε αλυσοειδείς δυσμενείς επιδράσεις.

Αναστασία Β. Φίλιου