• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου, 2021

Η λογιστική θεωρία και πρακτική των παραγώγων από τη σκοπιά των τραπεζών

Αναστασία Β. Φίλιου

Διδάσκουσα, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, Πανεπιστήμιο Πατρών

Στην έδρα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) στο Παρίσι έγινε από 31.5-3.6.1988 το πρώτο παγκόσμιο συμπόσιο για τα νέα χρηματοδοτικά μέσα, καθώς και η προγραμματισμένη σύνοδος της ομάδας εργασίας του ΟΟΣΑ για τα αντίστοιχα λογιστικά θέματα.

Οι οργανωτές του συμποσίου είχαν ετοιμάσει ένα κείμενο από 45 δακτυλογραφημένων σελίδων, με βάση έρευνα που είχαν διενεργήσει για τη λογιστική πρακτική η οποία ίσχυε στα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ. Η απάντηση της χώρας μας στην έρευνα αυτή τότε ήταν ότι τα περισσότερα από τα νέα χρηματοδοτικά μέσα εφαρμόζονταν όχι πολύ συχνά από τις ελληνικές τράπεζες και ότι η τότε ελληνική ομάδα εργασίας για τα λογιστικά πρότυπα μελετούσε το θέμα.

Σκοπός του διεθνούς αυτού συμποσίου ήταν να συζητηθούν ενδεχόμενα εθνικά και διεθνή πρότυπα που θα κάλυπταν περίπου 500 νέα χρηματοδοτικά μέσα, τα οποία έχουν εμφανισθεί τα τελευταία χρόνια.

Τα νέα χρηματοδοτικά μέσα, ιδιαίτερα αυτά που συνδέονται με διακυμάνσεις συναλλαγματικών ισοτιμιών και επιτοκίων, καθώς και με δείκτες χρηματιστηριακούς, προσφέρουν στους συμμετέχοντες στις σχετικές αγορές πολλά πλεονεκτήματα, επιτρέποντας, σε παγκόσμια βάση, τη διαχείριση συναλλαγών όλο το εικοσιτετράωρο και αυξάνουν έτσι τη ρευστότητα. Φέρουν αυτά επίσης πάμπολλους και διάφορους εγγενείς κινδύνους και, παρότι μπορεί να έχουν αυτοί οι κίνδυνοι σημαντικές επιπτώσεις για την απόδοση και χρηματοοικονομική ευρωστία των εταιρειών, αυτά τα μέσα συχνά δεν εμφανίζονται στις χρηματοοικονομικές/λογιστικές καταστάσεις ή εμφανίζονται ελλιπώς. Ο λόγος που δημιουργήθηκε αυτή η ανεπίτρεπτη κατάσταση είναι ότι τα νέα χρηματοδοτικά μέσα αναπτύχθηκαν τόσο γρήγορα ώστε οι υπάρχουσες λογιστικές αρχές να μην αναπτυχθούν συγχρόνως με την ‒προηγούμενη κατά πολύ‒ πρακτική τους. Τα διεθνή πρότυπα που υπάρχουν, αναμφίβολα, έχουν κάποια πλεονεκτήματα, αλλά δεν καλύπτουν όλα τα χρηματοδοτικά μέσα και δεν ικανοποιούν όλους τους χρήστες των λογιστικών πληροφοριών.

Οι επικεφαλής χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι εποπτικές αρχές χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τραπεζών και χρηματιστηρίων, οι χρηματοοικονομικοί αναλυτές, οι μέτοχοι, οι εργαζόμενοι και οι ελεγκτές, χρειάζονται λογιστικές λεπτομέρειες επί του κάθε τύπου χρησιμοποιούμενου παράγωγου μέσου, των εφαρμοζόμενων τραπεζικών μεθόδων, του σκοπού της συναλλαγής, των δεσμευόμενων ποσών, της προβλεπόμενης ημερομηνίας για την ολοκλήρωση της συναλλαγής ‒οπότε θα λυθεί κάθε συμβατική υποχρέωση‒ και τη φύση των κινδύνων που μπορεί να συμβούν και να καταγραφούν στο σύνηθες λογιστικό κύκλωμα της επιχείρησης1.

Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στην έννοια του πραγματοποιηθέντος λογιστικού κέρδους2, στον τρόπο εφαρμογής της λογιστικής αρχής της σύνεσης (the principle of prudence) και σε όλο το σύστημα αποτίμησης τέτοιων χρηματοοικονομικών στοιχείων, είτε είναι εμφανιζόμενα εντός είτε είναι παρουσιαζόμενα εκτός ισολογισμού.

Η ανάπτυξη των εκτός ισολογισμού συναλλαγών και οι επιπτώσεις τους στη χρηματοοικονομική λογιστική των τραπεζών

Με την απελευθέρωση των επιχώριων τραπεζικών συστημάτων και τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, τα περιθώρια κέρδους σμίκρυναν σημαντικά σε πολλές από τις παραδοσιακές δραστηριότητες τις οποίες η «συμβατική λογιστική»3 παρουσιάζει και παρακολουθεί στους κανονικούς λογαριασμούς του ισολογισμού ή, όπως συνηθέστερα λέγονται, στους λογαριασμούς «ουσίας». Γι’ αυτό, τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα έπρεπε να αντιδράσουν έντονα και με φαντασία προκειμένου, αφενός μεν να κρατήσουν την πελατειακή τους βάση, αφετέρου δε να προσθέσουν έσοδα από νέες πηγές, δηλαδή, ουσιαστικά, από τα νέα χρηματοδοτικά προϊόντα. Οι μεγάλες διεθνείς τράπεζες, για παράδειγμα, έχασαν ‒τουλάχιστον όσον αφορά τους φερέγγυους δανειολήπτες τους‒ το συγκριτικό πλεονέκτημα που είχαν στις διεθνείς αγορές χρεογράφων και έπρεπε να μετακινηθούν σε νέες δραστηριότητες της κεφαλαιαγοράς, αναλαμβάνοντας συναλλαγές που δεν εμφανίζονταν στους ισολογισμούς τους μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες.

Παράλληλα, οι εποπτικές των τραπεζών αρχές επικέντρωσαν ολοένα και περισσότερο το ενδιαφέρον τους στην επάρκεια, ιδιαίτερα, των δεικτών δανειακής επιβάρυνσης (capital-to-debt ratios)4, επειδή τόσο τα εγχώρια όσο και τα στην αλλοδαπή στοιχεία του ενεργητικού περιβάλλονται από σημαντική αβεβαιότητα. Το αποτέλεσμα ήταν (και ακόμα είναι) να υπάρχει ένα κίνητρο για τις τράπεζες να επεκτείνουν τις εκτός ισολογισμού εμφανιζόμενες δραστηριότητες, οι οποίες δεν υπόκεινται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, συγκριτικά με τις πιο παραδοσιακές μορφές συναλλαγών.

Η επιταχυνόμενη ανάπτυξη των εκτός ισολογισμού απεικονιζόμενων χρηματοπιστωτικών μέσων δεν αντισταθμίστηκε από μια παρόμοια ανάπτυξη των σχετικών λογιστικών αρχών5. Εξαιτίας της έλλειψης ικανοποιητικών εθνικών λογιστικών προτύπων σε αρκετές χώρες όπου αυτά τα μέσα χρησιμοποιούνται ευρέως, καθώς και διεθνών λογιστικών προτύπων που να εφαρμόζονται με συνέπεια παγκοσμίως, δεν υπάρχει πλαίσιο αναφοράς, ιδιαίτερα μάλιστα όσον αφορά την ορθή μέτρηση των εσόδων και εξόδων από αυτά τα μέσα. Ακόμα πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι, ενώ έχουν εισαχθεί στις περισσότερες επιχειρήσεις προηγμένα συστήματα διοικητικής λογιστικής6, ειδικά γι’ αυτές τις πρωτοποριακές συναλλαγές, αποκάλυψή τους στις δημοσιευόμενες ετήσιες χρηματοοικονομικές εκθέσεις δεν γίνεται πάντοτε.

Οι ανταγωνιστές, οι μέτοχοι και οι χρηματοοικονομικοί αναλυτές έχουν, κατά συνέπεια, δυσκολία στο να καταλάβουν το πλήρες εύρος των επιπτώσεων εκ της άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών υπό των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, αφού η αλματώδης ανάπτυξη νέων χρηματοπιστωτικών μέσων έχει μεταμορφώσει ριζικά τον τρόπο εκτίμησης των επί του συνολικού ισολογισμού επιφερόμενων τραπεζικών (χρηματοπιστωτικών) κινδύνων. Συχνά υπάρχει αδυναμία να αποκτηθούν πληροφορίες, είτε γενικές είτε ειδικές, επί του πραγματικού χρηματοδοτικού ανοίγματος (exposure), η οποία οφείλεται στην έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης εκ των χρηματοοικονομικών εκθέσεων – απολογισμών των τραπεζών.

Ως εκτός ισολογισμού στοιχεία των δεσμεύσεων και ενδεχόμενων υποχρεώσεων μιας επιχείρησης γενικά θεωρούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οποίων οι επιπτώσεις στο

ποσό και τη σύνθεση της καθαρής θέσης της επιχείρησης εξαρτώνται από την πλήρωση (ή μη) συγκεκριμένων όρων συμβολαίων/συμφωνιών ή από αβέβαια μελλοντικά συμβάντα.

Τυπολογία, λογιστική μεταχείριση και τρόπος εμφάνισης των εκτός ισολογισμού συναλλαγών στις επιχειρήσεις

Τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού κανονικά αντιστοιχούν σε κονδύλια που ενεγράφησαν με καταχώριση από πραγματοποιηθείσες (δηλαδή ολοκληρωθείσες) συναλλαγές, αλλά κάποιες συναλλαγές σε εκκρεμότητα μπορεί να επηρεάζουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση (δηλαδή την καθαρή θέση) μιας επιχείρησης. Για παράδειγμα, όταν μία επιχείρηση εγγυάται για άλλον, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αυτό το γεγονός ή δέσμευση δεν εμφανίζεται πάντοτε στον ισολογισμό της, αν και ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τελευταίου θα μπορούσε να δημιουργήσει, στην αναλαμβάνουσα τον κίνδυνο αυτό επιχείρηση (underwriting enterprise), σοβαρές δυσκολίες. Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό των δεσμεύσεων κεφαλαίων, οι οποίες δεν εμφανίζονται στον ισολογισμό αλλά θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη μελλοντική ρευστότητα της τράπεζας, π.χ. αποδίδοντας ένα αρνητικό ποσό στο κεφάλαιο κίνησής της, δηλαδή μειώνοντάς το.

Κατά την αγγλοσαξονική πρακτική, η οποία έχει επηρεάσει σημαντικά και τη διαμόρφωση του σχετικού διεθνούς προτύπου7, κυριαρχεί η διάκριση αυτών των εκκρεμών συναλλαγών σε δύο βασικές κατηγορίες:

– Δεσμεύσεις που συνεπάγονται συμβατικές υποχρεώσεις, και

– Ενδεχόμενα8 τα οποία αντιστοιχούν σε καταστάσεις (ή όρους), το τελικό αποτέλεσμα των οποίων, κέρδος ή ζημιά, θα βεβαιωθεί ως πραγματοποιηθέν μόνον εφόσον συμβούν ή δεν συμβούν ένα ή περισσότερα αβέβαια μελλοντικά γεγονότα.

Οι γενικά παραδεκτές λογιστικές αρχές προβλέπουν ότι ορισμένες δεσμεύσεις πρέπει να αντανακλώνται κανονικά στον ισολογισμό. Οι επιχειρήσεις όμως πρέπει να εξετάζουν κατά πόσον η εν λόγω δέσμευση συνιστά ένα ενδεχόμενο το οποίο όχι κατ’ ανάγκη θα συμβεί (όρος, συνθήκη που πρέπει προηγουμένως να πληρωθεί) ή κατά πόσον η εν λόγω δέσμευση θα συμβεί αναπόφευκτα σε κάποια χρονική στιγμή, παρόλη την αβεβαιότητα ως προς την ακριβή ημερομηνία. Κατά τις αγγλοαμερικανικές απόψεις:

– Εάν η αναλαμβανόμενη δέσμευση είναι ενδεχόμενη (της πραγματοποίησής της εξαρτώμενης από ένα μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός) και κατά την ημερομηνία ισολογισμού δεν υπάρχει λόγος να γίνεται σκέψη ότι, π.χ., μία εγγύηση θα καταπέσει, δεν χρειάζεται εγγραφή στον ισολογισμό (δηλαδή, στους λογαριασμούς ουσίας9) και θα χρειαζόταν απλώς να αναφερθεί στις σημειώσεις (notes)10.

Από την άλλη μεριά, εφόσον η δέσμευση συνεπάγεται μία δυνάμενη να προβλεφθεί δαπάνη, τότε πρόβλεψη11 θα πρέπει να γίνει. Αυτή, για παράδειγμα, θα ήταν η περίπτωση εάν η χρηματοοικονομική θέση της εταιρείας για την οποία δόθηκε η εγγύηση υποδεικνύει ότι θα της γίνει τελικά χρήση και ότι πιθανότατα αυτό συνεπάγεται μία ζημιά. Όταν γίνει χρήση της εγγύησης από τον αντισυμβαλλόμενο, η επιχείρηση θα καταχωρίσει στο ενεργητικό της ένα εισπρακτέο ποσό ίσο με το οφειλόμενο από τον αφερέγγυο χρεώστη της.

Οι εκτός ισολογισμού δεσμεύσεις μπορούν να διαχωριστούν σε τρεις κυρίως κατηγορίες, κατά τις αγγλοαμερικανικές απόψεις:

α) Χρηματοοικονομικές δεσμεύσεις που δίδονται ή λαμβάνονται (underwriting commitments) για εξασφάλιση εκδιδόμενων αξιόγραφων.

β) Αμφοτεροβαρείς δεσμεύσεις.

γ) Δεσμεύσεις για συνταξιοδότηση προσωπικού και άλλες παρόμοιες υποχρεώσεις.

Η τελευταία κατηγορία δέσμευσης είναι πιο ειδική και περισσότερο γνωστή, ως αποτέλεσμα των εθνικών και διεθνών προτύπων που θεσμοθετήθηκαν από νωρίς σε αυτή την περιοχή της λογιστικής πρακτικής.

Αμφοτεροβαρείς δεσμεύσεις είναι οι δεσμεύσεις που προκύπτουν από συμβόλαια στα οποία υπεισέρχεται σαν συμβαλλόμενη μία επιχείρηση. Αυτές αντιστοιχούν σε μία δέσμευση που δόθηκε από μία επιχείρηση στο συμβαλλόμενο μέρος και μία δέσμευση που λήφθηκε από το τελευταίο αυτό. Παραδείγματα δέσμευσης αυτού του τύπου είναι:

– ενοικίαση,

– leasing (χρηματοδοτική μίσθωση),

– συμβόλαια (μελλοντικής) παράδοσης,

– παραγγελίες παγίων στοιχείων,

– προεξοφλούμενες επιταγές για ποσό μεγαλύτερο από το υπάρχον υπόλοιπο του λογαριασμού (agreed discount overdrafts),

– τραπεζικές επιβαρύνσεις πληρωτέες μόνον εφόσον και όταν γίνει εξαγορά χρέους κ.λπ.

Ο τύπος των underwriting commitments12 είναι συνήθως δύο ειδών: ενδεχόμενες δεσμεύσεις και πραγματικές (αναλαμβανόμενες) δεσμεύσεις13. Η ενδεχόμενη δέσμευση ισοδυναμεί με εγγύηση επί συγκεκριμένων στοιχείων του ενεργητικού. Οι κυριότεροι τύποι ενδεχόμενων δεσμεύσεων είναι οι παρακαταθήκες, η παροχή εγγυήσεων (sureties) και οι οπισθογραφήσεις (endorsements).

Οι πραγματικές δεσμεύσεις αντιστοιχούν στην ενεχυρίαση ή προσημείωση συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου ως εξασφάλιση (collateral security14) για την πληρωμή χρέους. Τέτοιου είδους περιουσία συνίσταται, γενικά, από εργοστασιακές μονάδες, εμπορεύματα, απαιτήσεις ή άλλα ακίνητα. Αυτές οι δεσμεύσεις μπορεί λοιπόν να είναι είτε εγγυοδοσίες με εμπράγματη εξασφάλιση είτε εγγυοδοσίες με υποθήκες.

Οι κύριοι κανόνες που αφορούν τη λογιστική αντιμετώπιση των ανωτέρω από μη τραπεζικές επιχειρήσεις έχουν ως εξής:

α) Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αποκαλύπτουν τις δεσμεύσεις τους αυτές είτε σε λογαριασμούς τάξεως είτε σε σημειώσεις κάτω από τον ισολογισμό.

β) Σε όλα τα συμβάντα, ανεξάρτητα από τον τύπο της δέσμευσης, η αποκάλυψη στα λογιστικά βιβλία και τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις θα πρέπει να ξεκινάει από τη στιγμή που υπάρχουν συμβατικές υποχρεώσεις, π.χ. κατά τον χρόνο υπογραφής της εγγυητικής επιστολής ή κατά την καταχώριση της εγγύησης στα σχετικά «βιβλία».

γ) Το ποσό που καταχωρείται θα είναι γενικά η ονομαστική αξία της δέσμευσης ή το ποσό που είναι πληρωτέο ή εισπρακτέο από την επιχείρηση, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου. (Προφανώς εφαρμόζεται η νομιναλιστική έννοια της αξίας που συνιστά και μία από τις αρχές της χρηματοοικονομικής λογιστικής· βλ. σχετικά Α. Τσακλάγκανου, ό.π., σ. 75). Εάν έχουν πληρωθεί ή εισπραχθεί προκαταβολές, μόνο το σε εκκρεμότητα υπόλοιπο θα πρέπει να αναφέρεται, προϋποθέτοντας ότι οι προκαταβολές είναι καταχωρημένες στον ισολογισμό. Στην περίπτωση ανάληψης εξασφάλισης απαιτήσεων και χρεών, οι εγγυήσεις θα πρέπει να αποτιμώνται στο συνολικό τους ποσό, ανεξάρτητα από το υπόλοιπο των αντίστοιχων απαιτήσεων και χρεών.

Η αποκάλυψη των ως άνω πληροφοριών στις υποσημειώσεις, έχει ως εξής:

α) Είναι επιθυμητό να εμφανίζεται το ποσό όλων των σημαντικών δεσμεύσεων, διακρίνοντας αυτές που αφορούν τη διοίκηση (ή το Δ.Σ.), τις θυγατρικές και συγγενείς επιχειρήσεις.

β) Οι διάφορες μορφές χρηματοοικονομικών δεσμεύσεων, κανονικά, εξατομικεύονται ως:

– δεσμεύσεις,

– οπισθογραφήσεις,

– εγγυήσεις και ενέχυρα,

– συμβόλαια χρηματοδοτικής μίσθωσης και άλλες υποχρεώσεις.

γ) Στην περίπτωση μεγάλων δεσμεύσεων, αυτές θα πρέπει να περιγράφονται με σαφήνεια (και να ποσοτικοποιούνται), εάν αυτό θεωρείται σημαντικό για τον χρήστη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων.

Τα νέα χρηματοδοτικά μέσα απαιτούν την καθιέρωση ομοιόμορφων λογιστικών χειρισμών μέσω των οποίων θα εμφανίζονται σωστά στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις, όπως γίνεται και στα άλλα λογιστικά ζητήματα. Σύμφωνα με την πρακτική που επικρατεί σε μερικές χώρες, τα νέα χρηματοδοτικά μέσα, ως αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, καταχωρούνται σε λογαριασμούς τάξεως και όχι ουσίας. Και αυτό γιατί, κατά τον χρόνο σύναψής τους τουλάχιστον, οι συμβάσεις αυτές δεν συνεπάγονται άμεση κίνηση περιουσιακών στοιχείων. Απλώς υπάρχει μόνο ένα ισοζύγιο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρουσιάζουν αντιστοίχως οι λογαριασμοί τάξεως. Ο τρόπος αυτός λογιστικής αντιμετώπισης έχει καταστήσει γνωστές τις συναλλαγές αυτές με τον όρο «συναλλαγές εκτός ισολογισμού» (off balance sheet transactions).

Στο τέλος κάθε χρήσης, για τις συναλλαγές που είναι σε εκκρεμότητα, σύμφωνα και με την αρχή της συντηρητικότητας, διενεργούνται προβλέψεις για ενδεχόμενες ζημιές. Αντίθετα, για ενδεχόμενα κέρδη δε γίνεται καμία πρόβλεψη. Σε ορισμένες χώρες παρέχεται συσχετισμός των ενδεχόμενων ζημιών και κερδών, ενώ σε άλλες χώρες δεν γίνεται κάτι τέτοιο, αλλά οι συναλλαγές σε νέα χρηματοδοτικά μέσα αναφέρονται στο προσάρτημα των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων.

Οι πληρωτέοι και οι εισπρακτέοι (δεδουλευμένοι) τόκοι καταχωρούνται στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως, σύμφωνα με την αρχή του δεδουλευμένου.

Τυπολογία, λογιστική μεταχείριση και τρόπος εμφάνισης των εκτός ισολογισμού συναλλαγών των τραπεζών

Α. Γενικά

Ενώ οι εκτός ισολογισμού δραστηριότητες των εμποροβιομηχανικών επιχειρήσεων τείνουν να είναι περιορισμένες, το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί για τις τράπεζες. Από τη φύση των συναλλαγών τους, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αναλαμβάνουν μεγάλες δεσμεύσεις. Η τυπολογία τους και η λογιστική μεταχείρισή τους είναι λοιπόν, γενικά, πιο πολύπλοκες, μια πολυπλοκότητα που έχει αυξηθεί με την ανάπτυξη ολοένα νέων χρηματοδοτικών μέσων. Συγκρίνοντας με τις μη τραπεζικές επιχειρήσεις, εκείνες οι όψεις του ζητήματος που χρήζουν ιδιαίτερης μελέτης είναι αυτές που σχετίζονται με χρηματοδοτικής φύσεως δεσμεύσεις, αφού η λογιστική αντιμετώπιση όσον αφορά τις αμοιβαίες δεσμεύσεις των τραπεζών και τις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις (καθώς και για τις άλλες κοινωνικής φύσεως) είναι παρόμοια με αυτή των εμποροβιομηχανικών επιχειρήσεων γενικά.

Οι χρηματοδοτικής φύσεως δεσμεύσεις των τραπεζών εμπίπτουν σε τρεις κυρίως κατηγορίες:

α) Παροχή εγγυήσεων με όλες τις συναφείς ενδεχόμενες υποχρεώσεις οι οποίες αντιστοιχούν σε καταστάσεις όπου μια τράπεζα έχει αναλάβει την εξασφάλιση υποχρεώσεων ενός τρίτου μέρους και βρίσκεται πίσω από τον κίνδυνο που διατρέχει αυτό το τρίτο μέρος.

β) Δεσμεύσεις οι οποίες αποτελούνται από όλες τις ανέκκλητες πιστωτικές διευθετήσεις και διευκολύνσεις οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πιστωτικό κίνδυνο κάποια μελλοντική στιγμή.

γ) Συναλλαγές σε (εξωτερικό) συνάλλαγμα, σε επιτόκια επί κεφαλαίων διαφορετικού νομίσματος και άλλες συναλλαγές στις κεφαλαιαγορές – χρηματαγορές.

Οι δύο πρώτες κατηγορίες δεσμεύσεων είναι οι πιο παραδοσιακές μορφές τραπεζικών συναλλαγών εκτός ισολογισμού. Η τρίτη κατηγορία καλύπτει συναλλαγές που σχετίζονται με τη γρήγορη ανάπτυξη των νέων χρηματοπιστωτικών μέσων. Σε αυτές τις κατηγορίες μπορεί να προστεθεί μία τέταρτη κατηγορία:

δ) Διαφύλαξη (trusteeship)15 και ανάληψη εξασφάλισης της διάθεσης ομολογιακού δανείου ή μετοχών (underwriting)16, όπου οι τράπεζες μπορεί να κριθούν υπεύθυνες για αμέλεια ή για αποτυχία να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.

Β. Οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις

Οι κυριότερες ενδεχόμενες υποχρεώσεις των τραπεζών, είναι:

– Εγγυοδοσίες και άλλα άμεσα υποκατάστατα πιστοδοτήσεων.

– Αποδοχές τίτλων (acceptances), όπως η συναλλαγματική, το γραμμάτιο εις διαταγήν, η υποσχετική επιστολή και το υποσχετικό σημείωμα.

– Οπισθογραφήσεις (endorsements).

– Ενέγγυες πιστώσεις (documentary letters of credit) και

– Εγγυήσεις (warranties) όχι πιστοδοτικής φύσεως (π.χ. για καλή ή έγκαιρη εκτέλεση έργου, για αγορά μετοχών από ανάδοχο έκδοσης νέας σειρά μετοχών κ.ο.κ.)

Στην περίπτωση των εγγυήσεων (τέτοιων όπως είναι οι εγγυοδοσίες ή οπισθογραφήσεις), η τράπεζα ως εγγυήτρια βρίσκεται πίσω από ένα τρίτο μέρος –τον δικαιούχο (beneficiary)– με εντολή και εκ μέρους ενός πελάτη (ο οποίος μπορεί να είναι και ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα) –το πρωταίτιο μέρος– και φέρει σε πέρας τις υποχρεώσεις του πελάτη εάν ο τελευταίος δεν τις φέρει σε πέρας αυτός.

Οι δεσμεύσεις αγοράς ή επαναγοράς ενός στοιχείου του ενεργητικού είναι παρόμοιας φύσεως. Οι πρώτες είναι συμφωνίες με τις οποίες οι τράπεζες αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αποκτήσουν στοιχεία του ενεργητικού σε συμφωνηθείσες τιμές με απαίτηση των κατόχων τους και σε προσυμφωνημένους όρους. Οι δεύτερες είναι συμφωνίες με παρόμοιους όρους, να επαναγορασθούν στοιχεία του ενεργητικού που πωλήθηκαν προηγουμένως. Παράδειγμα τέτοιου είδους συμφωνίας είναι εκείνη με την οποία μια τράπεζα εκχωρεί ένα δάνειο ή άλλο στοιχείο του ενεργητικού της σε τρίτο μέρος, ενώ παραμένει υπόχρεη για τον πιστωτικό κίνδυνο σε περίπτωση αθέτησης της συμφωνίας από τον δανειζόμενο ή σε περίπτωση απόσβεσης της αξίας αυτού του στοιχείου του ενεργητικού. Θα πρέπει επίσης να αναφερθούν οι εγγυητικές επιστολές (standby letters of credit) οι οποίες, καθόσον είναι άμεσα υποκατάστατα δανειοδοτήσεων, είναι παρόμοιου είδους.

Η αποδοχή συναλλαγματικών (acceptances) και οι οπισθογραφήσεις τίτλων εις διαταγή (endorsements) γενικότερα είναι δεσμεύσεις από τράπεζες να πληρώσουν σε συγκεκριμένη προθεσμία την ονομαστική αξία των τίτλων17, συνήθως συναλλαγματικές που, κατά κανόνα, καλύπτουν την πώληση αγαθών.

Οι ενέγγυες πιστώσεις (documentary letters of credit) εγγυώνται την πληρωμή υπέρ εξαγωγέων, έναντι παρουσίασης φορτωτικών και άλλων εγγράφων.

Τι επιτάσσει η Ε.Ε. και η Τράπεζα της Ελλάδος για τις τράπεζες

Έχουμε δύο ειδών στοιχεία του ενεργητικού τα οποία πρέπει να σταθμίζονται για τον πιστωτικό κίνδυνο που περιέχουν:

– τα εντός ισολογισμού ή σε λογαριασμούς ουσίας καταχωριζόμενα, και

– τα εκτός ισολογισμού ή σε λογαριασμούς τάξεως καταχωριζόμενα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να έχει ανάλυση εκείνων των λογαριασμών τάξεως που αναφέρονται σε δραστηριότητες που συνεπάγονται κινδύνους (ειδικότερα, off-budget items)18. Αυτή η επιδιωκόμενη ανάλυση σκοπό έχει να βοηθηθεί η Τράπεζα της Ελλάδος κατά την εξέταση που επιθυμεί να κάνει της ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού που δεν περιλαμβάνονται στο κύριο σώμα του ισολογισμού (off-balance sheet items).

Η γενικότερη σημασία των λογαριασμών τάξεως έγκειται στο ότι απεικονίζουν γεγονότα που δημιουργούν νομικές δεσμεύσεις, χωρίς να επιφέρουν άμεση ποσοτική μεταβολή στα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας, η οποία όμως είναι δυνατό να επέλθει στο μέλλον. Τέτοια γεγονότα περιλαμβάνουν:

– Αλλότρια περιουσιακά στοιχεία.

– Εγγυήσεις που λαμβάνονται από την τράπεζα για εξασφάλιση απαιτήσεών της.

– Αμφοτεροβαρείς και παρόμοιας φύσεως συμβάσεις, κατά το ανεκτέλεστο μέρος τους.

Για την επίτευξη της τόσο επιθυμητής αμοιβαίας αναγνώρισης των τεχνικών ελέγχου19, που εφαρμόζουν οι κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα επιχώρια πιστωτικά ιδρύματα, παρέχονται τρία, ειδικά για το ανωτέρω ζήτημα, Παραρτήματα στη σχετική Οδηγία (89/647/ΕΟΚ). Στο πρώτο Παράρτημα, τα εκτός ισολογισμού στοιχεία παρατίθενται με ένταξή τους σε τέσσερις βαθμίδες κινδύνου. Σε αυτή την κατάταξη στοιχείων μπορούμε να διακρίνουμε τρεις περιπτώσεις σήμερα:

α) Στοιχεία τα οποία δεν είναι ξεκάθαρο τι επιμέρους τραπεζικές εργασίες συνιστούν, πολύ δε περισσότερο με ποιο τρόπο να απεικονιστούν λογιστικά.

β) Στοιχεία για τα οποία δεν υπάρχει μεν πλαίσιο ισχύος και τρόπου εφαρμογής από τις εποπτικές αρχές (Τράπεζα Ελλάδος, Υπουργείο Εμπορίου κ.λπ.), αλλά δεν απαγορεύονται ως τραπεζικές εργασίες στη χώρα μας.

γ) Στοιχεία τα οποία «απαγορεύονται» ως τραπεζική εργασία λόγω μη πλήρους απελευθέρωσης ακόμα της κίνησης κεφαλαίων (π.χ. καταθέσεις προθεσμίας επί προθεσμία – forward forward deposits).

Προκειμένου να επιτευχθεί λογιστική ομοιομορφία, βασική προϋπόθεση είναι να προδιαγραφεί ενιαία λογιστική απεικόνιση αυτών των στοιχείων. Μόνον έτσι:

– θα είναι συγκρίσιμα τα στοιχεία των τραπεζών για σκοπούς υποβολής του ενοποιημένου ισολογισμού τους προς την Τράπεζα της Ελλάδος, και

– θα είναι αληθές το ύψος των στοιχείων αυτών από τη σκοπιά της αποτιμητικής του ισολογισμού.

Όπως παραδέχεται ο καθηγητής Παπαναστασάτος20, πρόεδρος της τότε ομάδας εργασίας κατάρτισης του ενιαίου τραπεζικού λογιστικού σχεδίου της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών (ΕΕΤ), «πολλές φορές, ως προς το περιεχόμενο των λογαριασμών τάξεως, δεν υπάρχει πάντα στην τραπεζική λογιστική ενιαία αντιμετώπιση με τα γενικώς διδασκόμενα».

Η Οδηγία 86/635/ΕΟΚ διακρίνει δύο ομάδες λογαριασμών τάξεως στο άρθρο 24, τις οποίες εντάσσει σε δύο περιληπτικούς (υπερδιατεταγμένους) λογαριασμούς, ως ακολούθως:

Λογαριασμός 1 – Ενδεχόμενα στοιχεία παθητικού

Ο λογαριασμός αυτός περιλαμβάνει κάθε πράξη με την οποία ένα πιστωτικό ίδρυμα εγγυάται για τις υποχρεώσεις τρίτου. Στο προσάρτημα21 πρέπει να αναφέρεται η φύση και το ύψος του κάθε κινδύνου δημιουργίας υποχρέωσης, εφόσον είναι σημαντική σε σχέση με τη συνολική δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος.

Οι υποχρεώσεις από οπισθογράφηση αναπροεξοφλημένων αξιογράφων θα συμπεριλαμβάνονται στη θέση αυτή μόνον εφόσον η εθνική νομοθεσία δεν ορίζει διαφορετικά. Το αυτό ισχύει και για τους τίτλους αποδοχής, εκτός από τους τίτλους ιδίας αποδοχής.

Οι εγγυήσεις και τα στοιχεία του ενεργητικού που έχουν δοθεί ως εγγύηση περιλαμβάνουν όλες τις εγγυήσεις και όλα τα στοιχεία του ενεργητικού που έχουν δοθεί ως εγγύηση για λογαριασμό τρίτων, όπως ανέκκλητες εγγυήσεις και ανέκκλητες πιστωτικές εντολές.

Λογαριασμός 2 – Υποχρεώσεις

Ο λογαριασμός αυτός περιλαμβάνει κάθε ανέκκλητη ανάληψη υποχρέωσης που θα μπορούσε να εκθέσει τον οργανισμό σε πιστωτικούς κινδύνους.

Στο προσάρτημα του ισολογισμού αναφέρονται η φύση και το ύψος κάθε τύπου υποχρέωσης, εφόσον αυτή είναι σημαντική σε σχέση με τη συνολική δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος.

Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από πράξεις προσωρινής εκχώρησης περιλαμβάνουν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το πιστωτικό ίδρυμα στο πλαίσιο πράξεων προσωρινής εκχώρησης (βάσει σύμβασης πώλησης με δικαίωμα εξώνησης) κατά την έννοια του άρθρου 12, παρ. 3.

Οι εκτός ισολογισμού λογαριασμοί, λοιπόν, περιλαμβάνουν:

1. Ενδεχόμενα στοιχεία του παθητικού, που είναι: οι τίτλοι αποδοχής και οι υποχρεώσεις από οπισθογράφηση, οι εγγυήσεις και στοιχεία του ενεργητικού που έχουν δοθεί ως εγγύηση.

2. Υποχρεώσεις άλλες, και κυρίως υποχρεώσεις που απορρέουν από πράξεις προσωρινής εκχώρησης.

Αυτούς τους εκτός ισολογισμού λογαριασμούς, η Οδηγία εμφανίζει να κινούνται απλογραφικά, δηλαδή δεν τους προτείνει να λειτουργούν κατά ζεύγη, όπως προτείνει η «κλασική» λογιστική διδασκαλία για τους λογαριασμούς τάξεως. Πλεονέκτημά τους είναι ο περιορισμός του αριθμού των λογαριασμών στο ήμισυ των όσων θα είχαμε αν χρησιμοποιούσαμε τους παραδοσιακούς (δηλαδή κατά τη γαλλική πρακτική) λογαριασμούς τάξεως.

Όπως παρατηρεί, ορθά, ο καθηγητής Παπαναστασάτος, μειονεκτήματά τους είναι22:

α) ότι η έλλειψη διγραφικής αντιστοιχίας καθιστά δυσκολότερη τη διαπίστωση και αναζήτηση ενδεχόμενων σφαλμάτων, και

β) ότι ο μοναδικός λογαριασμός με τον οποίο απεικονίζονται ορισμένα γεγονότα δημιουργεί προβληματισμούς ως προς τη φύση του, π.χ. σε περίπτωση κατοχής ξένου πράγματος προς φύλαξη, ο λογαριασμός που θα δημιουργηθεί μπορεί να θεωρηθεί ότι απεικονίζει το ξένο πράγμα, οπότε είναι ενεργητικό, ή την υποχρέωση απόδοσής του, οπότε είναι παθητικό.

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 της ως άνω Οδηγίας: «Τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν δεσμευτεί υπέρ του πιστωτικού ιδρύματος ή που έχουν δοθεί σαν εγγύηση, δεν πρέπει να εμφανίζονται στον ισολογισμό του, εκτός αν πρόκειται για χρήματα κατατεθειμένα σ’ αυτό το ίδιο πιστωτικό ίδρυμα».

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 της Οδηγίας αυτής: «Σε περίπτωση δανειοδότησης από όμιλο αναφερόμενο στην παρ. 1, αν το ποσό της συμμετοχής για το οποίο εγγυάται ένα πιστωτικό ίδρυμα είναι ανώτερο από το ποσό κατά το οποίο συμμετέχει στη χρηματοδότηση, το ίδρυμα αυτό υποχρεούται να εμφανίζει το τυχόν συμπληρωματικό ποσό για το οποίο έχει εγγυηθεί εκτός ισολογισμού (λογαριασμός 1, δεύτερη περίπτωση) ως ενδεχόμενη υποχρέωση».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Η παρούσα εργασία αποτελεί μέρος μιας εκτενούς μελέτης που διεξάγεται υπό την επίβλεψη του Β. Φίλιου.. Συνήθως με τη μορφή τελικών επιπτώσεων στα συστατικά στοιχεία της καθαρής θέσης.

2. Η διαφορά μεταξύ τιμής κόστους απόκτησης και τρέχουσας τιμής αγοράς παίζει εδώ ιδιαίτερο ρόλο. Το πότε θεωρείται ως πραγματοποιηθέν ένα κέρδος από ολοκληρωθείσα –περαιωθείσα– συναλλαγή είναι αρκετά πολύπλοκο ζήτημα στα εδώ εξεταζόμενα παράγωγα χρηματοδοτικά μέσα.

3. Η παραδοσιακή λογιστική λέγεται συχνά και συμβατική επειδή η «συμβατότητα» (conventionality) υπαγορεύει τις περισσότερες από τις δραστηριότητες και υποχρεώσεις των υπό του νόμου θεσμοθετημένων οργάνων, π.χ. του Σώματος Ορκωτών Λογιστών – Ελεγκτών (public accountants), σε μια ποικιλία θεμάτων, όπως είναι το τι κονδύλι συνιστά «συστατικό και αξιοσημείωτο» (the measures of materiality), ποια πρέπει να είναι η μορφή και το περιεχόμενο των χρηματοοικονομικών – λογιστικών καταστάσεων (financial statements) κ.ά. Η συμβατικότητα (convention) που απαιτείται από τους λογιστές κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους τροποποιείται από καιρό σε καιρό, καθώς εξελίσσεται και εκλεπτύνεται η λογιστική πρακτική. Αυτές οι τροποποιήσεις που «αναδύονται» στον κόσμο της λογιστικής γενικά αποδίδονται στη με την πάροδο του χρόνου ανάπτυξη λογιστικής πρακτικής του δημόσιου (με την ευρύτερη έννοια) ενδιαφέροντος για βελτιώσεις στη χρηματοοικονομική λογοδοσία (financial reporting) των πάσης φύσεως οικονομικών μονάδων.

4. Βλ. Β. Φ. Φίλιος, «Εκτίμηση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών και η ΕΟΚ», Δελτίο Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, έτος 5ο, τεύχος 20, Δ’ τριμηνία 1988, σελ. 27-39.

5. Οι λογιστικές αρχές αποτελούν τον οδηγό για την επιλογή αξιωμάτων και διαδικασιών προς τις οποίες οι λογιστές πρέπει να ασκούν συμβατή πρακτική, γι’ αυτό αποτελούν το μόνο δογματικό μέρος της λογιστικής θεωρίας.

6. Η διοικητική λογιστική είναι σχεδιασμένη για, και προσαρμοσμένη στις πληροφοριακές ανάγκες των διαφόρων βαθμίδων της διοίκησης ενός οργανισμού προς άσκηση των λειτουργιών της, κυρίως δε του ελέγχου και της λήψης αποφάσεων. Γι’ αυτό πρόκειται περί ενός εσωεπιχειρησιακού συστήματος λογιστικής πληροφόρησης. Το περιεχόμενο του όρου «management accounting» ήταν μέχρι τα μέσα, ακόμη, της δεκαετίας του ’70 όχι καλά καθορισμένο. Έκτοτε, συστηματοποιήθηκε και σήμερα αποτελεί αυτοτελή κλάδο της λογιστικής επιστήμης.

7. International Accounting Standard 10: Contingencies and events occurring after the balance sheet date, International Accounting Standards Committee.

8. Ο όρος contingencies σημαίνει ενδεχόμενες απαιτήσεις και υποχρεώσεις (συνηθέστερα υποχρεώσεις) που ο καθορισμός του ύψους τους βασίζεται σε μελλοντικά συμβάντα ή συνθήκες οι οποίες ανακύπτουν από αιτίες μάλλον άγνωστες ή επί του παρόντος ακαθόριστες. Ενδεχόμενο στοιχείο του ενεργητικού (contingent asset) είναι εκείνο του οποίου η ύπαρξη, η αξία και η ιδιοκτησία εξαρτάται από το εάν θα συμβεί ή όχι ένα συγκεκριμένο γεγονός ή από την απόδοση ή παράλειψη απόδοσης μιας συγκεκριμένης πράξης. Ενδεχόμενο στοιχείο του παθητικού (contingent liability) είναι εκείνη η υποχρέωση που σχετίζεται με μια παρελθούσα συναλλαγή ή άλλο συμβάν ή όρο, η οποία μπορεί να ανακύψει σαν συνέπεια ενός γεγονότος του οποίου η έλευση φαίνεται ενδεχόμενη αλλά όχι πιθανή.

9. Η διάκριση σε λογαριασμούς ουσίας και λογαριασμούς τάξεως πήγασε από τη γαλλόφωνη βιβλιογραφία και είναι σχεδόν ανύπαρκτη στην αγγλοαμερικανική βιβλιογραφία, ακριβώς επειδή είναι ανύπαρκτα τα αυτόνομα διγραφικά κυκλώματα λογαριασμών τάξεως. Έχουν όμως και οι Βρετανοί αντίστοιχους λογαριασμούς, τους memorandum accounts (λογαριασμοί μνήμης ή υπόμνησης), οι οποίοι όμως τηρούνται απλογραφικά.

10. Notes ή footnotes: αποτελούν ένα μέσο για την παράθεση πρόσθετων πληροφοριών, συνήθως «αφηγηματικής» μορφής. Η κάθε μία αριθμείται με δείκτη, ώστε να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο κονδύλι των χρηματοοικονομικών καταστάσεων. Στοιχεία που παρέχονται κατ’ αυτό τον τρόπο απαιτούνται συνήθως οποτεδήποτε ένα κονδύλι δεν επαρκεί από μόνο του για εύληπτη κατανόησή του. Οι σημειώσεις που συνοδεύουν τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις πρέπει να είναι έτσι διατυπωμένες ώστε να γίνονται εύκολα κατανοητές στον μέσο αναγνώστη. Για μια πρώτη, αρκετά καλή, παρουσίαση του ζητήματος των υποσημειώσεων στα ελληνικά, βλ. το (αξιοσημείωτο) άρθρο του καθηγητή Άγγελου Τσακλάγκανου «Ο δωδεκάλογος των αρχών της λογιστικής», Οικονομικός Ταχυδρόμος, 25.2.1982, σ. 73-76, και 11.3.1982, σ. 73-77.

11. Βλ. Β.. Φ. Φίλιου «Η λογιστική των προβλέψεων», περ. Λογιστής 379, Δεκέμβριος 1985, σ. 1027-1031. Ας υπενθυμίσουμε ότι, με βάση την αρχή της συντηρητικότητας, ενώ τα έσοδα δεν προβλέπονται, για τα έξοδα και τις δαπάνες πρέπει πάντοτε να γίνεται πρόβλεψη.

12. Οι δεσμεύσεις αυτού του είδους έχουν μεγάλη συχνότητα στα πιστωτικά ιδρύματα και έτσι εξηγείται η μεγάλη «γκάμα» λογαριασμών τάξεως που αυτά χρησιμοποιούν για την καταχώριση – παρακολούθησή τους.

13. Στην περίπτωση αυτή γίνεται συνήθως μια εγγυητική σύμβαση (underwriting contract or agreement).

14. Collateral είναι η εμπράγματη εταιρική ή προσωπική περιουσία που ενεχυριάζεται ως μερική ή πλήρης εξασφάλιση ενός χρέους.

15. Πρόκειται για διαφύλαξη και παράλληλα διαχείριση περιουσιακών στοιχείων τρίτων, νομικών ή φυσικών προσώπων, από μια τράπεζα.

16. Η τράπεζα αναλαμβάνει υπεύθυνα τη διάθεση νεοεκδοθέντων χρεογράφων μιας εταιρείας, με την υποχρέωση να αγοράσει όλα τα χρεόγραφα (π.χ. μετοχές) που δεν θα αγοραστούν από το κοινό (επενδυτές).

17. Οι όροι «δικαιόγραφα», «αξιόγραφα» και «πιστωτικοί τίτλοι» είναι, κατά κανόνα, εννοιολογικά ταυτόσημοι. Συχνά όμως οι μετοχές των εταιρειών θεωρούνται μεν δικαιόγραφα, όχι όμως και οι πιστωτικοί τίτλοι. Στη λογιστική, με τον όρο «χρεόγραφα» εννοούμε συνήθως τη μετοχή (κοινή ή προνομιούχα) ανώνυμης εταιρείας και την ομολογία. Επομένως, για τη λογιστική πρακτική έχουμε:

18. Και πιο συγκεκριμένα, τα εκτός ισολογισμού στοιχεία που υπόκεινται στον πιστωτικό κίνδυνο, σύμφωνα με την Οδηγία του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1989 σχετικά με τον συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων (89/647/ΕΟΚ).

19. Γίνεται ολοένα και συχνότερη αναφορά του όρου αυτού (techniques of the supervision of credit institutions) στις Οδηγίες της Ε.Ε., δίχως επεξήγηση του ποιες είναι αυτές.

20. Αναστάσιος Παπαναστασάτος, «Ο κλαδικός λογιστικός σχεδιασμός στις τράπεζες», Δελτίο Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, έτος 5ο, Τεύχος 17-18, Α’-Β’ τριμηνία 1988, σ. 126.

21. Υπενθυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 42α, το προσάρτημα πρέπει να εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο (μαζί με τις άλλες οικονομικές καταστάσεις) και να θεωρηθεί ειδικά από τα πρόσωπα που προβλέπει η διάταξη αυτή. Το άρθρο 42ε, παρ. 9, που δεν ισχύει όμως για τις τραπεζικές ανώνυμες εταιρείες (άρθρο 112, παρ. 1), απαιτεί όπως παρατίθεται πίνακας κατά είδος και αιτία εγγυήσεως και εμπράγματης ασφαλίσεως στο προσάρτημα. Το προσάρτημα θα παραδίδεται στους μετόχους μαζί με τον ισολογισμό, τον λογαριασμό «αποτελέσματα χρήσεως», τον πίνακα διαθέσεως των αποτελεσμάτων, και τις εκθέσεις Δ.Δ. και ελεγκτών. Όλα αυτά υποβάλλονται και στο Υπουργείο Εμπορίου.

22. Ό.π., σημ. 3.