• Σήμερα είναι: Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου, 2020

ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΙΤΕ ΘΑ ΒΑΘΥΝΕΙ ΔΡΑΣΤΙΚΑ ΕΙΤΕ Η ΙΔΙΑ ΘΑ ΠΑΡΑΚΜΑΣΕΙ

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κ. Κώστας Μποτόπουλος επισημαίνει στη συνέντευξή του ότι το μεγάλο πρόβλημα στην Ευρώπη, και κυρίως στην Ελλάδα, είναι ότι, μέχρι στιγμής, η «ανάπτυξη» έχει μείνει σε επίπεδο γενικοτήτων και διακηρύξεων, ενώ απαιτεί το εντελώς αντίθετο:επιλογές, που σημαίνει και πολιτικό κόστος, φαντασία και όχι αποκλειστικότητα των επαγγελματιών του κάθε χώρου και ιδίως της πολιτικής, μετρήσιμους και επιτεύξιμους στόχους, διαρκή παρακολούθηση και συντονισμό, που σημαίνει μια διοίκηση που να λειτουργεί.

Συνέντευξη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο

 

Κύριε Μποτόπουλε, η κρίση σε όλη την Ευρώπη έχει θέσει σε συζήτηση την αλλαγή του ευρωπαϊκού παραδείγματος; Μήπως η Ευρώπη που ξέραμε πρέπει να αλλάξει, και σε τι;

Η Ευρώπη που ξέραμε έχει ήδη αλλάξει υπό την επήρεια της κρίσης: οι θεσμοί της, ακόμα και οι πιο πρόσφατα αναθεωρημένοι, έδειξαν ότι δεν επαρκούν· η μέθοδος των μικρών βημάτων αποτελεί πια βασιλική οδό προς τη διαιώνιση των αδιεξόδων· η έννοια της αλληλεγγύης δοκιμάστηκε στην πράξη και βρέθηκε λιποβαρής· η αποκοπή από τους λαούς αγγίζει το κρίσιμο σημείο μη επιστροφής. Από την άλλη, η λέξη και η έννοια «φεντεραλισμός» ξαναβγήκαν στην επιφάνεια· λήφθηκαν μέτρα και δημιουργήθηκαν εργαλεία που δεν προβλέπονταν, αλλά που τώρα πρέπει να θεσμοποιηθούν· άρχισε, παρά τις κάθε είδους δολιχοδρομήσεις, να υλοποιείται η «οικονομική διακυβέρνηση», δηλαδή ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών με κριτήριο το συμφέρον της Ένωσης· επεκτείνεται, σε κοινωνίες και αποφασίζοντες, η αίσθηση ότι είτε η πολιτική ένωση θα βαθύνει δραστικά είτε η ίδια η Ένωση θα παρακμάσει. Άρα, το ζήτημα δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει, αλλά πόσο γρή- γορα και αποφασιστικά θα γίνει αυτό.
Είναι ώριμη –από πολιτικής άποψης– μια αλλαγή στην ευρωζώνη;
Είναι, πάνω απ’ όλα, αναγκαία. Όταν η κατάσταση είναι τόσο οριακή όσο σήμερα, η «ωριμότητα» των συνθηκών δεν πρέπει να αναμένεται αλλά να θεωρείται δεδομένη.

Σε ένα μεγάλο βαθμό πολλοί επιρρίπτουν την ευθύνη για την κρίση στην παντοδυναμία των αγορών, με την έννοια ότι δεν μπορούν να ελεγχθούν. Ανταποκρίνεται αυτό στην πραγματικότητα και σε ποιο βαθμό;

Είναι αλήθεια ότι, από την ίδια τη φύση της χρηματιστικής οικονομίας, την απόλυτη διάχυσή της έξω από τα εθνικά σύνορα και τη διαρκή εξέλιξη της τεχνολογίας, πλήρης ή έστω σε βάθος έλεγχος των λεγόμενων «αγορών» είναι σχεδόν αδύνατος. Από την άλλη, νομίζω ότι υπάρχει και μια πολιτική (ιδεολογική, θα έλεγα, αν η λέξη δεν είχε χάσει τόσο πολύ τη σημασία της) διάσταση, που συνίσταται στην επιλογή πολλών κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών να περιοριστούν σε έναν έλεγχο βιτρίνας και απλής διάσωσης κάποιων προσχημάτων. Ο ρόλος των εθνικών αρχών εποπτείας, όπως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αλλά και οργανώσεων, όπως η ΕΣΜΑ, στην οποία συμμετέχουν οι πρόεδροι όλων των Αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι, όπως τουλάχιστον εγώ τον καταλαβαίνω, να επιχειρήσουν να ξαναβρούν ή και να διαμορφώσουν μια χαμένη ισορροπία ανάμεσα στη νόμιμη επιδίωξη του κέρδους και την εξίσου νόμιμη –και πιο απαραίτητη– υπεράσπιση δημοσίων αγαθών, πρώτο ανάμεσα στα οποία θα έβαζα τη διατήρηση ενός μίνιμουμ αξιοπρέπειας για όλους –κράτη και πολίτες. Και, ως γνωστόν, αξιοπρέπεια με ανέχεια και τεράστιες ανισότητες δεν νοείται.

Η νέα διακυβέρνηση της χώρας μπορεί να συμβάλλει –σε καθεστώς κρίσης– στην ανάπτυξη; Ποιες νομίζετε ότι είναι οι βασικές γραμμές πάνω στις οποίες θα πρέπει να κινηθεί για να επανακινήσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες;

Μία από τις αλλαγές που έφερε, σε επίπεδο λεξιλογίου τουλάχιστον, η κρίση είναι ότι κατέστησε πάγκοινα αποδεκτή την ανάγκη της «ανάπτυξης». Όλοι κατάλαβαν, επιτέλους, ακόμα και οι πιο ακραιφνείς νε- οφιλελεύθεροι, ότι μόνο δημοσιονομική πειθαρχία σε επίπεδο κρατών και ασύδοτη κερδοσκοπία σε επίπεδο επιχειρήσεων και ατόμων οδηγούν σε φαύλο κύκλο. Ούτε θέσεις εργασίας δημιουργούν, ούτε την καινοτομία προάγουν, ούτε την έξοδο από την κρίση διευκολύνουν. Το μεγάλο πρόβλημα στην Ευρώπη, και κυρίως στην Ελλάδα, είναι ότι, μέχρι στιγμής, η «ανάπτυξη» έχει μείνει σε επίπεδο γενικοτήτων και διακηρύξεων (θυμόσαστε την «πράσινη ανάπτυξη»;), ενώ απαιτεί το εντελώς αντίθετο: επιλογές (άρα πολιτικό κόστος), φαντασία (άρα όχι αποκλειστικότητα των επαγγελματιών του κάθε χώρου και ιδίως της πολιτικής), μετρήσιμους και επιτεύξιμους στόχους, διαρκή παρακολούθηση και συντονισμό (άρα μια διοίκηση που να λειτουργεί). Κάθε νέα κυβέρνηση είναι μια νέα αρχή, άρα η ελπίδα για βελτίωση τη συνοδεύει εκ φύσεως. Θα μου επιτρέψετε, με βάση τα συμπεράσματα της εμπειρίας αλλά και τη διαπίστωση των πάγιων και συνεχιζόμενων δυσλειτουργιών, να εκφράσω μια ιδιαίτερα συγκρατημένη αισιοδοξία.
Ποια είναι τα άμεσα ζητήματα της χρηματιστηριακής αγοράς; Πιστεύετε ότι μπορεί να ανακάμψει και ποια είναι τα προαπαιτούμενα στοιχεία για κάτι τέτοιο;

 Η χρηματιστηριακή αγορά είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας. Ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός της λέγεται αβεβαιότητα και ο υπ’ αριθμόν δύο αναξιοπιστία. Οι αγορές –εδώ ενεργώντας υγιώς– «τιμωρούν» τις δεσμεύσεις που δεν τηρούνται, τις συμφωνίες που δεν φέρνουν αποτελέσματα, τις μεταρρυθμίσεις που μόνο εξαγγέλλονται, τα πισωγυρίσματα που παρουσιάζονται ως αέναες προσαρμογές. Η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά θα ανακάμψει –και πιθανόν θεαματικά– εάν η νέα κυβέρνηση διαλύσει τα νέφη γύρω από τις προθέσεις, την ομοψυχία και την αποφασιστικότητά της και αν αρχίσει να παράγει αποτελέσματα (έστω με επιμέρους λάθη, αφού μόνον οι ανενεργοί είναι αλάθητοι) στον τομέα των δομικών μεταρρυθμίσεων που όλοι γνωρίζουν ότι χρειάζεται η Ελλάδα. Τα πρώτα σημάδια ότι κάτι θα αρχίσει να κινείται αναμένονται στο χώρο της κεφαλαιοποίησης των τραπεζών, της αλλαγής του φορολογικού συστήματος και της συγκρότησης ενός πραγματικού σχεδίου ανάπτυξης με τα χαρακτηριστικά για τα οποία μίλησα προηγουμένως.
Είστε σχεδόν ένα χρόνο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ποια προβλήματα των εταιρειών παραμένουν σε εκκρεμότητα και ποια έχουν δρομολογηθεί για να λυθούν;

Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο μας έχουν οξυμένα προβλήματα. Λειτουργούν σε μια ρηχή αγορά, με χαμηλές, προς το παρόν, προοπτικές και οφείλουν να συμμορφώνονται σε πολύ αυστηρούς όρους, οι οποίοι ισχύουν για όλες τις χώρες της Ευρώπης. Επόμενο είναι να αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, διατηρησιμότητας, ακόμα και επιβίωσης. Δουλειά του επόπτη, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εν προκειμένω, είναι να κατανοεί τα προβλήματα και να διευκολύνει, όπου μπορεί, σε ζητήματα πρακτικής λειτουργίας, αλλά και να μερινά για την τήρηση του νόμου και των ειδικότερων ρυθμίσεων, που έχουν τεθεί προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας των επενδυτών.

 

Υπάρχει νομοθετικό έργο σε εκκρεμότητα που θα διευκόλυνε την επιχειρηματική ανάπτυξη;

Οι δικές μας νομοθετικές προτάσεις –κατατεθειμένες ήδη στους αρμόδιους υπουργούς της προηγούμενης κυβέρνησης και έτοιμες να επαναπροωθηθούν στις νέες ηγεσίες– αφορούν τον εκσυγχρονισμό και εξορθολογισμό του θεσμικού πλαισίου της κεφαλαιαγοράς: εταιρική διακυβέρνηση, σχέση με το Χρηματιστήριο, ενσωμάτωση κοινοτικών οδηγιών, δημόσιες προτάσεις, φόρος ή φόροι επί των συναλλαγών, βελτίωση της λειτουργίας της ίδιας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Άλλοι είναι οι αρμόδιοι για την αναβάθμιση του επιχειρηματικού κλίματος. Φυσικά, και η θεσμική βελτίωση, αν γίνει πράξη, είναι βέβαιο ότι θα συμβάλει σε αυτήν την κατεύθυνση.