• Σήμερα είναι: Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου, 2021

Η περιπέτεια της λέξης «λογιστική», Κωνσταντίνος Ι. Νιφορόπουλος, Ωρίων Α.Ε.

Κωνσταντίνος Ι. Νιφορόπουλος
Ορκωτός Ελεγκτής – Λογιστής, Ωρίων Α.Ε.

Οι λέξεις «λογιστής», «λογιστική» και «λογιστήριο», καθώς και τα παράγωγά τους, έχουν αποκτήσει κατά τη μακραίωνη ιστορία της ελληνικής γλώσσας διαφοροποιημένες έννοιες. Στην παρακάτω ανάλυση θα δούμε πώς, κατά εποχές, χρησιμοποιούνταν οι λέξεις αυτές.

Η έννοια της λέξεως «λογιστής» και «λογιστική» στην αρχαία Ελλάδα


α. Οι λογιστές

Στο κράτος των Αθηνών, πριν το έτος 300 π.Χ., είχε ιδρυθεί ένα σώμα ή «συνέδριο των λογιστών», ως θεσμός επιτήρησης των οικονομικών του κράτους. Οι «λογιστές» αυτοί έλεγχαν τους λογαριασμούς των δημοσίων ταμιών (αρχόντων οι όποιοι ήσαν υπόλογοι) και ενήγαν ενώπιον της δικαιοσύνης τούς τυχόν μη ανεπίληπτους. Επρόκειτο δηλαδή για ένα σώμα ελεγκτών.
Οι Αθηναίοι είχαν και ένα άλλο ακόμα σώμα αναθεωρητών (ελεγκτών), από δέκα αθηναίους εφόρους, εκλεγόμενους από τον λαό (τον δήμο), οι οποίοι ονομάζονταν «εύθυνοι» και ήσαν επιφορτισμένοι, μαζί με τους λογιστές, να ελέγχουν τους «λογαριασμούς διαχειρίσεως» των αρχόντων, οι όποιοι αποχωρούσαν από το αξίωμά τους. Με τον τρόπο αυτό, οι άρχοντες, όχι μόνον εκείνοι που είχαν διαχειριστεί δημόσιο χρήμα αλλά και οι υπόλοιποι, υποβάλλονταν σε διπλό έλεγχο. Επίσης, στην Αθήνα, για πρώτη φορά περί το 400 π.Χ., ο νόμος όριζε να δημοσιεύονται οι λογαριασμοί των τότε εταιρειών.
Στην υπόλοιπη αρχαία Ελλάδα απαντούμε τους «εξεταστές», τους «συνηγόρους», τους «δοκιμαστήρες» (στην Αχαϊκή Συμπολιτεία), τους «αρχησκόπους» (στη Φθιώτιδα), τους «κατόπτες» (στη Βοιωτία) τους «απολόγους» (στη Θάσο) (Ι. Μ. Καμπλούρης, «Ο θεσμός των ορκωτών λογιστών», 1969).


β. Η «λογιστική»

Η «λογιστική» (με την έννοια που έδιναν στον όρο οι αρχαίοι Έλληνες), ως κλάδος της μαθηματικής επιστήμης, χρησίμευε κυρίως στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων (πρακτικά μαθηματικά), η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε μαζί με την εξέλιξη του εμπορίου. Η δημιουργία και η εξέλιξη των μαθηματικών βοήθησε στη δημιουργία και στην εξέλιξη άλλων επιστημών … Με δυο λόγια θα δούμε τα συστήματα των αριθμών που κατασκεύασαν οι άνθρωποι και την πρακτική αριθμητική στην πορεία του χρόνου, δηλαδή τα σύμβολα (ψηφία) και τους κανόνες που διατύπωσαν και τις πρακτικές μεθόδους που επινόησαν για την εκτέλεση υπολογισμών με αριθμούς για να διευκολύνουν τη ζωή τους και το έργο του εμπορίου (Ηλέκτρα Καμπουράκη-Πατεράκη, «Η λογιστική στην καθημερινή ζωή των αρχαίων»).
Στην Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας των Liddell και Scott, καταγράφονται τα εξής σχετικά με την έννοια της «
λογιστικής» στην αρχαία ελληνική γλώσσα:
λογισμός, ο (λογίζομαι)· Ι. 1. λογαριασμός, υπολογισμός, εκτίμηση, σε Θουκ., Πλάτ. στον πληθ., αριθμητική, σε Ξεν., Πλάτ. 2. λογαριασμός, το χαρτί του λογαριασμού, σε Δημ. ΙΙ. 1. χωρίς αναφορά σε αριθμούς, υπολογισμός, εκτίμηση, συλλογισμός, σε Θουκ., Δημ. 2. λόγος, συμπέρασμα, σε Ξεν. ΙΙΙ. δύναμη συλλογισμού, λογική ικανότητα, ορθός λόγος, στον ίδ.
λογιστής, -ου, ο (λογίζομαι)· Ι. 1. Αυτός που υπολογίζει, δάσκαλος της αριθμητικής, σε Πλάτ. 2. αυτός που υπολογίζει, που συλλογίζεται, που σκέφτεται λογικά, σε Αριστοφ., Δημ. ΙΙ. στον πληθ., ελεγκτές λογαριασμών στην Αθήνα, σωματείο από δέκα άνδρες εκλεγμένους με κλήρο από τη Βουλήν, στους οποίους οι άρχοντες μετά τη λήξη της θητείας τους υπέβαλλαν τον απολογισμό τους σε Δημ., κ.λπ.
λογιστικός, -ή, -όν· Ι. επιτήδειος ή έμπειρος, ικανός στους υπολογισμούς, σε Ξεν. Πλάτ. η λογιστική (ενν. τέχνη), πρακτική αριθμητική, σε Πλάτ. ΙΙ. 1. προικισμένος με λογική, έλλογος σε 
Αριστ.· το λογιστικόν, η δύναμη του συλλογίζεσθαι, σε Πλάτ. 2. αυτός που χρησιμοποιεί το λογικό του, λογικός, σε Ξεν.
Επίσης στο «Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, συνταχθέν υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου και πλουτισθέν διαφόροις πίναξι 
χρονομετρικοίς νομισματολογικοίς κτλ. κατά το εν Ελλάδι νενομοθετημένον μετρικόν σύστημα οις προσετέθη εν τέλει και λεξικόν επίτομον των εν τοις ελληνικοίς συγγράμμασιν απαντώντων κυρίων ονομάτων, Εν Αθήναις 1895, Εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου», αναφέρονται οι εξής έννοιες των λέξεων:

Λόγισμα (το), παν ό,τι ελογίσθη (ελογαριάσθη), το αποτέλεσμα (συμπέρασμα) του λογαριασμού.

Λογισμός (ο), η πράξις του λογίζεσθαι, λογαριασμός. (πλθ) η πρακτική αριθμητική. (μτφορ.) σκέψις, στοχασμός συλλογισμός – συμπερασμός, ιδέα, έννοια. …

Λογιστεία (η), το έργον (το αξίωμα) του λογιστού.

Λογιστήριον (το), το αρχείον των εν Αθήναις λογιστών (καθώς τώρα) το Ελεγκτικόν συνέδριον … 2) σχολείον όπου παρεδίδοντο την πρακτικήν αριθμητικήν ή 3) είδος λέσχης ή ακροατηρίου δια τας φιλοσοφικάς συνδιαλέξεις…

Λογιστής [λογίζομαι], (εν γένει) λογαριαστής (ιδιαιτ.) διδάσκαλος της πρακτικής αριθμητικής (του λογαριασμού). (συνηθ. εις τας Αθην.) μέλος του λογιστηρίου, εις των δώδεκα κληρωτών ελεγκτών οι οποίοι συνεκρότουν το Ελεγκτικόν Συνέδριον (αλλ.) Εύθυνος…

Η έννοια της λέξεως «λογιστική» στο Βυζάντιο

Το 726 μ.Χ., ενώ το Πανδιδακτήριο τής Κωνσταντινούπολης είχε πλέον παρακμάσει, δίδασκαν ακόμα λογιστική και γεωδαισία, η οποία θεωρείτο κλάδος τής λογιστικής.
Η πρακτική αριθμητική ονομαζόταν από τους αρχαίους Έλληνες λογιστική, και δεν ανήκε στις μαθηματικές επιστήμες. Το ίδιο ίσχυε και στο Βυζάντιο, με τη μόνη διαφορά ότι οι Βυζαντινοί εκτιμούσαν ιδιαιτέρως τη λογιστική, επειδή εφαρμοζόταν σέ προβλήματα καθημερινής ζωής (Ε. Σταμάτης, «Κριτική βυζαντινού βιβλίου Αριθμητικής», Αθήνα 1965).
Επί της βασιλείας του Μανουήλ Α› Κομνηνού (1143-1180), το Βυζάντιο ήταν πιο προηγμένο σε σχέση με τη Δύση στον τομέα των μαθηματικών. Περί το 1300 μ.Χ. γίνεται πλέον ο διαχωρισμός των εμπορικών (πρακτικών) από τα ακαδημαϊκά (τα διδασκόμενα στις ανώτερες σχολές) μαθηματικά (ΜΑΡΙΑ ΧΑΛΚΟΥ, 
«Τα Μαθηματικά στο Βυζάντιο – Λογιστική»).
Η «Λογιστική» ανωνύμου συγγραφέα του 15ου αι., είναι η μαθηματική εγκυκλοπαίδεια των Βυζαντινών, και πιθανότατα η πρώτη Εγκυκλοπαίδεια Μαθηματικών (Μαρία Χάλκου, «Η Ελληνική Μαθηματική Εγκυκλοπαίδεια των Βυζαντινών», 
Βυζαντινά 27 (2007).
Το πολυδιαβασμένο για την εποχή του βιβλίο με τον τίτλο «Λογιστική» του Βαρλαάμ του Καλαβρού (περίπου 1290-1348) αναφέρεται στη Λογιστική, με την έννοια που έδιναν οι Βυζαντινοί.

[Το βιβλίο με τίτλο «Λογιστική» του Βαρλαάμ του Καλαβρού (περίπου 1290-1348): Πρόκειται για μια επιστημονική πραγματεία που αποτελείται από έξι βιβλία και αφορά τόσο τη σημασία της λογιστικής (η οποία στο Βυζάντιο σήμαινε την πρακτική αριθμητική που έβρισκε εφαρμογή στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων) όσο και τη σχέση της με τα μαθηματικά και την αστρονομία (Ακαδημία Αθηνών, http://www.academyofathens.gr/el/node/2035)]

3. Λογιστική/Καταστιχογραφία: Τα πρώτα εγχειρίδια στην ελληνική γλώσσα

Η εξέλιξη της Λογιστικής συμβαδίζει με την ανάπτυξη του εμπορίου και το αυτό συνέβη και στο ευρύτερα ελλαδικό χώρο. Σημειώνεται ότι η Λογιστική/Καταστιχογραφία την περίοδο εκείνη αποτελούσε ένα τμήμα αυτού που ονομάζαμε «εμπορικές σπουδές».

Ο Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης («Τα εμπορικά εγχειρίδια της Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας και η Εμπορική Εγκυκλοπαίδεια του Νικολάου Παπαδόπουλου», Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού – παράρτημα του περιοδικού Μνήμων αρ. 5, Αθήνα 1991) κατατάσσει τα βιβλία που τυπώθηκαν για τους εμπόρους ή και για τους εμπόρους στις εξής κατηγορίες:

α) Αριθμητική, λογαριαστική, άμπακος, εμπορική αριθμητική, β) Πίνακες ισοτιμιών, γ) Εμπορική επιστολογραφία, δ) Καταστιχογραφία, ε) Εμπορική νομοθεσία, στ) Γεωγραφία και ιστορία.


4. Η έννοια της λέξεως «λογιστής» από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως σήμερα.

Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως και τις αρχές του 20ού αιώνα, λέγοντας «λογιστές» εννοούσαμε κυρίως κρατικούς υπαλλήλους (όπως π.χ. στο Ελεγκτικό Συνέδριο) και βαθμοφόρους στον Στρατό και στο Ναυτικό που ασχολούνταν με την οικονομική διαχείριση.

Ο «Λογιστικός Νόμος»

Λέγοντας κάποιος στις αρχές του 20ού αιώνα «Λογιστικό Νόμο», δεν εννοούσε κάποιον νόμο που αναφερόταν σε «λογιστικές αρχές και κανόνες», ούτε βέβαια σε «σύνταξη και παρουσίαση Οικονομικών Καταστάσεων των επιχειρήσεων», αλλά στον νόμο που αφορούσε τη σύνταξη και εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού.

ΦΕΚ αρ. 37/22.11.1833: Οι πρώτοι διορισμοί «λογιστών» στο Ελεγκτικό Συνέδριο, που μόλις είχε ιδρυθεί.
ΦΕΚ αρ. 8/18.13.1833: Ο λογιστής αναφέρεται ως βαθμοφόρος του Λόχου των Τεχνιτών του Στρατού.

«Καταστιχογράφος» και «διπλογράφος» αντί «λογιστής»

Καταστιχογραφία καλείτο η τέχνη της εγγραφής (καταχώρησης) των διαφόρων οικονομικών πράξεων του επιχειρηματία στα κατάστιχά του (εμπορικά βιβλία) και αποτελεί μεταφορά στα ελληνικά του γαλλικού όρου tenue des livres. Ο όρος αυτός άρχισε να αντικαθίσταται με τον όρο λογιστική στις αρχές του 20ού αιώνα…» (Β. Φίλιος, «Ιστορία της νεότερης ελληνικής λογιστικής», σελ. 102).
Σήμερα ο όρος «καταστιχογραφία» και «καταστιχογράφος» δεν χρησιμοποιείται ή χρησιμοποιείται σκωπτικά, για να χαρακτηρίσει έναν λογιστή ως κατωτέρου επιπέδου.
Σημειώνουμε ότι στο Αρχείο Κωδικών Αριθμών Δραστηριότητας (ΚΑΔ) του 1997, το οποίο ίσχυε έως την 1.12.2008, υπήρχε ο κωδικός «74.13.11 Λογιστικών βιβλίων (καταστιχογραφία), εκτός από τη σύνταξη φορολογικών δηλώσεων επιστροφής φόρου, υπηρεσίες τήρησης».
Ο «αρχιλογιστής»

Ο «αρχιλογιστής», όσον αφορά τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, ήταν ένας άτυπος τίτλος, αντίστοιχος με τον σημερινό τίτλο (που τελικά επικράτησε) του «προϊστάμενου λογιστηρίου». Στις εφημερίδες της εποχής 1900-1960, βλέπουμε να υπογράφεται ο ισολογισμός από τον λογιστή με αυτόν τον τίτλο. Επίσης ο τίτλος «αρχιλογιστής», απαντάται τότε και στις τράπεζες και αφορά αρκετούς κλάδους των τραπεζών.

Ο «αρχιλογιστής» του Εμπορικού Ναυτικού

Ο τίτλος του «αρχιλογιστή» και «λογιστή» υπάρχει έως σήμερα στο Εμπορικό Ναυτικό, με κύρια καθήκοντα τις εισπράξεις, να «τσεκάρει» τα εισιτήρια και να βοηθάει όταν υπάρχει πρόβλημα, είναι ο υπεύθυνος του ξενοδοχειακού, των μαγαζιών του πλοίου κ.λπ. Εκτός της ανωτέρω περίπτωσης, η λέξη «αρχιλογιστής» δεν χρησιμοποιείται σχεδόν καθόλου.

Εφημερίδα «Σκριπ», 16.1.1928: Ισολογισμός της εταιρείας «Κάρολος Φιξ Α.Ε.», από τις σημαντικότερες της εποχής εκείνης. Στην «Κατάσταση Αποτελεσμάτων» (όπως θα λέγαμε σήμερα), αντί «Χρέωσης και Πίστωσης» βλέπουμε το «Δούναι και Λαβείν».

 

Λογιστές και βοηθοί λογιστές (1960)

…Μέχρι την ίδρυση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Λογιστών (ΠΟΛ) και παραπέρα ώς την έκδοση της πρώτης απόφασης της «Διαιτησίας» για τον κλάδο μας (25/1960 ΔΔΔΔ Αθήνας), τα συμφέροντα του λογιστικού κόσμου «διαχειρίζεται» η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδας. Με την 25/1960 πρώτη απόφασή του για τους λογιστές, καθιερώνει –χωριστά– αυξημένα μισθολόγια, τόσο των λογιστών όσο και των βοηθών λογιστών, σε σχέση με αυτά των άλλων ιδιωτικών υπαλλήλων. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 22.10.1960 και ίσχυσε από 1.12.1959.
(«Σύμβουλος του Λογιστή», 
Ειδική έκδοση για τα 30 χρόνια της ΠΟΛ, 1986).
Στην εν λόγω απόφαση (25/1960 ΔΔ Αθήνας) προσδιορίζεται για πρώτη φορά επίσημα η έννοια του όρου «λογιστής» και «βοηθός λογιστή».

Η προαγωγή του «υπολογιστή» σε λογιστή

Ο Νόμος 2134/1920 όριζε πώς ένας υπολογιστής προάγεται σε λογιστή. Σήμερα αυτό μας προξενεί εντύπωση και δικαίως το θεωρούμε καταρχήν λογοπαίγνιο. Όμως ο «υπολογιστής» ήταν βαθμός (ο αμέσως κατώτερος του «λογιστή») στο Πολεμικό Ναυτικό και οι «ηλεκτρονικοί υπολογιστές» (που σήμερα χάριν συντομίας λέμε «υπολογιστές»), είχαν αρχικά ονομαστεί «ηλεκτρονικοί διερευνηταί».
Τον Μάιο του 1965 διοργανώνεται οπό τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη το «Πρώτο Ελληνικό Σεμινάριο περί ηλεκτρονικών διερευνητών».
Οι ηλεκτρονικοί διερευνηταί, όπως ονομάζονται σε πολλά έντυπα της εποχής οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, έχουν κάνει πλέον τη δυναμική είσοδό τους στη δημόσια ζωή της χώρας: «Αύριον 7.30 μ.μ
. εις το Αθηναϊκόν Τεχνολογικόν Ινστιτούτον (Στρατιωτικού Συνδέσμου 24) θα ομιλήσει ο πολιτικός μηχανικός κ. Αλεξ. Αθανασιάδης με θέμα: «Νεώτεραι εξελίξεις των ηλεκτρονικών διερευνητών». Η διάλεξις οργανούται υπό της Αστροναυτικής Εταιρείας» («Καθημερινή», 1.5.1960).

Λογιστής φοροτεχνικός

Στην περίοδο 1990-1999 επιχειρείται μια πιο συστηματική οργάνωση και κατοχύρωση του λογιστικού επαγγέλματος με σημαντικές νομοθετικές παρεμβάσεις. Η νομοθετική κατοχύρωση του πολυπληθούς επαγγέλματος ήταν άλλωστε πρόσφατη (σημειώνεται η ίδρυση του Οικονομικού Επιμελητήριου της Ελλάδας) και η εν συνεχεία καθιέρωση των αδειών ασκήσεως επαγγέλματος επικεντρώθηκε γύρω από το θέμα της υπογραφής των φορολογικών δηλώσεων.
(ΠΔ 475/1991 «Περί Οικονομολογικού Επαγγέλματος και της αδείας ασκήσεώς του», ΦΕΚ Α’ 176/1991, Ν. 2515/1997 «Άσκηση επαγγέλματος Λογιστή Φοροτεχνικού», ΦΕΚ Α’ 154/1997 και Π.Δ. 340/1998 «Περί του επαγγέλματος του Λογιστή – Φοροτεχνικού και της αδείας ασκήσεώς του», ΦΕΚ Α’ 228/1998).
Σύμφωνα με το Π.Δ. 340/1998, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 2771/1999, «έργο των λογιστών φοροτεχνικών είναι η ορθή εφαρμογή των λογιστικών αρχών, προτύπων και σχεδίων γενικών και κλαδικών, η εποπτεία και η εφαρμογή διαδικασιών για τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης και των αναλογούντων φόρων, η ενημέρωση και η τήρηση των φορολογικών βιβλίων, η κατάρτιση και η υπογραφή οικονομικών καταστάσεων, ισολογισμών και αποτελεσμάτων χρήσεως επιχειρήσεων και οργανισμών, η σύνταξη, υπογραφή και υποβολή φορολογικών δηλώσεων, συμπληρωματικών και στατιστικών στοιχείων προς τις Δημόσιες Υπηρεσίες καθώς και μισθολογικών καταστάσεων, ασφαλιστικών εισφορών και προγραμμάτων εργασίας» (Κ. Μαρκάζος, «Ο ρόλος του λογιστή στο σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον», περ. Επιχείρηση, Μάρτιος 2006).

Η περιπέτεια της λέξης «λογιστική»

Λόγισμα (το), παν ό,τι ελογίσθη (ελογαριάσθη), το αποτέλεσμα (συμπέρασμα) του λογαριασμο

Η πρακτική αριθμητική ονομαζόταν από τους αρχαίους Έλληνες λογιστική, και δεν ανήκε στις μαθηματικές επιστήμες. Το ίδιο ίσχυε και στο Βυζάντιο, με τη μόνη διαφορά ότι οι Βυζαντινοί εκτιμούσαν ιδιαιτέρως τη λογιστική, επειδή εφαρμοζόταν σέ προβλήματα καθημερινής ζωής

Ορκωτός Ελεγκτής – Λογιστής, Ωρίων Α.Ε.