• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 16 Μαΐου, 2022

Κοινοτική Οδηγία 2019/1937 σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης

Πασχάλης Καγιάς
FCCA, CIA, IESOEL, IPSAS cert, υπ. Διδάκτορας, Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας

Αναστασία Χeλιατσίδου
υπ. Διδάκτορας, Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας

Δρ Νικόλαος Σαριαννίδης
Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας

Θυμόμαστε όλοι την κωμική ταινία «Φωνάζει ο κλέφτης», στην οποία ο Ντίνος Ηλιόπουλος, υποδυόμενος τον Τιμολέοντα Λάμπρου, έχει χάσει πολλές φορές την εργασία του εξαιτίας της εντιμότητάς του. Στην ταινία ο μεγάλος κωμικός προσλαμβάνεται από τον πρόεδρο ενός δημόσιου οργανισμού, όταν βρίσκει το πορτοφόλι του και του το παραδίδει. Όταν όμως ανακαλύπτει απάτες και υπεξαιρέσεις, πίνει για να πάρει το απαραίτητο θάρρος, που κατά τα άλλα του λείπει, και τις βροντοφωνάζει. Στη συνέχεια, φυσικά, ως τρελός, απατεώνας και «ενάντιος του συστήματος», μέχρι που καταλήγει στη φυλακή, από την οποία τελικά τον σώζει η Ρένα Βλαχοπούλου.

Η κοινοτική οδηγία 2019/1937 της 23ης Οκτωβρίου 2019, περί της προστασίας των προσώπων που αναφέρουν σε παραβιάσεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποσκοπεί ακριβώς σε αυτό, δηλαδή να ενθαρρύνει και να προστατεύσει μέρη, εσωτερικά και εξωτερικά, του οργανισμού να αναφέρουν καλόπιστα τις παράνομες δραστηριότητες που διαπιστώνουν. Μάλιστα η Οδηγία αυτή τίθεται σε εφαρμογή σε ένα περιβάλλον όπου, λόγω της πανδημίας, οι κρατικοί προϋπολογισμοί πιέζονται, λόγω της μείωσης τον εσόδων και της αύξησης των ενισχύσεων. Αντίστοιχα σοβαρή είναι και η κατάσταση στον ιδιωτικό τομέα. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η εφαρμογή της Οδηγίας έρχεται στην κατάλληλη στιγμή.

Γιατί η πολιτική καταγγελιών είναι σημαντική

Τα αποτελέσματα εμπειρικών ερευνών δείχνουν ότι οι καταγγελίες αποτελούν έναν από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους εντοπισμού φαινομένων απάτης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση του ACFE (Association of Certified Fraud Examiners), η οποία βασίζεται σε 2.504 πραγματικές περιπτώσεις απάτης σε 125 χώρες, οι απάτες οι οποίες εντοπίστηκαν μέσω καταγγελίας αφορούσαν το 41% των περιπτώσεων (ACFE, 2020). Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση των φορέων του Δημοσίου, καθώς το εν λόγω ποσοστό ανέρχεται σε 43% (ACFE , 2020). Στην ίδια μελέτη επίσης αναφέρεται ότι η ύπαρξη πολιτικής καταγγελιών έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της μέσης ζημίας λόγω απάτης στο μισό. Εάν στα ανωτέρω συνυπολογιστεί το μικρό κόστος που απαιτείται για την ανάπτυξή της, είναι εύκολα αντιληπτό ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά αποτελεσματική αλλά και αποδοτική μέθοδο αποτροπής και εντοπισμού απάτης. Αυτό μπορεί να γίνει ακόμα πιο εύκολα αντιληπτό εάν την εξετάσουμε στο πλαίσιο του τριγώνου της απάτης (fraud triangle του Cressey) και του μεταμοντέλου Albrecht, όπως γίνεται αμέσως παρακάτω.

Η πολιτική καταγγελιών στο πλαίσιο της θεωρίας της απάτης

Μία από τις πιο γνωστές θεωρίες απάτης είναι το «τρίγωνο της απάτης» του Donald Cressey, αν και ο ίδιος δεν χρησιμοποίησε ποτέ αυτό τον όρο. Ο Cressey, το 1950, βασισμένος σε συνεντεύξεις, συμπέρανε ότι «έμπιστα άτομα παραβιάζουν την εμπιστοσύνη που τους δόθηκε όταν: α) αντιλαμβάνονται ότι αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα που δεν μπορούν να μοιραστούν, β) γνωρίζουν ότι αυτά τα προβλήματα μπορούν να επιλυθούν κρυφά με την παραβίαση της εμπιστοσύνης και γ) είναι σε θέση να προσαρμόσουν την πεποίθηση που έχουν για τον εαυτό τους στις πράξεις τους» (Cressey, 1950). Αργότερα, το 2005, στο παραπάνω δόθηκε η μορφή του τριγωνικού σχήματος, το οποίο είναι γνωστό έως και σήμερα ως το «τρίγωνο της απάτης» (Wells, 2005). Σε σχέση με τα ανωτέρω, το κίνητρο είναι τα οικονομικά προβλήματα, οι ευκαιρίες είναι οι αδυναμίες στο σύστημα εσωτερικού ελέγχου που θα επιτρέψουν την κρυφή επίλυση και την παραβίαση της εμπιστοσύνης, ενώ οι εκλογικεύσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από παιχνίδια του μυαλού που θα δώσουν μία ηθική διάσταση στην παράνομη πράξη.

Στην διάρκεια των ετών, πολλοί μεταγενέστεροι ερευνητές πρόσθεσαν κι άλλα στοιχεία σε αυτό το μοντέλο, όπως ο Albrecht, που πρότεινε ότι τα κίνητρα μπορεί να μην είναι μόνο οικονομικά, ο Murdock, ο οποίος το 2008 πρότεινε ότι τα κίνητρα μπορεί να είναι πολιτικά κ.α. Ωστόσο, όλα αυτά ήταν απλές προσθήκες στην εργασία του Cressey και εστίαζαν στους λόγους που οδηγούν σε απάτη, παρά στην ίδια την απάτη.

Το τρίγωνο της απάτης του Cressey επικρίθηκε για πολλούς λόγους. Πρώτον, δεν είναι ακριβές στην πρόληψη απάτης, τα στοιχεία που το συνθέτουν είναι περισσότερο χρήσιμα στην κατανόηση της εγκληματικής συμπεριφοράς αλλά κατόπιν της διάπραξης απάτης. Δεύτερον, σε πολλές περιπτώσεις δεν δημιουργεί αντικειμενικά ευρήματα (factual evidence), ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα δικαστήρια στις ΗΠΑ δεν δέχθηκαν μαρτυρίες πραγματογνωμόνων που βασίζονταν στο τρίγωνο της απάτης επειδή το θεώρησαν ως «αναξιόπιστη» επιστημονική θεωρία (Gill, 2017). Αντ’ αυτού, το 2006, ο Albrecht πρότεινε το «Triangle of Fraud Action», το οποίο εστιάζει στα στάδια της απάτης και αποτελείται από την ίδια την πράξη της απάτης (the act), την απόκρυψη (concealment) και τη μετατροπή (conversion), με την οποία τα παράνομα χρήματα εμφανίζονται σαν να προέρχονται από νόμιμες πηγές. Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτή η σχέση μοιάζει να είναι περισσότερο γραμμική, από την άποψη ότι το στάδιο της απόκρυψης θα εφαρμοστεί μόνο εάν το στάδιο της απάτης είναι επιτυχές και αντίστοιχα το στάδιο της μετατροπής θα εφαρμοστεί μόνο στην περίπτωση που τα προηγούμενα δύο στάδια είναι πετυχημένα. Όσον αφορά την πολιτική καταγγελιών, το προφανές είναι ότι θα είναι αποτελεσματική στα στάδια της απόκρυψης και της μετατροπής. Δηλαδή ότι κάποια παράνομη πράξη θα καταγγελθεί μετά τη διάπραξή της. Με άλλα λόγια, λειτουργεί ως έλεγχος εντοπισμού (detective control). Αν όμως επιστρέψουμε στο αρχικό μοντέλο του Cressey, στο οποίο ένας από τους παράγοντες που οδηγούν σε απάτη είναι η «θεωρούμενη ευκαιρία» ή «perceived opportunities», βλέπουμε πως η πολιτική καταγγελιών αποτελεί ταυτόχρονα και δικλίδα αποτροπής (preventive control), καθώς μειώνει την πεποίθηση ότι μια απάτη μπορεί να διαπραχθεί και να μην εντοπιστεί. Με άλλα λόγια, η πολιτική καταγγελιών αποτελεί ταυτόχρονα και δικλίδα αποτροπής και δικλίδα εντοπισμού.

Βασικά στοιχεία της Οδηγίας 2019/1937

Στόχοι

Μέχρι σήμερα, η νομοθεσία περί της προστασίας των ατόμων που προβαίνουν σε αναφορά είναι διαφορετική σε κάθε κράτος μέλος. Ένας από πρωταρχικός στόχος είναι η εφαρμογή κοινών κανόνων, με κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις που τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίσουν από μόνα τους. Αυτό αναμένεται να αυξήσει την αποτελεσματικότητα της πολιτικής καταγγελιών σε όλα τα κράτη της Ε.Ε. σαν σύνολο, καθώς η αναποτελεσματικότητα ενός μέλους μπορεί να επηρεάσει και τα υπόλοιπα. Επιπλέον, η οδηγία ορίζει τους ελάχιστους κανόνες, τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν το εύρος της παρούσας Οδηγίας (παράγραφοι 4, 5). Ο δεύτερος στόχος είναι να ελαχιστοποιηθεί ο φόβος των αντιποίνων που συχνά αντιμετωπίζουν όσοι προβαίνουν σε καταγγελίες προκειμένου να μετατραπούν από παθητικοί παρατηρητές σε καταγγέλλοντες (ή μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με την Οδηγία).

Η έννοια της παραβίασης να περιλαμβάνει και τις καταχρηστικές πρακτικές, όπως ορίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, δηλαδή πράξεις ή παραλείψεις που δεν φαίνεται να είναι παράνομες από τυπικής απόψεως, αλλά εις βάρος του αντικειμένου ή του σκοπού του νόμου (παράγραφος 42).

Πεδίο εφαρμογής

Οι παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Οδηγίας αφορούν ζητήματα οικονομικού χαρακτήρα, όπως οι δημόσιες συμβάσεις και οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προϊόντα και αγορές και πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, φοροδιαφυγή, παραβιάσεις που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ε.Ε., παραβιάσεις σχετιζόμενες με την εσωτερική αγορά, αλλά όχι μόνο. Στο πεδίο εφαρμογής περιλαμβάνονται επίσης πολλές πτυχές τις οικονομικής δραστηριότητας που έχουν επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών, όπως ασφάλεια των προϊόντων, ασφάλεια των μεταφορών, προστασία του περιβάλλοντος, προστασία από την ακτινοβολία και πυρηνική ασφάλεια, ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών, υγεία και καλή μεταχείριση των ζώων, δημόσια υγεία, προστασία των καταναλωτών, προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών (άρθρο 2).

Ποιους οργανισμούς αφορά η Οδηγία

Η Οδηγία αφορά τόσο τον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα. Στον ιδιωτικό τομέα η υποχρέωση καθιέρωσης διαύλων εσωτερικής αναφοράς θα πρέπει να καθιερωθεί για οντότητες με 50 ή περισσότερους εργαζομένους (άρθρο 8, παρ. 3). Ωστόσο, αυτό δεν είναι απόλυτο, σε περιπτώσεις οντοτήτων με αυξημένο κίνδυνο για την δημόσια υγεία ή το περιβάλλον μπορεί να απαιτηθεί η καθιέρωση εσωτερικών διαύλων ακόμα και σε οντότητες με αριθμό εργαζομένων που είναι μικρότερος από 50 (άρθρο 8, παρ. 7). Οι νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα με 50 έως 249 εργαζόμενους μπορούν να έχουν κοινή χρήση των πόρων για την παραλαβή αναφορών και, ενδεχομένως, για τη διερεύνηση των αναφορών (άρθρο 8, παρ. 6).

Στον δημόσιο τομέα η υποχρέωση είναι σχεδόν καθολική, καθώς η παρούσα Οδηγία περιλαμβάνει όχι μόνο τις νομικές οντότητες του δημοσίου τομέα αλλά και τις οντότητες που ανήκουν ή ελέγχονται από αυτές. Για παράδειγμα, σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο, στο πεδίο εφαρμογής εμπίπτει και το Πανεπιστήμιο και ο ΕΛΚΕ και η Εταιρεία Αξιοποίησης Ακινήτων που ανήκουν και ελέγχονται από αυτό. Δυνατότητα εξαίρεσης παρέχεται στους δήμους με πληθυσμό μικρότερο των 10.000 και λιγότερους από 50 εργαζομένους. Ωστόσο, αυτό είναι στην ευχέρεια των κρατών μελών να το αποφασίσουν (άρθρο 8, παρ. 9). Επιπλέον, η διαχείριση των καταγγελιών μπορεί να γίνεται κεντρικά, είτε από τους δήμους είτε από κοινές αυτοδιοικητικές αρχές, με την προϋπόθεση ότι οι κοινοί εσωτερικοί δίαυλοι θα είναι διακριτοί από τους εξωτερικούς διαύλους αναφοράς.

Ποιοι τυγχάνουν προστασίας

Προστασία παρέχεται σε (άρθρο 4):

α. πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του «εργαζομένου»,

β. πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του «μη μισθωτού»,

γ. μετόχους και πρόσωπα που ανήκουν στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο μιας επιχείρησης, περιλαμβανομένων μη εκτελεστικών μελών, καθώς και εθελοντών και αμειβόμενων ή μη αμειβόμενων ασκούμενων,

δ. οποιαδήποτε πρόσωπα εργάζονται υπό την εποπτεία και τις οδηγίες αναδόχων, υπεργολάβων και προμηθευτών,

ε. πρόσωπα όταν αναφέρουν ή αποκαλύπτουν δημόσια πληροφορίες σχετικά με παραβιάσεις που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης η οποία έχει έκτοτε λήξει,

στ. αναφέροντες των οποίων η εργασιακή σχέση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, σε περιπτώσεις που πληροφορίες σχετικά με παραβιάσεις έχουν αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πρόσληψης ή σε άλλο στάδιο διαπραγμάτευσης πριν από τη σύναψη σύμβασης,

ζ. πρόσωπα που κατήγγειλαν ή δημοσιοποίησαν πληροφορίες σχετικά με παραβιάσεις ανωνύμως, αλλά τα οποία στη συνέχεια ταυτοποιήθηκαν και υφίστανται αντίποινα. Σημειώνεται ότι το εάν οι ανώνυμες καταγγελίες θα παρακολουθούνται είναι στην ευχέρεια των κρατών μελών.

η. Οι αναφέροντες σε οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης.

Κατά περίπτωση τυγχάνουν προστασίας:

α. διαμεσολαβητές,

β. τρίτα πρόσωπα που συνδέονται με αναφέροντες και θα μπορούσαν να υποστούν αντίποινα σε εργασιακό πλαίσιο, όπως συνάδελφοι ή συγγενείς των αναφερόντων, και

γ. νομικές οντότητες τις οποίες οι αναφέροντες έχουν στην ιδιοκτησία τους, για τις οποίες εργάζονται ή συνδέονται με άλλο τρόπο με εργασιακή σχέση.

Προϋποθέσεις για παροχή προστασίας

α. Είχαν βάσιμους λόγους να θεωρούν ότι οι πληροφορίες σχετικά με παραβιάσεις που ανέφεραν ήταν αληθείς κατά τον χρόνο της αναφοράς και ότι οι πληροφορίες αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας Οδηγίας, και

β. υπέβαλαν αναφορά είτε εσωτερικά, είτε εξωτερικά, είτε προέβησαν σε δημόσια αποκάλυψη.

Μέτρα προστασίας και μέτρα στήριξης

Τα μέτρα προστασίας των ατόμων που προβαίνουν σε καταγγελία αποσκοπούν στο να απαγορεύσουν αντίποινα οποιασδήποτε μορφής και εκτείνονται από την απαγόρευση παύσης, απόλυσης, υποβιβασμού, μέχρι πιο ελαφριάς μορφής αντίποινα, όπως στέρηση κατάρτισης και περιθωριοποίηση. Αυτό από τη μία πλευρά δίνει μεγάλης διασφάλισης προστασία στους καταγγέλλοντες, από την άλλη όμως στις εταιρείες δημιουργεί την ανάγκη να επανεξετάσουν όλες τις δικλίδες προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η εν λόγω προστασία δεν θα χρησιμοποιηθεί κακόβουλα εναντίον τους. Φυσικά, το τεκμήριο της αθωότητας και το δικαίωμα της πρόσβασης στον φάκελο ισχύουν, ωστόσο είναι καλύτερο να δράσουν προληπτικά. Στα μέτρα στήριξης περιλαμβάνονται δράσεις όπως εύκολη και δωρεάν πρόσβαση στο κοινό, πληροφορίες και συμβουλές σχετικά με τις διαδικασίες και τα μέτρα προστασίας, αποτελεσματική συνδρομή από τις αρμόδιες αρχές ενώπιον οποιασδήποτε αρχής, δικαστική αρωγή. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κι άλλα μέτρα στήριξης, ακόμα και ψυχολογικής.

Τρόπος υποβολής εσωτερικών και εξωτερικών αναφορών

Η Οδηγία προτρέπει οι αναφορές να γίνονται χρησιμοποιώντας εσωτερικούς διαύλους, ωστόσο εξωτερικοί δίαυλοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν εάν ο καταγγέλλων θεωρεί ότι η καταγγελία του δεν θα αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ή όταν υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων. Επιπλέον, τόσο οι εσωτερικές όσο και οι εξωτερικές αναφορές μπορούν να υποβάλλονται είτε γραπτώς είτε προφορικώς (μέσω τηλεφώνου, φωνητικών συστημάτων ή προσωπικής συνάντησης –μετά από αίτηση του καταγγέλλοντος) ή και τα δύο.

Διαχείριση καταγγελιών

Οι καταγγελίες μπορούν να διαχειριστούν εσωτερικά από το πρόσωπο ή την υπηρεσία που έχει ορισθεί. Μπορεί όμως σχετικές υπηρεσίες να παρέχονται από τρίτο μέρος.

Διαδικασίες αναφοράς και παρακολούθησης εσωτερικών αναφορών

α. Οι δίαυλοι επικοινωνίας θα πρέπει να διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα της ταυτότητας του καταγγέλλοντος και κάθε τρίτου που αναφέρεται στην καταγγελία.

β. Να εμποδίζεται μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση.

γ. Να ορίζεται αμερόληπτο πρόσωπο ή υπηρεσία με αρμοδιότητα για την παρακολούθηση των αναφορών, για παράδειγμα η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ή το τμήμα κανονιστικής συμμόρφωσης. Αυτό το τμήμα μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο ή υπηρεσία με εκείνο που παραλαμβάνει τις αναφορές και το οποίο θα διατηρήσει επικοινωνία με τον αναφέροντα.

δ. Οι καταγγελίες, είτε επώνυμες είτε ανώνυμες (εφόσον επιτρέπονται από την εθνική νομοθεσία), να παρακολουθούνται επιμελώς.

ε. Παροχή ενημέρωσης σε χρονικό διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

στ. Να παρέχονται σαφείς και εύκολα προσβάσιμες πληροφορίες που να παραπέμπουν σε εξωτερικές αναφορές.

Διαδικασίες αναφοράς και παρακολούθησης εξωτερικών αναφορών

Σύμφωνα με το άρθρο 11 της Οδηγίας, τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την παραλαβή των αναφορών, την ενημέρωση και την παρακολούθηση αναφορών και να παρέχουν τους κατάλληλους πόρους. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συγκροτήσουν ανεξάρτητους και αυτόνομους εξωτερικούς διαύλους αναφοράς, να βεβαιώνουν σε διάστημα το πολύ επτά ημερών τη λήψη της αναφοράς (εκτός από κάποιες αιτιολογημένες περιπτώσεις), να παρακολουθούν τις αναφορές, να ενημερώνουν τον καταγγέλλοντα, σε διάστημα τριών ή έξι μηνών, αναφέροντας το τελικό πόρισμα και να διαβιβάζουν τις πληροφορίες στα αρμόδια θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης για περαιτέρω διερεύνηση, εφόσον προβλέπεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Φυσικά, κατά την διαχείριση των αναφορών μπορεί να προβλέπεται η εξέταση κατά προτεραιότητα σύμφωνα με τη βαρύτητα της κάθε αναφοράς, ενώ τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι για τις αναφορές οι οποίες θα κρίνονται ως ήσσονος σημασίας δεν απαιτείται περαιτέρω παρακολούθηση· το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων αναφορών, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν σημαντικές νέες πληροφορίες. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση ο καταγγέλλων θα πρέπει να ενημερώνεται με το τελικό πόρισμα και τους λόγους του. Για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας, τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν μέτρα που θα διασφαλίζουν την πληρότητα, την ακεραιότητα, την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών, την παρεμπόδιση μη εξουσιοδοτημένων μερών και τη διατήρηση των πληροφοριών. Ακόμη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνήσουν ώστε οι αρμόδιες αρχές να ορίζουν μέλη υπεύθυνα για τον χειρισμό αναφορών. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές θα δημοσιεύσουν, με τρόπο διακριτό, ευανάγνωστο και εύκολα προσβάσιμο, βασικά στοιχεία της πολιτικής καταγγελιών, με σκοπό την ενθάρρυνση και την υποβοήθηση της υποβολής καταγγελιών, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 13. Σημαντικό είναι επίσης ότι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να πρέπει να λάβουν ειδική εκπαίδευση για τον χειρισμό των αναφορών. Σημαντικότατη παράμετρο για την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας αποτελεί το γεγονός ότι σε τριετή βάση, κατ’ ελάχιστο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επανεξετάζουν την διαδικασία (άρθρο 14).

Προκλήσεις

Η καταγγελία είναι η αρχή. Ωστόσο, η ύπαρξη καταγγελίας δεν σημαίνει ότι θα διεξαχθεί έρευνα ή ότι αν διεξαχθεί θα είναι αντικειμενική (αν και υπάρχουν σχετικές προβλέψεις στην Οδηγία). Θυμόμαστε όλοι την περίπτωση της λίστας Λαγκάρντ. Οι πληροφορίες υπήρχαν, όπως και το καθήκον της διερεύνησης. Ωστόσο, έρευνες δεν διεξήχθησαν ποτέ. Η πολιτική καταγγελιών αποτελεί ένα συστατικό για την καταπολέμηση της απάτης και της διαφθοράς, αλλά από μόνη της ενδεχομένως να μην είναι επαρκής.

Βιβλιογραφία

ACFE, 2020. Report to the nations, 2020Global study on fraud and abuse. s.l.:s.n.
Cressey, D. R., 1950. The criminal violation of trust. American Sociological Review, Δεκέμβριος, pp. 738-743.
Gill, J. D., 2017. The Fraud Triangle on Trial. s.l.:Fraud Magazine.
Wells, J. T., 2005. Principles of fraud examination. John Wiley and Sons.